ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 1

 

Δευτ. 1,1           Οὖτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησε Μωυσῆς παντὶ Ἰσραὴλ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν τῇ ἐρήμῳ πρὸς δυσμαῖς πλησίον τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης ἀνὰ μέσον Φαρὰν Τοφὸλ καὶ Λοβὸν καὶ Αὐλὼν καὶ Καταχρύσεα·

Δευτ. 1,1                    Αυτοί είναι οι λόγοι, τους οποίους ο Μωϋσής είπεν εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν, ανατολικώς από τον Ιορδάνην, εις την προς δυσμάς έρημον, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Ερυθράς Θαλάσσης, εις την ερήμον Φαράν και εις τας πόλεις Τοφόλ, Λοβόν, Αυλών και Καταχρύσεα.

Δευτ. 1,2           ἕνδεκα ἡμερῶν ἐκ Χωρὴβ ὁδὸς ἐπ᾿ ὄρος Σηεὶρ ἕως Κάδης Βαρνή.

Δευτ. 1,2                   Ενδεκα ημερών πορεία είναι από το όρος Χωρήβ δια του όρους Σηείρ μέχρι της Καδης Βαρνή.

Δευτ. 1,3           καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ἔτει ἐν τῷ ἑνδεκάτῳ μηνὶ μιᾷ τοῦ μηνὸς ἐλάλησε Μωυσῆς πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραὴλ κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος αὐτῷ πρὸς αὐτούς.

Δευτ. 1,3                    Κατά την πρώτην του ενδεκάτου μηνός του τεσσαρακοστού έτους από την ημέραν της αναχωρήσεως των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου, είπεν ο Μωϋσής προς όλους τους Ισραηλίτας όλα όσα διέταξεν αυτόν ο Κυριος να είπη προς αυτούς.

Δευτ. 1,4           μετὰ τὸ πατάξαι Σηὼν βασιλέα Ἀμοῤῥαίων τὸν κατοικήσαντα ἐν Ἐσεβὼν καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασὰν τὸν κατοικήσαντα ἐν Ἀσταρὼθ καὶ ἐν Ἐδραΐν,

Δευτ. 1,4                   Τα είπεν αυτά ο Μωϋσής μετά την νίκην των Ισραηλιτών εναντίον του Σηών του βασιλέως των Αμορραίων, ο οποίος κατοικούσε εις Εσεβών, και μετά την υποταγήν του Ωγ, βασιλέως της χώρας Βασάν, ο οποίος κατοικούσε εις την πόλιν Ασταρώθ και την πόλιν Εδραΐν.

Δευτ. 1,5           ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν γῇ Μωάβ, ἤρξατο Μωυσῆς διασαφῆσαι τὸν νόμον τοῦτον λέγων·

Δευτ. 1,5                    Εις αυτήν την πέραν του Ιορδάνου περιοχήν, και ακριβέστερον, εις την χώραν Μωάβ, ήρχισεν ο Μωϋσής να εξαγγέλλη και αποσαφηνίζη τον Νομον τούτον, λέγων·

Δευτ. 1,6           Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν Χωρὴβ λέγων· ἱκανούσθω ὑμῖν κατοικεῖν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ·

Δευτ. 1,6                   “Κυριος, ο Θεός ημών, ελάλησε προς ημάς στο όρος Χωρήβ και είπε· Αρκετόν πλέον χρόνον παροικήσατε στο όρος τούτο.

Δευτ. 1,7           ἐπιστράφητε καὶ ἀπάρατε ὑμεῖς καὶ εἰσπορεύεσθε εἰς ὄρος Ἀμοῤῥαίων καὶ πρὸς πάντας τοὺς περιοίκους Ἄραβα, εἰς ὄρος καὶ πεδίον καὶ πρὸς λίβα καὶ παραλίαν γῆν Χαναναίων καὶ Ἀντιλίβανον ἕως τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου Εὐφράτου.

Δευτ. 1,7                    Στραφήτε τώρα και ξεκινήσατε, δια να εισέλθετε εις την ορεινήν περιοχήν των Αμορραίων, εις την χώραν των κατοίκων Αραβα, εις την ορεινήν και πεδινήν περιοχήν της Χαναάν, στο νότιον μέρος αυτής, στο δυτικόν προς την παραλίαν μέρος, προς δε βορράν από το όρος Αντιλίβανον μέχρι του Ευφράτου, του μεγάλου ποταμού.

Δευτ. 1,8           ἴδετε, παραδέδωκεν ἐνώπιον ὑμῶν τῆν γῆν· εἰσπορευθέντες κληρονομήσατε τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν ὑμῶν, τῷ Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ δοῦναι αὐτοῖς καὶ τῷ σπέρματι αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς.

Δευτ. 1,8                   Ιδέτε· έχω παραδώσει εις τα χέρια σας την χώραν αυτήν. Εισέλθετε και κληρονομήσατε την γην, την οποίαν ωρκίσθην να δώσω στους πατέρας σας, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και στους απογόνους των έπειτα από αυτούς.

Δευτ. 1,9           καὶ εἶπα πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων· οὐ δυνήσομαι μόνος φέρειν ὑμᾶς·

Δευτ. 1,9                   Κατά τον καιρόν εκείνον, ότε ανεχωρήσαμεν από την Αίγυπτον, είπα προς σας, ότι δεν θα ημπορέσω μόνος μου να σας οδηγώ και σας κυβερνώ·

Δευτ. 1,10         Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐπλήθυνεν ὑμᾶς, καὶ ἰδού ἐστε σήμερον ὡσεὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει·

Δευτ. 1,10                  διότι Κυριος ο Θεός σας σας επλήθυνε και ιδού ότι σήμερον είσθε πλήθος πολύ, ωσάν τα άστρα του ουρανού.

Δευτ. 1,11         Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν προσθείη ὑμῖν ὡς ἐστὲ χιλιοπλασίως καὶ εὐλογήσαι ὑμᾶς, καθότι ἐλάλησεν ὑμῖν.

Δευτ. 1,11                  Είθε ο Κυριος και Θεός των πατέρων σας, να σας ευλογήση και να σας πληθύνη χίλιες φορές περισσότερον από ο,τι είσθε σήμερα, όπως άλλωστε και έχει υποσχεθή προς σας.

Δευτ. 1,12         πῶς δυνήσομαι μόνος φέρειν τὸν κόπον ὑμῶν καὶ τὴν ὑπόστασιν ὑμῶν καὶ τὰς ἀντιλογίας ὑμῶν;

Δευτ. 1,12                  Πως θα ημπορέσω εγώ μόνος μου να βαστάσω όλον το βάρος σας, την ύπαρξιν και την διαβίωσίν σας και τας αντιδικίας, που παρουσιάζετε μεταξύ σας;

Δευτ. 1,13         δότε ἑαυτοῖς ἄνδρας σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονας καὶ συνετοὺς εἰς τὰς φυλὰς ὑμῶν, καὶ καταστήσω ἐφ᾿ ὑμῶν ἡγουμένους ὑμῶν.

Δευτ. 1,13                  Δια τούτο και σας είπα τότε· εκλέξατε δια την εξυπηρέτησίν σας άνδρας σοφούς, επιστήμονας και συνετούς από τας φυλάς σας, και εγώ θα καταστήσω αυτούς αρχηγούς σας.

Δευτ. 1,14         καὶ ἀπεκρίθητέ μοι καὶ εἴπατε· καλὸν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησας ποιῆσαι.

Δευτ. 1,14                  Τοτε αποκριθήκατε εις εμέ και είπατε· καλόν είναι αυτό το έργον, που μας είπες να κάμωμεν.

Δευτ. 1,15         καὶ ἔλαβον ἐξ ὑμῶν ἄνδρας σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονας καὶ συνετοὺς καὶ κατέστησα αὐτοὺς ἡγεῖσθαι ἐφ᾿ ὑμῶν χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους καὶ πεντηκοντάρχους καὶ δεκάρχους καὶ γραμματοεισαγωγεῖς τοῖς κριταῖς ὑμῶν.

Δευτ. 1,15                  Επήρα τότε από σας άνδρας σοφούς και επιστήμονας και συνετούς και ανέθεσα εις αυτούς να σας διοικούν, κατέστησα από αυτούς μεταξύ σας χιλιάρχους, εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και αρχηγούς δέκα ανδρών, διδασκάλους και δικαστάς μεταξύ σας.

Δευτ. 1,16         καὶ ἐνετειλάμην τοῖς κριταῖς ὑμῶν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων· διακούετε ἀνὰ μέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν καὶ κρίνατε δικαίως ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ ἀνὰ μέσον ἀδελφοῦ καὶ ἀνὰ μέσον προσηλύτου αὐτοῦ.

Δευτ. 1,16                  Εδωσα εντολήν στους δυκαστάς σας κατά τον καιρόν εκείνον, λέγων· Να ακούετε με προσοχήν τας μεταξύ των αδελφών σας παρουσιαζομένας διαφοράς, να κρίνετε δικαίως τας διαφοράς μεταξύ των Ισραηλιτών, όπως επίσης και τας μεταξύ αυτών και ξένου τινός.

Δευτ. 1,17         οὐκ ἐπιγνώσῃ πρόσωπον ἐν κρίσει, κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγαν κρινεῖς, οὐ μὴ ὑποστείλῃ πρόσωπον ἀνθρώπου, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ τὸ ῥῆμα, ὃ ἐὰν σκληρὸν ᾖ ἀφ᾿ ὑμῶν, ἀνοίσετε αὐτὸ ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ ἀκούσομαι αὐτό.

Δευτ. 1,17                  Κατά την δίκην δεν θα λαμβάνης υπ' όψει σου πρόσωπον. Οπως θα κρίνης τον ταπεινόν και άσημον, έτσι θα κρίνης τον αξιωματούχον και επίσημον. Δεν θα συστέλλεσαι και δεν θα δυστάζης ενώπιον ουδενός από τους διαδίκους, διότι η απονομή δικαιοσύνης είναι έργον Θεού. Εάν δε και παρουσιασθή καμμιά δύσκολος υπόθεσις, θα αναφέρετε εις εμέ την υπόθεσιν αυτήν· εγώ θα την εξετάζω, θα την κρίνω και θα αποφασίζω.

Δευτ. 1,18         καὶ ἐνετειλάμην ὑμῖν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ πάντας τοὺς λόγους, οὓς ποιήσετε.

Δευτ. 1,18                  Κατά τον καιρόν εκείνον σας εδωσα εντολήν δι' όλα όσα πρέπει να κάμετε.

Δευτ. 1,19         καὶ ἀπάραντες ἐκ Χωρὴβ ἐπορεύθημεν πᾶσαν τὴν ἔρημον τὴν μεγάλην καὶ τὴν φοβερὰν ἐκείνην, ἣν εἴδετε, ὁδὸν ὄρους τοῦ Ἀμοῤῥαίου, καθότι ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἡμῖν, καὶ ἤλθομεν ἕως Κάδης Βαρνή.

Δευτ. 1,19                  Εξεκινήσαμεν από το όρος Χωρήβ, εβαδίσαμεν όλην την μεγάλην και φοβεράν εκείνην έρημον, την οποίαν είδατε, επορεύθημεν προς την κατεύθυνσιν του όρους των Αμορραίων, όπως μας διέταξεν ο Κυριος και Θεός μας, και ήλθομεν έως την πόλιν Καδης Βαρνή.

Δευτ. 1,20         καὶ εἶπα πρὸς ὑμᾶς· ἤλθατε ἕως τοῦ ὄρους τοῦ Ἀμοῤῥαίου, ὃ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν.

Δευτ. 1,20                 Και είπα προς σας· εφθάσατε έως το όρος των Αμορραίων, σύνορον της Χαναάν, την οποίαν ο Κυριος παραδίδει τώρα εις σας.

Δευτ. 1,21         ἴδετε, παραδέδωκεν ἡμῖν Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν πρὸ προσώπου ὑμῶν τὴν γῆν· ἀναβάντες κληρονομήσατε, ὃν τρόπον εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν ὑμῖν· μὴ φοβεῖσθε μηδὲ δειλιάσητε.

Δευτ. 1,21                  Ιδέτε ! Ο Κυριος και Θεός σας έχει πλέον παραδώσει εις τα χέρια σας την χώραν αυτήν. Εισέλθετε εις αυτήν, κυριεύσατέ την ως κληρονομίαν σας, όπως είπεν εις σας ο Θεός των προγόνων σας. Μη φοβηθήτε κανένα και μη δειλιάσετε.

Δευτ. 1,22         καὶ προσήλθατέ μοι πάντες καὶ εἴπατε· ἀποστείλωμεν ἄνδρας προτέρους ἡμῶν, καὶ ἐφοδευσάτωσαν ἡμῖν τὴν γῆν καὶ ἀναγγειλάτωσαν ἡμῖν ἀπόκρισιν τὴν ὁδόν, δι᾿ ἧς ἀναβησόμεθα ἐν αὐτῇ, καὶ τὰς πόλεις εἰς ἃς εἰσπορευσόμεθα εἰς αὐτάς.

Δευτ. 1,22                 Ηλθατε τότε προς εμέ όλοι και μου είπατε· Πριν ημείς εισέλθωμεν, ας αποστείλωμεν άνδρας κατασκόπους να επιθεωρήσουν και ερευνήσουν την χώραν και να μας δώσουν πληροφορίαν δια την οδόν, από την οποίαν θα διαβώμεν προς αυτήν και δια τας πόλεις, εις τας οποίας θα εισέλθωμεν.

Δευτ. 1,23         καὶ ἤρεσεν ἐναντίον μου τὸ ῥῆμα, καὶ ἔλαβον ἐξ ὑμῶν δώδεκα ἄνδρας, ἄνδρα ἕνα κατὰ φυλήν.

Δευτ. 1,23                 Μου ήρεσεν αυτή η πρότασίς σας και εξέλεξα από σας δώδεκα άνδρας, ένα από κάθε φυλήν.

Δευτ. 1,24         καὶ ἐπιστραφέντες ἀνέβησαν εἰς τὸ ὄρος καὶ ἤλθοσαν ἕως Φάραγγος βότρυος καὶ κατεσκόπευσαν αὐτήν.

Δευτ. 1,24                 Αυτοί δε ετράπησαν προς την Χαναάν, ανέβησαν προς την ορεινήν χώραν της Παλαιστίνης, έφθασαν μέχρι της κοιλάδας, που ονομάζεται “Φαραγξ Βοτρυος”, και κατεσκόπευσαν την χώραν.

Δευτ. 1,25         καὶ ἐλάβοσαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ καρποῦ τῆς γῆς καὶ κατήνεγκαν πρὸς ὑμᾶς καὶ ἔλεγον· ἀγαθὴ ἡ γῆ, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ἡμῖν.

Δευτ. 1,25                 Επήραν εις τα χέρια των από τον καρπόν της γης αυτής, έφεραν αυτόν ως δείγμα προς ημάς και έλεγαν· Εύφορος και πλουσία είναι η χώρα αυτή, την οποίαν μας δίδει ο Κυριος.

Δευτ. 1,26         καὶ οὐκ ἠθελήσατε ἀναβῆναι, ἀλλ᾿ ἠπειθήσατε τῷ ῥήματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν

Δευτ. 1,26                 Αλλά σεις δεν ηθελήσατε να εισέλθετε εις αυτήν· δεν υπηκούσατε εις την εντολήν Κυρίου του Θεού ημών·

Δευτ. 1,27         καὶ διεγογγύζετε ἐν ταῖς σκηναῖς ὑμῶν καὶ εἴπατε· διὰ τὸ μισεῖν Κύριον ἡμᾶς, ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς χεῖρας Ἀμοῤῥαίων, ἐξολοθρεῦσαι ἡμᾶς.

Δευτ. 1,27                 μάλιστα δε και εγογγύζατε εις τας σκηνάς σας, πικρώς παραπονούμενοι κατά του Θεού και λέγοντες· Μας έβγαλεν ο Κυριος από την χώραν της Αιγύπτου, επειδή μας μισεί, δια να μας παραδώση εις τα χέρια των Αμορραίων και να μας εξολοθρεύση !

Δευτ. 1,28         ποῦ ἡμεῖς ἀναβαίνομεν; οἱ δὲ ἀδελφοὶ ὑμῶν ἀπέστησαν τὴν καρδίαν ὑμῶν λέγοντες· ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ δυνατώτερον ἡμῶν καὶ πόλεις μεγάλαι καὶ τετειχισμέναι ἕως τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ καὶ υἱοὺς γιγάντων ἑωράκαμεν ἐκεῖ.

Δευτ. 1,28                 Που λοιπόν ημείς τώρα θα πορευθώμεν; Οι αδελφοί μας οι κατάσκοποι κατεπτόησαν και κατέθλιψαν τας καρδίας μας, λέγοντες· Οι άνδρες της Παλαιστίνης είναι μεγαλόσωμοι και πολύ δυνατώτεροι από ημάς, αι πόλεις των μεγάλαι και οχυραί με τείχη, που φθάνουν έως στον ουρανόν. Εκτός δε τούτου είδομεν εκεί και απογόνους των ονομαστών εκείνων γιγάντων !

Δευτ. 1,29         καὶ εἶπα πρὸς ὑμᾶς· μὴ πτήξετε, μηδὲ φοβηθῆτε ἀπ᾿ αὐτῶν·

Δευτ. 1,29                 Εγώ όμως είπα προς σας. Μη πτοηθήτε, μη φοβηθήτε από αυτούς.

Δευτ. 1,30         Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ προπορευόμενος πρὸ προσώπου ὑμῶν αὐτὸς συνεκπολεμήσει αὐτοὺς μεθ᾿ ὑμῶν κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὑμῖν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ

Δευτ. 1,30                 Κυριος ο Θεός σας, ο οποίος ως οδηγός και προστάτης προπορεύεται έμπροσθέν σας, αυτός θα πολεμήση μαζή σας και θα κατανικήση αυτούς, θα κάμη και εις την περίστασιν αυτήν, όσα έκαμε προς χάριν σας εις την χώραν της Αιγύπτου.

Δευτ. 1,31         καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ, ἣν εἴδετε, ὁδὸν ὄρους τοῦ Ἀμοῤῥαίου, ὡς ἐτροφοφόρησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου, ὡς εἴ τις τροφοφορήσαι ἄνθρωπος τὸν υἱὸν αὐτοῦ, κατὰ πᾶσαν τὴν ὁδὸν εἰς ἣν ἐπορεύθητε, ἕως ἤλθετε εἰς τὸν τόπον τοῦτον.

Δευτ. 1,31                  Είδατε και σεις οι ίδιοι, πως εις την φοβεράν εκείνην έρημον Φαράν, την οποία διηρχόμεθα κατευθυνόμενοι προς την Παλαιστίνην, πως Κυριος ο Θεός σας σας διέθρεψε με τόσην στοργήν, όπώς δ στοργικός πατέρας διατρέφει το παιδί του. Και αύτο εις όλην την διαδρομήν που εκάμετε, μέχρις που εφθάσετε στούτον τον τόπον.

Δευτ. 1,32         καὶ ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ οὐκ ἐνεπιστεύσατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν,

Δευτ. 1,32                 Παρ' όλα όμως τα θαυμαστά αυτά δείγματα της θείας δυνάμεως και προστασίας δεν επιστεύσατε εις Κυριον τον Θεόν μας,

Δευτ. 1,33         ὃς προπορεύεται πρότερος ὑμῶν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκλέγεσθαι ὑμῖν τόπον, ὁδηγῶν ὑμᾶς ἐν πυρὶ νυκτός, δεικνύων ὑμῖν τὴν ὁδὸν καθ᾿ ἣν πορεύεσθε ἐπ᾿ αὐτῆς, καὶ ἐν νεφέλῃ ἡμέρας.

Δευτ. 1,33                 ο οποίος προπορεύεται εμπρός μας στον δρόμον, να εκλέξη δια σας τόπον, οδηγών συνεχώς σας κατά μεν την νύκτα δια πυρός, κατά δε την ημέραν δια νεφέλης, δεικνύων προς σας τον δρόμον, τον οποίον πρέπει να ακολουθήσετε.

Δευτ. 1,34         καὶ ἤκουσε Κύριος τὴν φωνὴν τῶν λόγων ὑμῶν καὶ παροξυνθεὶς ὤμοσε λέγων·

Δευτ. 1,34                 Ο Θεός ήκουσε τα λόγια του γογγυσμού και της αχαριστίας σας, ωργίσθη και ωρκίσθη λέγων·

Δευτ. 1,35         εἰ ὄψεταί τις τῶν ἀνδρῶν τούτων τὴν γῆν ἀγαθὴν ταύτην, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν αὐτῶν,

Δευτ. 1,35                 Αν ποτέ κανείς ίδη από τους ανθρώπους αυτούς την έφορον και πλουσίαν χώραν, την οποίαν ωρκίσθην στους προπάτοράς σας !

Δευτ. 1,36         πλὴν Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννή, οὗτος ὄψεται αὐτήν, καὶ τούτῳ δώσω τὴν γῆν, ἐφ᾿ ἣν ἐπέβη, καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ διὰ τὸ προσκεῖσθαι αὐτὸν τὰ πρὸς Κύριον.

Δευτ. 1,36                 Πλην μόνον ο Χαλεβ, ο υιός του Ιεφοννή, αυτός θα ίδη την χώραν αυτήν και εις αυτόν θα δώσω την χώραν, την οποίαν επάτησε, δια να κατασκοπεύση, εις αυτόν και στους απογόνους του, διότι εστάθη με το μέρος του Κυρίου.

Δευτ. 1,37         καὶ ἐμοὶ ἐθυμώθη Κύριος δι᾿ ὑμᾶς λέγων· οὐδὲ σὺ οὐ μὴ εἰσέλθῃς ἐκεῖ·

Δευτ. 1,37                 Εξ αιτίας σας ωργίσθη και εναντίον μου ο Θεός και μου είπε· Ούτε συ θα εισέλθης εκεί.

Δευτ. 1,38         Ἰησοῦς υἱὸς Ναυὴ ὁ παρεστηκώς σοι, οὗτος εἰσελεύσεται ἐκεῖ· αὐτὸν κατίσχυσον, ὅτι αὐτὸς κατακληρονομήσει αὐτὴν τῷ Ἰσραήλ.

Δευτ. 1,38                 Αλλά ο Ιησούς, ο υιός του Ναυή, ο οποίος ευρίσκεται πάντοτε παρά το πλευρόν σου, αυτός θα εισέλθη εκεί. Αυτόν δε συ ενίσχυσέ τον και κατάρτισέ τον, διότι αυτός θα καταλάβη και δια κλήρου θα διαμοιράση την γην της Χαναάν ει τους Ισραηλίτας.

Δευτ. 1,39         καὶ πᾶν παιδίον νέον, ὅστις οὐκ οἶδε σήμερον ἀγαθὸν ἢ κακόν, οὗτοι εἰσελεύσονται ἐκεῖ, καὶ τούτοις δώσω αὐτήν, καὶ αὐτοὶ κληρονομήσουσιν αὐτήν.

Δευτ. 1,39                 Επίσης τα μικρά παιδιά, τα οποία σήμερον δεν ημπορούν να ξεχωρίσουν καλόν και κακόν, αυτοί θα εισέλθουν εκεί· εις αυτούς θα δώσω την χώραν· αυτοί θα την κληρονομήσουν.

Δευτ. 1,40         καὶ ὑμεῖς ἐπιστραφέντες ἐστρατοπεδεύσατε εἰς τὴν ἔρημον, ὁδὸν τὴν ἐπὶ τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης.

Δευτ. 1,40                 Σεις δε τότε εγυρίσατε και εστρατοπεδεύσατε εις την έρημον Σιν με κατεύθυνσιν προς την Ερυθράν Θαλασσαν.

Δευτ. 1,41         καὶ ἀπεκρίθητε καὶ εἴπατε· ἡμάρτομεν ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἡμεῖς ἀναβάντες πολεμήσομεν κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἡμῖν. καὶ ἀναλαβόντες ἕκαστος τὰ σκεύη τὰ πολεμικὰ αὐτοῦ καὶ συναθροισθέντες ἀνεβαίνετε εἰς τὸ ὄρος.

Δευτ. 1,41                  Αποκριθήκατε και είπατε· Ημαρτήσαμεν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας. Μετανοούμεν και αποφασίζομεν τώρα να εισέλθομεν εις την Χαναάν και να πολεμήσωμεν σύμφωνα με τας εντολάς, που έχει δώσει Κυριος ο Θεός μας. Ο κάθε Ισραηλίτης ανέλαβε τα πολεμικά αυτού όπλα και συγκεντρωθέντες εβαδίζατε όλοι προς το όρος (δια την Παλαιστίνην).

Δευτ. 1,42         καὶ εἶπε Κύριος πρός με· εἰπὸν αὐτοῖς· οὐκ ἀναβήσεσθε οὐδὲ μὴ πολεμήσετε, οὐ γάρ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν· καὶ οὐ μὴ συντριβῆτε ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν·

Δευτ. 1,42                 Ο Κυριος όμως είπε τότε προς εμέ· Ειπέ προς αυτούς· δεν θα ανεβήτε εις την Παλαιστίνην και δεν θα πολεμήσετε τους κατοίκους της, διότι εγώ δεν είμαι πλέον μαζή σας. Αποφύγετε τον μάταιον αυτόν πόλεμον, δια να μη συντριβήτε από τους εχθρούς σας.

Δευτ. 1,43         καὶ ἐλάλησα ὑμῖν, καὶ οὐκ εἰσηκούσατέ μου καὶ παρέβητε τὸ ῥῆμα Κυρίου καὶ παραβιασάμενοι ἀνέβητε εἰς τὸ ὄρος.

Δευτ. 1,43                 Αυτά εγώ σας τα είπα, αλλά σεις δεν με ακούσατε. Και έτσι καταπατήσατε την εντολήν του Κυρίου και παραβάται ενώπιον του Θεού επροχωρήσατε προς το όρος (δια την Παλαιστίνην).

Δευτ. 1,44         καὶ ἐξῆλθεν ὁ Ἀμοῤῥαῖος ὁ κατοικῶν ἐν τῷ ὄρει ἐκείνῳ εἰς συνάντησιν ὑμῖν καὶ κατεδίωξαν ὑμᾶς, ὡσεὶ ποιήσαισαν αἱ μέλισσαι, καὶ ἐτίτρωσκον ὑμᾶς ἀπὸ Σηεὶρ ἕως Ἑρμᾶ.

Δευτ. 1,44                 Οι Αμορραίοι όμως, οι οποίοι κατοικούσαν την ορεινήν εκείνην περιοχήν της νοτίου Παλαιστίνης, εξήλθον εις πόλεμον εναντίον σας. Σας ενίκησαν και σας κατεδίωξαν, ωσάν εξερεθισμέναι μέλισσαι, και σας ετραυμάτιζαν με τα βέλη και τας μαχαίρας των, από το όρος Σηείρ έως την πόλιν Ερμά.

Δευτ. 1,45         καὶ καθίσαντες ἐκλαίετε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ οὐκ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς ὑμῶν οὐδὲ προσέσχεν ὑμῖν.

Δευτ. 1,45                 Μετά το τραγικόν αυτό πάθημά σαςεκαθήσατε και εκλαίατε ενώπιον Κυρίου του Θεού μας, αλλά ο Κυριος δεν ήκουσε την φωνήν σας ούτε και σας επρόσεξε.

Δευτ. 1,46         καὶ ἐνεκάθησθε ἐν Κάδης ἡμέρας πολλάς, ὅσας ποτὲ ἡμέρας ἐνεκάθησθε.

Δευτ. 1,46                 Και εκαθήσατε τότε εις Καδης επί τόσον μακρόν χρόνον, όσον εμείνατε εκεί.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 2

 

Δευτ. 2,1           Καὶ ἐπιστραφέντες ἀπῄραμεν εἰς τὴν ἔρημον, ὁδὸν θάλασσαν ἐρυθράν, ὃν τρόπον ἐλάλησε Κύριος πρός με, καὶ ἐκυκλώσαμεν τὸ ὄρος τὸ Σηεὶρ ἡμέρας πολλάς.

Δευτ. 2,1                   Εστράφημεν τότε και εξεκινήσαμεν προς νότον εις την έρημον, πέραν από τον Ελανιτικόν κόλπον, όπως με διέταξεν ο Κυριος, εβαδίσαμεν ημέρας πολλάς και επορεύθημεν κύκλω από το όρος Σηείρ.

Δευτ. 2,2           καὶ εἶπε Κύριος πρός με·

Δευτ. 2,2                   Τοτε μου είπεν ο Κυριος·

Δευτ. 2,3           ἱκανούσθω ὑμῖν κυκλοῦν τὸ ὄρος τοῦτο, ἐπιστράφητε οὖν ἐπὶ βοῤῥᾶν·

Δευτ. 2,3                   Αρκετόν χρόνον εβαδίσατε κύκλω από το όρος τούτο· τώρα λοιπόν στραφήτε προς βορράν.

Δευτ. 2,4           καὶ τῷ λαῷ ἔντειλαι λέγων· ὑμεῖς παραπορεύεσθε διὰ τῶν ὁρίων τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν υἱῶν Ἡσαῦ, οἳ κατοικοῦσιν ἐν Σηείρ, καὶ φοβηθήσονται ὑμᾶς καὶ εὐλαβηθήσονται ὑμᾶς σφόδρα.

Δευτ. 2,4                   Δώσε εντολήν στον ισραηλιτικόν λαόν και ειπέ προς αυτούς· θα περάσετε πρώτα από τα σύνορα της χώρας των αδελφών σας, των Ιδουμαίων, των απογόνων του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν στο όρος Σηείρ. Αυτοί θα σας φοβηθούν και θα προσέξουν πολύ, ώστε να μη έλθουν εις σύγκρουσιν με σας.

Δευτ. 2,5           μὴ συνάψητε πρὸς αὐτοὺς πόλεμον· οὐ γὰρ δῶ ὑμῖν ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν οὐδὲ βῆμα ποδός, ὅτι ἐν κλήρῳ δέδωκα τοῖς υἱοῖς Ἡσαῦ τὸ ὄρος τὸ Σηείρ.

Δευτ. 2,5                   Αλλά και σεις να μου κάμετε προς αυτούς πόλεμον εναντίον των διότι εγώ δεν θα σας δώσω ούτε ένα βήμα ποδός από την χώραν των, επειδή το όρος Σηείρ και την περιοχήν του εκληροδότησα στους απογόνους του Ησαύ.

Δευτ. 2,6           ἀργυρίου βρώματα ἀγοράσατε παρ᾿ αὐτῶν καὶ φάγεσθε καὶ ὕδωρ μέτρῳ λήψεσθε παρ᾿ αὐτῶν ἀργυρίου καὶ πίεσθε·

Δευτ. 2,6                   Με χρήματα θα αγοράζετε από αυτούς τρόφιμα δια να τρώγετε, και εν μέτρω αντί χρημάτων θα παίρνετε από αυτούς νερό δια να πίνετε.

Δευτ. 2,7           ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εὐλόγησέ σε ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου· διάγνωθι πῶς διῆλθες τὴν ἔρημον τὴν μεγάλην καὶ τὴν φοβερὰν ἐκείνην· ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη Κύριος ὁ Θεός σου μετὰ σοῦ, οὐκ ἐπεδεήθης ῥήματος.

Δευτ. 2,7                   Να ενθυμήσθε δε ότι Κυριος ο Θεός σας σας ευλόγησεν εις κάθε έργον των χειρών σας. Μαθετε καλά και μη λησμονήτε, πως επεράσατε την μεγάλην εκείνην και φοβεράν έρημον Φαράν. Ιδού επί τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν έτη Κυριος ο Θεός είναι μαζή σας και δεν εστερηθήκατε από τίποτε.

Δευτ. 2,8           καὶ παρήλθομεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν υἱοὺς Ἡσαῦ, τοὺς κατοικοῦντας ἐν Σηεὶρ παρὰ τὴν ὁδὸν τὴν Ἄραβα ἀπὸ Αἰλὼν καὶ ἀπὸ Γεσιὼν Γάβερ καὶ ἐπιστρέψαντες παρήλθομεν ὁδὸν ἔρημον Μωάβ.

Δευτ. 2,8                   Υπακούσαντες κατά την περίστασιν αυτήν στον Θεόν παρεκάμψαμεν και δεν ενοχλήσαμεν τους αδελφούς μας, απογόνους του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν στο όρος Σηείρ. Εβαδίσαμεν την οδόν, η οποία διέρχεται την περιοχήν Αραβα, επεράσαμεν από τας πόλεις Αιλών και Γεσιών Γαβερ. Επειτα εστρέψαμεν και εκινήθημεν προς την έρημον της χώρας Μωάβ.

Δευτ. 2,9           καὶ εἶπε Κύριος πρός με· μὴ ἐχθραίνετε τοῖς Μωαβίταις καὶ μὴ συνάψητε πρὸς αὐτοὺς πόλεμον· οὐ γὰρ μὴ δῶ ὑμῖν ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν ἐν κλήρῳ, τοῖς γὰρ υἱοῖς Λὼτ δέδωκα τὴν Ἀροὴρ κληρονομεῖν.

Δευτ. 2,9                   Είπε δε προς εμέ ο Κυριος· Μη τρέφετε εχθρικάς διαθέσεις κατά των Μωαβιτών και μη αναλάβετε πόλεμον εναντίον των· διότι εγώ δεν θα σας δώσω κληρονομίαν από την χώραν αυτών, επειδή στους απογόνους του Λωτ έχω δώσει ως κληρονομίαν την Αροήρ, την Μωάβ.

Δευτ. 2,10         (οἱ Ὀμμὶν πρότεροι ἐνεκάθηντο ἐπ᾿ αὐτῆς ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ ἰσχύοντες, ὥσπερ οἱ Ἐνακίμ·

Δευτ. 2,10                 (Προ αυτών είχαν εγκατασταθή εις την χώραν Μωάβ, οι Ομμίν, άνδρες μεγάλου αναστήματος, πολυάριθμοι και ισχυροί όπως οι Ενακίμ.

Δευτ. 2,11         Ῥαφαΐν λογισθήσονται καὶ οὗτοι ὥσπερ καὶ οἱ Ἐνακίμ, καὶ οἱ Μωαβῖται ἐπονομάζουσιν αὐτοὺς Ὀμμίν.

Δευτ. 2,11                  Εθεωρούντο Ραφαΐν, δηλαδή γίγαντες και αυτοί, όπως και οι Ενακίμ. Οι Μωαβίται ονομάζουν αυτούς Ομμίν.

Δευτ. 2,12         καὶ ἐν Σηεὶρ ἐνεκάθητο ὁ Χοῤῥαῖος τὸ πρότερον, καὶ υἱοὶ Ἡσαῦ ἀπώλεσαν αὐτοὺς καὶ ἐξέτριψαν αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν, ὃν τρόπον ἐποίησεν Ἰσραὴλ τὴν γῆν τῆς κληρονομίας αὐτοῦ, ἣν δέδωκε Κύριος αὐτοῖς).

Δευτ. 2,12                 Αλλά και εις την χώραν Σηείρ κάτοικοι προηγουμένως ήσαν οι Χορραίοι, τους οποίους οι απόγονοι του Ησαύ, οι Ιδουμαίοι, τους κατέστρεψαν και τους εξολόθρευσαν από εμπρός των και εγκατεστάθησαν αυτοί εις την χώραν αντί εκείνων. Εκαμαν οι Ιδουμαίοι στους παλαιούς κατοίκους της χώρας, ο,τι οι Ισραηλίται θα κάμουν εις την χώραν, την οποίαν ως κληρονομίαν των θα τους δώση ο Κυριος).

Δευτ. 2,13         νῦν οὖν ἀνάστητε καὶ ἀπάρατε ὑμεῖς καὶ παραπορεύεσθε τὴν φάραγγα Ζαρέτ.

Δευτ. 2,13                 Τωρα λοιπόν εγερθήτε, ξεκινήσατε και βαδίσατε παρά την φάραγγα Ζαρέτ.

Δευτ. 2,14         καὶ αἱ ἡμέραι, ἃς παρεπορεύθημεν ἀπὸ Κάδης Βαρνὴ ἕως οὗ παρήλθομεν τὴν φάραγγα Ζαρέτ, τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη, ἕως οὗ διέπεσε πᾶσα γενεὰ ἀνδρῶν πολεμιστῶν ἀποθνήσκοντες ἐκ τῆς παρεμβολῆς, καθότι ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῖς·

Δευτ. 2,14                 Το χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον επορεύθημεν από Καδης Βαρνή, μέχρις ότου διήλθαμεν την φάραγγα Ζαρέτ, ήτο τριάκοντα και οκτώ έτη, έως ότου όλη η γενεά εκείνη των ανδρών των δυναμένων να φέρουν όπλα απέθανον και εξέλιπον από το στρατόπεδον, όπως Κυριος ο Θεός είχεν ορκισθή δι' αυτούς.

Δευτ. 2,15         καὶ ἡ χεὶρ τοῦ Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐξαναλῶσαι αὐτοὺς ἐκ μέσου τῆς παρεμβολῆς, ἕως οὗ διέπεσαν.

Δευτ. 2,15                 Η παντοδύναμος και τιμωρός χειρ του Θεού επέπεσεν εναντίον των, δια να τους εξοντώση εκ μέσου του στρατοπέδου, μέχρις ότου όλοι πράγματι εχάθησαν.

Δευτ. 2,16         καὶ ἐγενήθη ἐπειδὴ ἔπεσαν πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ ἀποθνήσκοντες ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ,

Δευτ. 2,16                 Οτε απέθαναν και έλειψαν εκ μέσου του λαού όλοι οι άνδρες οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα,

Δευτ. 2,17         καὶ ἐλάλησε Κύριος πρός με λέγων·

Δευτ. 2,17                 ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·

Δευτ. 2,18         σὺ παραπορεύσῃ σήμερον τὰ ὅρια Μωὰβ τὴν Σηεὶρ

Δευτ. 2,18                 Συ θα διαβής σήμερον τα σύνορα της Μωάβ και Σηείρ το όρος αυτής.

Δευτ. 2,19         καὶ προσάξετε ἐγγὺς υἱῶν Ἀμμάν· μὴ ἐχθραίνετε αὐτοῖς μηδὲ συνάψητε αὐτοῖς εἰς πόλεμον· οὐ γὰρ μὴ δῶ ἀπὸ τῆς γῆς υἱῶν Ἀμμάν σοι ἐν κλήρῳ, ὅτι τοῖς υἱοῖς Λὼτ δέδωκα αὐτὴν ἐν κλήρῳ.

Δευτ. 2,19                 Θα φθάσετε πλησίον των Αμμανιτών. Μη δείξετε εχθρικάς διαθέσεις εναντίον των και ούτε να αναλάβετε πόλεμον κατ' αυτών, διότι από την χώραν των υιών Αμμάν δεν θα σας δώσω κανένα μέρος προς κληρονομίαν σας, διότι έχω δώσει αυτήν την χώραν ως κληρονομίαν στους απογόνους του Λωτ.

Δευτ. 2,20         (γῆ Ῥαφαΐν λογισθήσεται· καὶ γὰρ ἐπ᾿ αὐτῆς κατῴκουν οἱ Ῥαφαΐν τὸ πρότερον, καὶ οἱ Ἀμμανῖται ἐπονομάζουσιν αὐτοὺς Ζομζομμίν,

Δευτ. 2,20                (Και η χώρα αυτή θα θεωρηθή ως γη Ραφαΐν, δηλαδή χώρα γιγάντων, διότι προηγουμένως κατοικούσαν εις αυτήν οι γίγαντες, τους οποίους οι Αμμανίται, επωνόμασαν Ζομζομμίν.

Δευτ. 2,21         ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ δυνατώτερον ὑμῶν, ὥσπερ καὶ οἱ Ἐνακίμ, καὶ ἀπώλεσεν αὐτοὺς Κύριος πρὸ προσώπου αὐτῶν, καὶ κατεκληρονόμησαν καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης·

Δευτ. 2,21                 Αυτοί ήσαν ένα πολυάριθμον έθνος, του οποίου οι άνδρες ήσαν μεγαλόσωμοι και πολύ ισχυρότεροι από σας όπως και οι Ενακίμ. Αυτούς κατέστρεψεν ο Κυριος από το πρόσωπον των Αμμανιτών και έτσι οι Αμμανίται κατέλαβον αντ' αυτών την χώραν και εγκατεστάθησαν εις αυτήν, μέχρι σήμερον·

Δευτ. 2,22         ὥσπερ ἐποίησαν τοῖς υἱοῖς Ἡσαῦ κατοικοῦσιν ἐν Σηείρ, ὃν τρόπον ἐξέτριψαν τὸν Χοῤῥαῖον ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ κατεκληρονόμησαν αὐτοὺς καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης·

Δευτ. 2,22                όπως ακριβώς έκαμεν ο Κυριος και με τους απογόνους Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν τώρα το όρος Σηείρ, συνέτριψε δηλαδή από έμπροσθεν τους τους Χορραίους και κατέλαβον αυτοί την χώραν των και εγκατεστάθησαν αντ' αυτών μέχρι σήμερον.

Δευτ. 2,23         καὶ οἱ Εὐαῖοι οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀσηδὼθ ἕως Γάζης, καὶ οἱ Καππάδοκες οἱ ἐξελθόντες ἐκ Καππαδοκίας ἐξέτριψαν αὐτοὺς καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν).

Δευτ. 2,23                Το αυτό έγινε και με τους Ευαίους, οι οποίοι κατουκούσαν από Ασηδώθ έως Γαζαν. Ηλθον εναντίον των οι Καππαδόκες, ξεκινήσαντες από την Καππαδοκίαν, συνέτριψαν αυτούς και εγκατεστάθησαν αντ' αυτών εις την χώραν των).

Δευτ. 2,24         νῦν οὖν ἀνάστητε καὶ ἀπάρατε καὶ παρέλθατε ὑμεῖς τὴν φάραγγα Ἀρνῶν· ἰδοὺ παραδέδωκα εἰς τὰς χεῖράς σου τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐνάρχου κληρονομεῖν, σύναπτε πρὸς αὐτὸν πόλεμον.

Δευτ. 2,24                Τωρα λοιπόν σηκωθήτε, ξεκινήσατε από εδώ και περάσατε την φάραγγα του ποταμού. Αρνών. Ιδού! Εχω παραδώσει εις τα χέρια σας τον Σηών, τον Αμορραίον, τον βασιλέα που μένει εις την πόλιν Εσεβών, και την χώραν αυτού. Αρχισε λοιπόν Ισραήλ, να κατακτάς την χώραν, κάμνε εναντίον αυτού πόλεμον.

Δευτ. 2,25         ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐνάρχου δοῦναι τὸν τρόμον σου καὶ τὸν φόβον σου ἐπὶ προσώπου πάντων τῶν ἐθνῶν τῶν ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ, οἵτινες ἀκούσαντες τὸ ὄνομά σου ταραχθήσονται καὶ ὠδῖνας ἕξουσιν ἀπὸ προσώπου σου.

Δευτ. 2,25                Από την ημέραν αυτήν, κάμε αρχήν να εμπνέης τον τρόμον και τον φόβον σου, ενώπιον όλων των εθνών, που κατοικούν κάτω από τον ουρανόν, και τα οποία, όταν ακούουν το όνομά σου, θα καταλαμβάνωνται από ταραχήν, και θα κυριεύονται από ωδίνας, όταν σε αντικρύζουν.

Δευτ. 2,26         Καὶ ἀπέστειλα πρέσβεις ἐκ τῆς ἐρήμου Κεδαμὼθ πρὸς Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν λόγοις εἰρηνικοῖς λέγων·

Δευτ. 2,26                Εστειλα κατόπιν από την έρημον Κεδαμώθ πρέσβεις προς τον Σηών, βασιλέα της Εσεβών, και ειρηνικώς είπα προς αυτόν·

Δευτ. 2,27         παρελεύσομαι διὰ τῆς γῆς σου, ἐν τῇ ὁδῷ πορεύσομαι, οὐκ ἐκκλινῶ δεξιὰ οὐδ᾿ ἀριστερά·

Δευτ. 2,27                θα περάσω δια μέσου της χώρας σου, θα βαδίσω στον δρόμον, δεν θα παρεκκλίνω δεξιά η αριστερά από τον δρόμον.

Δευτ. 2,28         βρώματα ἀργυρίου ἀποδώσῃ μοι, καὶ φάγομαι, καὶ ὕδωρ ἀργυρίου ἀποδώσῃ μοι, καὶ πίομαι· πλὴν ὅτι παρελεύσομαι τοῖς ποσί,

Δευτ. 2,28                Τρόφιμα θα μου δώσης δια πληρωμής, δια να φάγω από αυτά. Νερό θα μου δώσης, αφού σου καταβάλω το ανάλογον αργύριον, και έτσι θα πίω. Το μόνον, που σου ζητώ, είναι να μου επιτραπή να διέλθω πεζοπορών την χώραν σου.

Δευτ. 2,29         καθὼς ἐποίησάν μοι οἱ υἱοὶ Ἡσαῦ οἱ κατοικοῦντες ἐν Σηεὶρ καὶ οἱ Μωαβῖται οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀροήρ, ἕως ἂν παρέλθω τὸν Ἰορδάνην εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ἡμῖν.

Δευτ. 2,29                Οπως έκαμαν προς εμέ οι απόγονοι του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν εις Σηείρ, και οι Μωαβίται οι οποίοι κατοικούν εις Αροήρ, έτσι θα κάμης και συ προς εμέ, έως ότου περάσω τον Ιορδάνην και εισέλθω εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός δίδει εις ημάς.

Δευτ. 2,30         καὶ οὐκ ἠθέλησε Σηὼν βασιλεὺς Ἐσεβὼν παρελθεῖν ἡμᾶς δι᾿ αὐτοῦ, ὅτι ἐσκλήρυνε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ κατίσχυσε τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖράς σου ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.

Δευτ. 2,30                Αλλα ο Σηών, ο βασιλεύς της Εσεβών, δεν ηθέλησε να περάσωμεν δια της χώρας του, διότι Κυριος ο Θεός ημών επέτρεψε να σκληρυνθή το πνεύμα του και έκαμε ανάλγητον την καρδίαν του, δια να παραδοθή, εξ αιτίας των αμαρτιών του, εις τα χέρια μας μέχρι σήμερον.

Δευτ. 2,31         καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἰδοὺ ἦργμαι παραδοῦναι πρὸ προσώπου σου τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ· ἔναρξαι κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτοῦ.

Δευτ. 2,31                 Είπε δε τότε ο Κυριος προς εμέ· Ιδού ! Εχω αρχίσει να παραδίδω εις την εξουσίαν σου τον Σηών τον Αμορραίον, βασιλέα της Εσεβών, και την χώραν του. Καμε αρχήν να κατακτάς την χώραν του.

Δευτ. 2,32         καὶ ἐξῆλθε Σηὼν βασιλεὺς Ἐσεβὼν εἰς συνάντησιν ἡμῖν, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ, εἰς πόλεμον εἰς Ἰασσά.

Δευτ. 2,32                Ο Σηών, ο βασιλεύς της Εσεβών, εξήλθε να πολεμήση εναντίον μας αυτός και ο λαός του, εις την πόλιν Ιασσά.

Δευτ. 2,33         καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πρὸ προσώπου ἡμῶν, καὶ ἐπατάξαμεν αὐτὸν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ·

Δευτ. 2,33                 Ομως Κυριος ο Θεός ημών παρέδωκεν αυτόν εις τα χέρια μας, και ημείς εκτυπήσαμεν μέχρις αφανισμού αυτόν και τους υιούς του και όλον τον λαόν του.

Δευτ. 2,34         καὶ ἐκρατήσαμεν πασῶν τῶν πόλεων αὐτοῦ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ ἐξωλοθρεύσαμεν πᾶσαν πόλιν ἑξῆς, καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, οὐ κατελίπομεν ζωγρείαν·

Δευτ. 2,34                Κατελάβομεν και εκρατήσαμεν υπό την εξουσίαν μας όλας τας πόλεις αυτού, κατεστρέψαμεν κάθε πόλιν την μίαν μετά την άλλην, εθανατώσαμεν τας γυναίκας και τα τέκνα αυτών, δεν αφήσαμεν αιχμαλώτους ζωντανούς.

Δευτ. 2,35         πλὴν τὰ κτήνη ἐπρονομεύσαμεν καὶ τὰ σκῦλα τῶν πόλεων ἐλάβομεν.

Δευτ. 2,35                 Μονον τα ζώα των κρατήσαμεν δια τον εαυτόν μας και τα λάφυρα των πόλεων επήραμεν.

Δευτ. 2,36         ἐξ Ἀροήρ, ἥ ἐστι παρὰ τὸ χεῖλος χειμάῤῥου Ἀρνῶν, καὶ τὴν πόλιν τὴν οὖσαν ἐν τῇ φάραγγι καὶ ἕως ὄρους τοῦ Γαλαὰδ οὐκ ἐγενήθη πόλις, ἥτις διέφυγεν ἡμᾶς, τὰς πάσας παρέδωκε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν·

Δευτ. 2,36                Από την πόλιν Αροήρ, η οποία ευρίσκεται παρά την όχθην του χειμάρρου Αρνών, και την πόλιν, η οποία ευρίσκεται εις την κοιλάδα του ποταμού τούτου, μέχρι του όρους Γαλαάδ, δεν υπήρξε πόλις και περιοχή, που διέφυγε την κατάκτησίν μας. Ολας τας πόλεις των Αμορραίων τας παρέδωκεν εις τα χέρια μας Κυριος ο Θεός ημών.

Δευτ. 2,37         πλὴν ἐγγὺς υἱῶν Ἀμμὰν οὐ προσήλθομεν, πάντα τὰ συγκυροῦντα χειμάῤῥου Ἰαβὸκ καὶ τάς πόλεις τὰς ἐν τῇ ὀρεινῇ, καθότι ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἡμῖν.

Δευτ. 2,37                 Δεν επλησιάσαμεν όμως στους Αμμανίτας, εις όλα τα γειτονικά μέρη προς τον χείμαρρον Ιαβόκ και εις τας ορεινάς πόλεις των, διότι έτσι μας διέταξε Κυριος ο Θεός ημών.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 3

 

Δευτ. 3,1           Καὶ ἐπιστραφέντες ἀνέβημεν ὁδὸν τὴν εἰς Βασάν, καὶ ἐξῆλθεν Ὢγ βασιλεὺς τῆς Βασὰν εἰς συνάντησιν ἡμῖν, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ, εἰς πόλεμον εἰς Ἑδραΐμ.

Δευτ. 3,1                    Κατόπιν εστράφημεν προς τα βόρεια μέρη και ανέβημεν την οδόν προς την Βασάν. Εκεί ο Ωγ, ο βασιλεύς της Βασάν, εξήλθε να πολεμήση εναντίον μας, αυτός και όλος ο λαός του, εις την πόλιν Εδραΐμ.

Δευτ. 3,2           καὶ εἶπε Κύριος πρός με· μὴ φοβηθῇς αὐτόν, ὅτι εἰς τὰς χεῖράς σου παραδέδωκα αὐτὸν καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν αὐτοῦ. καὶ ποιήσεις αὐτῷ ὥσπερ ἐποίησας Σηὼν βασιλεῖ τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὃς κατῴκει ἐν Ἐσεβών.

Δευτ. 3,2                   Είπε τότε ο Κυριος προς εμέ· Μη φοβηθής αυτόν, διότι έχω ήδη παραδώσει εις τα χέρια σου αυτόν, όλον τον λαόν του και όλην την χώραν του. Θα κάμης δε εις αυτόν ο,τι ακριβώς έκαμες στον βασιλέα των Αμορραίων Σηών, που κατοικούσε εις την πόλιν Εσεβών.

Δευτ. 3,3           καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασὰν καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπατάξαμεν αὐτὸν ἕως τοῦ μὴ καταλιπεῖν αὐτοῦ σπέρμα.

Δευτ. 3,3                   Πράγματι Κυριος ο Θεός ημών παρέδωκεν εις τα χέρια μας και αυτόν τον ίδιον τον Ωγ, βασιλέα της Βασάν, και όλον τον λαόν του και εξωντώσαμεν αυτόν και όλους, ώστε να μη μείνη πλέον απόγονος από αυτούς.

Δευτ. 3,4           καὶ ἐκρατήσαμεν πασῶν τῶν πόλεων αὐτοῦ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ· οὐκ ἦν πόλις, ἣν οὐκ ἐλάβομεν παρ᾿ αὐτῶν, ἑξήκοντα πόλεις, πάντα τὰ περίχωρα Ἀργὸβ βασιλέως Ὢγ ἐν Βασάν,

Δευτ. 3,4                   Τοτε δε και κατελάβαμεν όλας τας πόλεις των και δεν υπήρξε πόλις, που να μη την έχωμεν κυριεύσει· εξήντα πόλεις, μαζή με όλην την περιοχήν Αργόβ εις Βασάν, όπου βασιλεύς ήτο ο Ωγ.

Δευτ. 3,5           πᾶσαι πόλεις ὀχυραί, τείχη ὑψηλά, πύλαι καὶ μοχλοί, πλὴν τῶν πόλεων τῶν Φερεζαίων τῶν πολλῶν σφόδρα.

Δευτ. 3,5                   Ολαι αυταί αι πόλεις ήσαν οχυραί, περιεβάλλοντο από τείχη υψηλά, είχον στερεάς πύλας και μοχλούς πίσω από αυτάς. Και εν τούτοις κατελάβομεν όλας αυτάς, εκτός βέβαια από τας πολυαρίθμους πόλεις των Φερεζαίων.

Δευτ. 3,6           ἐξωλοθρεύσαμεν αὐτούς, ὥσπερ ἐποιήσαμεν τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβών, καὶ ἐξωλοθρεύσαμεν πᾶσαν πόλιν ἑξῆς καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία·

Δευτ. 3,6                   Εξωλοθρεύσαμεν αυτούς, όπως ακριβώς και τον Σηών, βασιλέα της Εσεβών, κατεστρέψαμεν κάθε πόλιν του Ωγ, την μίαν μετά την άλλην, και εξωντώσαμεν και αυτάς ακόμη τας γυναίκας και τα παιδιά.

Δευτ. 3,7           καὶ πάντα τὰ κτήνη, καὶ τὰ σκῦλα τῶν πόλεων ἐπρονομεύσαμεν ἑαυτοῖς.

Δευτ. 3,7                   Ολα δε τα ζώα και τα λάφυρα των πόλεων τα ελεηλατήσαμεν και τα επήραμεν δια τον εαυτόν μας.

Δευτ. 3,8           Καὶ ἐλάβομεν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ τὴν γῆν ἐκ χειρῶν δύο βασιλέων τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἳ ἦσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀπὸ τοῦ χειμάῤῥου Ἀρνῶν καὶ ἕως Ἀερμών

Δευτ. 3,8                   Ετσι τότε κατελάβομεν την χώραν των δύο Αμορραίων βασιλέων, του Σηών και του Ωγ, οι οποίοι ήσαν εις τα ανατολικά μέρη του Ιορδάνου, από τον χείμαρρον Αρνών έως το όρος Αερμών.

Δευτ. 3,9           (οἱ Φοίνικες ἐπονομάζουσι τὸ Ἀερμὼν Σανιώρ, καὶ ὁ Ἀμοῤῥαῖος ἐπωνόμασεν αὐτὸ Σανίρ),

Δευτ. 3,9                   (Οι Φοίνικες το όρος Αερμών έχουν επονομάσει Σανιώρ, οι δε Αμορραίοι το μετωνόμασαν Σανίρ).

Δευτ. 3,10         πᾶσαι πόλεις Μισὼρ καὶ πᾶσα Γαλαὰδ καὶ πᾶσα Βασὰν ἕως Ἑλχᾶ καὶ Ἑδραΐμ, πόλεις βασιλείας τοῦ Ὢγ ἐν τῇ Βασάν.

Δευτ. 3,10                 Κατελάβομεν όλας τας πόλεις Μισώρ, όλην την περιοχήν Γαλαάδ και την χώραν Βασάν, μέχρι της Ελχά και της Εδραΐμ, αι οποίαι είναι πόλστου βασιλείου του Ωγ εις την χώραν Βασάν.

Δευτ. 3,11         ὅτι πλὴν Ὢγ βασιλεὺς Βασὰν κατελείφθη ἀπὸ τῶν Ῥαφαΐν· ἰδοὺ ἡ κλίνη αὐτοῦ κλίνη σιδηρᾶ, ἰδοὺ αὕτη ἐν τῇ ἄκρᾳ τῶν υἱῶν Ἀμμάν, ἐννέα πήχεων τὸ μῆκος αὐτῆς καὶ τεσσάρων πήχεων τὸ εὖρος αὐτῆς ἐν πήχει ἀνδρός.

Δευτ. 3,11                  Ο Ωγ, ο βασιλεύς της Βασάν, ήτο ο μόνος που είχεν απομείνει από την γενεάν των γιγάντων. Η κλίνη του ήτο κλίνη σιδερένια. Ευρίσκεται δε αύτη σήμερον εις την ακρόπολιν των Αμμανιτών. Το μήκος της ήτο εννέα πήχεις, (υπέρ τα τέσσερα και ήμισυ μέτρα) το δε πλάτος της τέσσαρες πήχεις, σύμφωνα με το εν χρήσει μέτρον.

Δευτ. 3,12         καὶ τὴν γῆν ἐκείνην ἐκληρονομήσαμεν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπὸ Ἀροήρ, ἥ ἐστι παρὰ τὸ χεῖλος χειμάῤῥου Ἀρνῶν, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ὄρους Γαλαὰδ καὶ τὰς πόλεις αὐτοῦ ἔδωκα τῷ Ῥουβὴν καὶ τῷ Γάδ.

Δευτ. 3,12                 Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην εκυριεύσαμεν, ως ιδικά μας πλέον μέρη, την νότιον περιοχήν από την Αροήρ, η οποία ευρίσκεται πλησίον της όχθης του χειμάρρου Αρνών μέχρι και του ημίσεως του όρους Γαλαάδ, μετά των πόλεων. Ολα δε αυτά τα έδωκα εις την φυλήν Ρουβήν και εις την φυλήν Γαδ.

Δευτ. 3,13         καὶ τὸ κατάλοιπον τοῦ Γαλαὰδ καὶ πᾶσαν τὴν Βασὰν βασιλείαν Ὢγ ἔδωκα τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ καὶ πᾶσαν περίχωρον Ἀργόβ, πᾶσαν Βασὰν ἐκείνην· γῆ Ῥαφαΐν λογισθήσεται.

Δευτ. 3,13                 Το δε υπόλοιπον της χώρας Γαλαάδ και όλην την χώραν Βασάν, βασίλειον του Ωγ, έδωκα στο ήμισυ της φυλής του Μανασσή, όπως επίσης και όλην την περίχωρον Αργόβ και όλην την χώραν Βασάν. Η χώρα δε αυτή εθεωρείτο ως χώρα των γιγάντων.

Δευτ. 3,14         καὶ Ἰαΐρ υἱὸς Μανασσῆ ἔλαβε πᾶσαν τὴν περίχωρον Ἀργὸβ ἕως τῶν ὁρίων Γαργασὶ καὶ Μαχαθί· ἐπωνόμασεν αὐτὰς ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ τὴν Βασὰν Αὐὼθ Ἰαΐρ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Δευτ. 3,14                 Ο δε Ιαρ, υιός του Μανασσή, έλαβεν όλην την περιοχήν Αργόβ, έως εις τα όρια του Γαργασί και Μαχαθί. Επωνόμασε δε αυτάς με το όνομά του, δηλαδή Ιαΐρ την Βασάν Αυώθ μέχρι σήμερον.

Δευτ. 3,15         καὶ τῷ Μαχὶρ ἔδωκα τὴν Γαλαάδ.

Δευτ. 3,15                 Εις τον Μαχίρ έδωκα προς νότον την περιοχήν Γαλαάδ.

Δευτ. 3,16         καὶ τῷ Ῥουβὴν καὶ τῷ Γὰδ δέδωκα ἀπὸ τῆς Γαλαὰδ ἕως χειμάῤῥου Ἀρνῶν (μέσον τοῦ χειμάῤῥου ὅριον) καὶ ἕως τοῦ Ἰαβόκ· ὁ χειμάῤῥους ὅριον τοῖς υἱοῖς Ἀμμάν.

Δευτ. 3,16                 Εις τον Ρουβήν κααι τον Γαδ έδωκα, από την χώραν Γαλαάδ μέχρι του χειμάρρου Αρνών (ακριβέστερον, μέχρι του μέσου της κοίτης του χειμάρρου), προς βορράν δε μέχρι του χειμάρρου Ιαβόκ. Ο χείμαρρος αυτός Ιαβόκ είναι το σύνορον των Αμμανιτών.

Δευτ. 3,17         καὶ ἡ Ἄραβα καὶ ὁ Ἰορδάνης ὅριον Μαχαναρέθ, καὶ ἕως θαλάσσης Ἄραβα, θαλάσσης ἁλυκῆς ὑπὸ Ἀσηδὼθ τὴν Φασγὰ ἀνατολῶν

Δευτ. 3,17                 Εις τας δύο αυτάς φυλάς θα ανήκη επίσης και ο Ιορδάνης, η κοιλάς του Ιορδάνου, από την λίμνην Γεννησαρέτ μέχρι της κοιλάδος, που ευρίσκεται εις την Αλμυράν (Νεκράν) θάλασσαν. Η θάλασσα αυτή ευρίσκεται εις τας υπωρείας Ασηδώθ του όρους Φασγά προς ανατολάς.

Δευτ. 3,18         καὶ ἐνετειλάμην ὑμῖν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων· Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἔδωκεν ὑμῖν τὴν γῆν ταύτην ἐν κλήρῳ· ἐνοπλισάμενοι προπορεύεσθε πρὸ προσώπου τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πᾶς δυνατός·

Δευτ. 3,18                 Τοτε σας διέταξα, λέγων· Κυριος ο Θεός ημών έδωκεν εις κληρονομίαν σας, την γην αυτήν. Ολοι όσοι ημπορούν να φέρουν όπλα ας οπλισθούν και ας προπορεύωνται από τους άλλους πολεμιστάς αδελφούς σας Ισραηλίτας.

Δευτ. 3,19         πλὴν αἱ γυναῖκες ὑμῶν καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν καὶ τὰ κτήνη ὑμῶν, οἶδα ὅτι πολλὰ κτήνη ὑμῖν, κατοικείτωσαν ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, αἷς ἔδωκα ὑμῖν,

Δευτ. 3,19                 Αι γυναίκες όμως και τα τέκνα σας και τα ζώα σας, γνωρίζω ότι έχετε πολλά ζώα, ας μείνουν εις τας πόλεις, τας οποίας σας έδωκα,

Δευτ. 3,20         ἕως ἂν καταπαύσῃ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν, ὥσπερ καὶ ὑμᾶς, καὶ κατακληρονομήσωσι καὶ οὗτοι τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν αὐτοῖς ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἐπαναστραφήσεσθε ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, ἣν ἔδωκα ὑμῖν.

Δευτ. 3,20                μέχρις ότου Κυριος ο Θεός σας εγκαταστήση τους αδελφούς σας, όπως και σας, και κληρονομήσουν και αυτοί την προς δυσμάς του Ιορδάνου χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός ημών έχει δώσει εις αυτούς. Μετά δε την τακτοποίησιν αυτήν, θα επανέλθη ο καθένας από σας εις την κληρονομίαν του, την οποίαν σας έχω δώσει.

Δευτ. 3,21         Καὶ τῷ Ἰησοῖ ἐνετειλάμην ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων· οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν ἑωράκασι πάντα, ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοῖς δυσὶ βασιλεῦσι τούτοις· οὕτως ποιήσει Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πάσας τὰς βασιλείας, ἐφ᾿ ἃς σὺ διαβαίνεις ἐκεῖ·

Δευτ. 3,21                 Κατά τον καιρόν δε εκείνον έδωσα εντολήν στον Ιησούν του Ναυή, λέγων· Είδαν τα μάτια σας όλα όσα Κυριος ο Θεός ημών έκαμεν στους δύο αυτούς βασιλείς των Αμορραίων. Ετσι θα κάμη Κυριος ο Θεός σας και θα παραδώση εις τα χέρια σας όλας τας βασιλείας, που θα συναντήσετε, αφού διαβήτε τον Ιορδάνην.

Δευτ. 3,22         οὐ φοβηθήσεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν αὐτὸς πολεμήσει περὶ ὑμῶν.

Δευτ. 3,22                Μη φοβηθήτε τους ανθρώπους αυτών των εθνών, διότι Κυριος ο Θεός ημών θα πολεμήση δια σας και μαζή με σας.

Δευτ. 3,23         καὶ ἐδεήθην Κυρίου ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων·

Δευτ. 3,23                 Παρεκάλεσα δε τον Κυριον κατά τον καιρόν εκείνον λέγων·

Δευτ. 3,24         Κύριε Θεέ, σὺ ἤρξω δεῖξαι τῷ σῷ θεράποντι τὴν ἰσχύν σου καὶ τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν χεῖρα τὴν κραταιὰν καὶ τὸν βραχίονα τὸν ὑψηλόν· τίς γάρ ἐστι Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἢ ἐπὶ τῆς γῆς, ὅστις ποιήσει καθὰ ἐποίησας σὺ καὶ κατὰ τὴν ἰσχύν σου;

Δευτ. 3,24                Κυριε, Θεέ, Συ ήρχισες να φανερώνης εις εμέ τον δούλον σου την ισχύν και την δύναμίν σου, την παντοδύναμον δεξιάν σου και το απροσμέτρητον μεγαλείον σου· διότι ποίος άλλος Θεός υπάρχει στον ουρανόν η εις την γην, που θα ημπορέση να κάμη όσα έκαμες Συ με την παντοδυναμίαν σου;

Δευτ. 3,25         διαβὰς οὖν ὄψομαι τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην τὴν οὖσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, τὸ ὄρος τοῦτο τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸν Ἀντιλίβανον.

Δευτ. 3,25                 Σε παρακαλώ δώσε μου την άδειαν, αφού διαβώ τον Ιορδάνην ποταμόν, να ίδω την εύφορον και πλουσίαν αυτήν χώραν, την πέραν του Ιορδάνου, την ωραίαν αυτήν ορεινήν χώραν έως στον Αντιλίβανον !

Δευτ. 3,26         καὶ ὑπερεῖδε Κύριος ἐμὲ ἕνεκεν ὑμῶν καὶ οὐκ εἰσήκουσέ μου, καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἱκανούσθω σοι, μὴ προσθῇς ἔτι λαλῆσαι τὸν λόγον τοῦτον·

Δευτ. 3,26                Ο Κυριος όμως, εξ αιτίας των ιδικών σας αμαρτιών, απέστρεψε το πρόσωπόν του από εμέ και δεν άκουσε την παράκλησίν μου, αλλά μου είπε· “αρκετόν έως εδώ. Μη θελήσης και άλλην φοράν να επαναλάβης αυτήν την παράκλησίν σου,

Δευτ. 3,27         ἀνάβηθι ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ Λελαξευμένου καὶ ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατὰ θάλασσαν καὶ βοῤῥᾶν καὶ λίβα καὶ ἀνατολὰς καὶ ἰδὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς σου, ὅτι οὐ διαβήσῃ τὸν Ἰορδάνην τοῦτον.

Δευτ. 3,27                 αλλά ανέβα εις την κορυφήν του όρους Λελαξευμένον (Ναβαύ), άφησε το βλέμμα σου να επιθεωρήση την χώραν προς δυσμάς (όπου η Μεσόγειος Θαλασσα) προς βορράν, προς νότον και προς ανατολάς. Ιδέ με τα μάτια σου και απόλαυσε την θέαν της χώρας αυτής, διότι συ δεν θα διαβής τον Ιορδάνην τούτον ποταμόν.

Δευτ. 3,28         καὶ ἔντειλαι Ἰησοῖ καὶ κατίσχυσον αὐτὸν καὶ παρακάλεσον αὐτόν, ὅτι οὗτος διαβήσεται πρὸ προσώπου τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ οὗτος κατακληρονομήσει αὐτοῖς πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν ἑώρακας.

Δευτ. 3,28                Δώσε εντολήν στον Ιησούν του Ναυή, ενίσχυσέ τον και καθοδήγησέ τον καταλλήλως, διότι αυτός θα διαβή τον Ιορδάνην, ως αρχηγός του λαού τούτου. Αυτός θα κυριεύση και δια κλήρου θα διανείμη εις τας φυλάς όλην την χώραν την οποίαν είδες”.

Δευτ. 3,29         καὶ ἐνεκαθήμεθα ἐν νάπῃ σύνεγγυς οἴκου Φογώρ.

Δευτ. 3,29                Και έτσι εμείναμε εις κάποιαν δασώδη περιοχήν πλησίον στον ναόν του ειδώλου Φογώρ.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 4

 

Δευτ. 4,1           Καὶ νῦν, Ἰσραήλ, ἄκουε τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν κριμάτων, ὅσα ἐγὼ διδάσκω ὑμᾶς σήμερον ποιεῖν, ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν.

Δευτ. 4,1                   Και τώρα, λαέ του Ισραήλ, άκουσε τον Νομον και τας κρίσστου Θεού, όσα εγώ σας διδάσκω σήμερον να τηρήτε, δια να ζήτε και πολλαπλασιασθήτε και, εισελθόντες εις την γην της Επαγγελίας, να κληρονομήσετε αυτήν, την οποίαν Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει προς σας.

Δευτ. 4,2           οὐ προσθήσετε πρὸς τὸ ῥῆμα ὃ ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν, καὶ οὐκ ἀφελεῖτε ἀπ᾿ αὐτοῦ· φυλάσσεσθε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον.

Δευτ. 4,2                   Εις τας εντολάς, τας οποίας εγώ σας δίδω, δεν θα προσθέσετε τίποτε ούτε και θα αφαιρέσετε τίποτε από αυτάς. Προσέξατε και προσπαθήσατε, ώστε να τηρήτε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, όσα εγώ σήμερον σας διατάσσω.

Δευτ. 4,3           οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν ἑωράκασι πάντα, ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τῷ Βεελφεγώρ, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις ἐπορεύθη ὀπίσω Βεελφεγώρ, ἐξέτριψεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐξ ὑμῶν.

Δευτ. 4,3                   Με τα ίδια σας τα μάτια είδατε όλα όσα έκαμε Κυριος ο Θεός μας στο είδωλον Βεελφεγώρ· ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος από σας, ο οποίος εξέκλινε και ηκολούθησε τον ειδωλικόν θεόν Βεελφεγώρ, συνετρίβη εκ μέρους Κυρίου του Θεού σας και εξηφανίσθη απ' ανάμεσά σας.

Δευτ. 4,4           ὑμεῖς δὲ οἱ προσκείμενοι Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν ζῆτε πάντες ἐν τῇ σήμερον.

Δευτ. 4,4                   Αλλά σεις, οι οποίοι εμείνατε πιστοί κοντά στον Κυριον, ζήτε όλοι σήμερον.

Δευτ. 4,5           ἴδετε, δέδειχα ὑμῖν δικαιώματα καὶ κρίσεις, καθὰ ἐνετείλατό μοι Κύριος, ποιῆσαι οὕτως ἐν τῇ γῇ, εἰς ἣν ὑμεῖς εἰσπορεύεσθε ἐκεῖ κληρονομεῖν αὐτήν·

Δευτ. 4,5                   Ιδέτε ! Σας έδειξα τον Νομον του Θεού και τας κρίσστου Θεού, όπως ο Κυριος με διέταξε να εφαρμόζετε αυτά εις την γην, εις την οποίαν εισέρχεσθε, δια να την κληρονομήσετε και εγκατασταθήτε εις αυτήν.

Δευτ. 4,6           καὶ φυλάξεσθε καὶ ποιήσετε, ὅτι αὕτη ἡ σοφία καὶ ἡ σύνεσις ὑμῶν ἐναντίον πάντων τῶν ἐθνῶν, ὅσοι ἐὰν ἀκούσωσι πάντα τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ ἐροῦσιν· ἰδοὺ λαὸς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων τὸ ἔθνος τὸ μέγα τοῦτο.

Δευτ. 4,6                   Θα φυλάξετε και θα εφαρμόσετε όλα αυτά, διότι αυτά είναι η σοφία και η σύνεσις, το καύχημα και η υπεροχή σας ενώπιον όλων των εθνών. Οσοι δε θα ακούσουν όλους αυτούς τους νόμους του Θεού, θα είπουν· Ιδού λαός σοφός και συνετός, το ισχυρόν και ένδοξον αυτό έθνος !

Δευτ. 4,7           ὅτι ποῖον ἔθνος μέγα, ᾧ ἐστιν αὐτῷ Θεὸς ἐγγίζων αὐτοῖς, ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν αὐτὸν ἐπικαλεσώμεθα;

Δευτ. 4,7                   Διότι ποίον άλλο έθνος είναι τόσον μέγα, εφόσον πλησίον αυτού ευρίσκεται ο ίδιος ο Θεός και επικοινωνεί με αυτό, όπως Κυριος ο Θεός ημών, εις κάθε τι και δια κάθε τι, δια το οποίον θα τον επικαλεσθώμεν;

Δευτ. 4,8           καὶ ποῖον ἔθνος μέγα, ᾧ ἐστιν αὐτῷ δικαιώματα καὶ κρίματα δίκαια κατὰ πάντα τὸν νόμον τοῦτον, ὃν ἐγὼ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον;

Δευτ. 4,8                   Ποίον άλλο έθνος είναι τόσον μέγα, στο οποίον υπάρχουν οι νόμοι και αι δίκαιαι εντολαί, όπως είναι ο Νομος αυτός, τον οποίον εγώ δίδω προς σας σήμερον;

Δευτ. 4,9           πρόσεχε σεαυτῷ καὶ φύλαξον τὴν ψυχήν σου σφόδρα, μὴ ἐπιλάθῃ πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἑωράκασιν οἱ ὀφθαλμοί σου· καὶ μὴ ἀποστήτωσαν ἀπὸ τῆς καρδίας σου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου, καὶ συμβιβάσεις τοὺς υἱούς σου καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν υἱῶν σου

Δευτ. 4,9                   Ισραηλιτικέ λαέ ! Πρόσεχε στον εαυτόν σου, φύλαξε πολύ την ψυχήν σου, μήπως τυχόν και λησμονήσης όλους αυτούς τους λόγους και τα γεγονότα, που είδον οι οφθαλμοί σου ! Να μη φύγουν ποτέ από την καρδίαν σου όλας τας ημέρας της ζωής σου. Θα κρατής αυτά με πολλήν επιμέλειαν και θα τα διδάξης εις τα παιδιά σου και εις τα παιδιά των παιδιών σου.

Δευτ. 4,10         ἡμέραν, ἣν ἔστητε ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐν Χωρὴβ τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐκκλησίας, ὅτι εἶπε Κύριος πρός με· ἐκκλησίασον πρός με τὸν λαόν, καὶ ἀκουσάτωσαν τὰ ῥήματά μου, ὅπως μάθωσι φοβεῖσθαί με πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς αὐτοὶ ζῶσιν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν διδάξουσι.

Δευτ. 4,10                 Κρατήστε καλά εις την μνήμην σας την ημέραν, κατά την οποίαν όρθιοι εσταθήκατε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας εις Χωρήβ, κατά την ημέραν που σας συνεκέντρωσα εκεί διότι τότε ο Κυριος μου είχε πει· Συγκέντρωσε ενώπιόν μου όλον τον λαόν και ας ακούσουν τα λόγια μου, δια να μάθουν να με ευλαβούνται και να με υπακούουν όλας τας ημέρας, που θα ζουν επί της γης και να διδάξουν αυτά εις τα παιδιά των.

Δευτ. 4,11         καὶ προσήλθετε καὶ ἔστητε ὑπὸ τὸ ὄρος, καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη.

Δευτ. 4,11                  Προσήλθατε τότε και εσταθήκατε όρθιοι κοντά εις τας υπωρείας του όρους Σινά. Το όρος εκαίετο από πυρ, το οποίον έφθανεν έως τον ουρανόν, εκαλύπτετο από σκότος και γνόφον, συνεκλονίζετο από θύελλαν και ηκούετο ισχυρά η φωνή του Θεού.

Δευτ. 4,12         καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς φωνὴν ῥημάτων, ἣν ὑμεῖς ἠκούσατε, καὶ ὁμοίωμα οὐκ εἴδετε, ἀλλ᾿ ἢ φωνήν·

Δευτ. 4,12                 Ωμίλησε τότε ο Κυριος προς σας μέσα από το πυρ του όρους και είπε αυτά τα λόγια, τα οποία σεις με τα αυτιά σας ηκούσατε. Την μορφήν του Θεού δεν την είδατε, αλλά μόνον την φωνήν αυτού ηκούσατε.

Δευτ. 4,13         καὶ ἀνήγγειλεν ὑμῖν τὴν διαθήκην αὐτοῦ, ἣν ἐνετείλατο ὑμῖν ποιεῖν, τὰ δέκα ῥήματα, καὶ ἔγραψεν αὐτὰ ἐπὶ δύο πλάκας λιθίνας.

Δευτ. 4,13                 Ανήγγειλεν εις σας την διαθήκην του, την οποίαν σας διέταξε να τηρήτε, τας δέκα δηλαδή εντολάς, τας οποίας ο ίδιος εχάραξεν επάνω εις δύο λιθίνας πλάκας.

Δευτ. 4,14         καὶ ἐμοὶ ἐνετείλατο Κύριος ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ διδάξαι ὑμᾶς δικαιώματα καὶ κρίσεις, ποιεῖν ὑμᾶς αὐτά ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν ὑμεῖς εἰσπορεύεσθε ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν.

Δευτ. 4,14                 Κατά τον καιρόν εκείνον διέταξεν ο Κυριος και εμέ τον ίδιον να σας διδάξω τον Νομον και τας εντολάς του, δια να εφαρμόζετε αυτά πάντοτε, μάλιστα δε εις την γην της Επαγγελίας, προς την οποίον εβαδίζατε, δια να την καταλάβετε και την κληρονομήσετε.

Δευτ. 4,15         καὶ φυλάξεσθε σφόδρα τὰς ψυχὰς ὑμῶν, ὅτι οὐκ εἴδετε ὁμοίωμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν Χωρὴβ ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός.

Δευτ. 4,15                 Προσέξατε λοιπόν πάρα πολύ στον εαυτόν σας, διότι δεν είδατε καμμίαν εικόνα, κανένα ομοίωμα κατά την ημέραν που ωμίλησε προς σας στο όρος Χωρήβ εκ μέσου του πυρός,

Δευτ. 4,16         μὴ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα πᾶσαν εἰκόνα ὁμοίωμα ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ,

Δευτ. 4,16                 προσέξατε μη παρασυρθήτε εις παρανομίαν και κατασκευάσετε δια τον εαυτόν σας εικόνα τινά γλυπτήν, ομοίωμα προς οιονδήποτε ον, αρσενικόν η θηλυκόν,

Δευτ. 4,17         ὁμοίωμα παντὸς κτήνους τῶν ὄντων ἐπὶ τῆς γῆς, ὁμοίωμα παντὸς ὀρνέου πτερωτοῦ, ὃ πέταται ὑπὸ τὸν οὐρανόν,

Δευτ. 4,17                 ομοίωμα προς οιονδήποτε ζώον από όσα υπάρχουν επάνω εις την γην, ομοίωμα παντός πτηνού που πετάει στον ουρανόν,

Δευτ. 4,18         ὁμοίωμα παντὸς ἑρπετοῦ, ὃ ἕρπει ἐπὶ τῆς γῆς, ὁμοίωμα παντὸς ἰχθύος, ὅσα ἐστὶν ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.

Δευτ. 4,18                 εικόνα οιουδήποτε ερπετού, που σύρεται εις την γην η οιουδήποτε ιχθύος, από αυτούς που υπάρχουν εις τα υπό την επιφάνειαν της γης ύδατα, (στους ποταμούς και τας θαλάσσας).

Δευτ. 4,19         καὶ μὴ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδὼν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας καὶ πάντα τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ, πλανηθεὶς προσκυνήσῃς αὐτοῖς καὶ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ἃ ἀπένειμε Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὰ πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τοῖς ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ.

Δευτ. 4,19                 Προσέξατε επίσης μήπως τυχόν παρατηρούντες τον ουρανόν άνω και βλέποντες τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας και όλον τον διάκοσμον του ουρανού, πλανηθήτε και προσκυνήσετε αυτά και λατρεύσετε αυτά, τα οποία Κυριος ο Θεός σας έδωσεν εις όλα τα έθνη, όσα ζουν κάτω από τον ουρανόν.

Δευτ. 4,20         ὑμᾶς δὲ ἔλαβεν ὁ Θεὸς καὶ ἐξήγαγεν ὑμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τῆς σιδηρᾶς, ἐξ Αἰγύπτου, εἶναι αὐτῷ λαὸν ἔγκληρον ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.

Δευτ. 4,20                Σας επήρεν ο Θεός και σας έβγαλε από την σιδηράν χοάνην της καμίνου, από την σκληράν δουλείαν της Αιγύπτου, δια να είσθε λαός του και κληρονόμοι της γης της επαγγελίας, όπως ακριβώς βλέπετε να πραγματοποιήται αυτό σήμερον.

Δευτ. 4,21         καὶ Κύριος ὁ Θεὸς ἐθυμώθη μοι περὶ τῶν λεγομένων ὑφ᾿ ὑμῶν καὶ ὤμοσεν ἵνα μὴ διαβῶ τὸν Ἰορδάνην τοῦτον καὶ ἵνα μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ·

Δευτ. 4,21                 Ενθυμηθήτε ακόμη ότι Κυριος ο Θεός, ωργίσθη εναντίον μου, εξ αιτίας των γογγυσμών και μεμψιμοιριών σας, και ωρκίσθη να μη διαβώ εγώ τούτον τον Ιορδάνην και να μη εισέλθω εις την γην της Επαγγελίας την οποίον ο Κυριος σας δίδει ως κληρονομίαν σας.

Δευτ. 4,22         ἐγὼ γὰρ ἀποθνήσκω ἐν τῇ γῇ ταύτῃ καὶ οὐ διαβαίνω τὸν Ἰορδάνην τοῦτον, ὑμεῖς δὲ διαβαίνετε καὶ κληρονομήσετε τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην.

Δευτ. 4,22                Εγώ θα αποθάνω εις την ξένην αυτήν γην, που τώρα ευρισκόμεθα, και δεν θα διαβώ τον Ιορδάνην. Αλλά σεις θα τον διαβήτε, θα γίνετε κληρονόμοι και κύριοι της ευφόρου και πλουσίας αυτής χώρας.

Δευτ. 4,23         προσέχετε ὑμεῖς, μὴ ἐπιλάθησθε τὴν διαθήκην Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἣν διέθετο πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἀνομήσητε, καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα πάντων, ὧν συνέταξέ σοι Κύριος ὁ Θεός σου·

Δευτ. 4,23                Παλιν σας λέγω, προσέξατε, μήπως τυχόν και λησμονήσετε την διαθήκην Κυρίου του Θεού ημών, την οποίαν συνήψε με σας, και κατασκευάσετε ως θεόν σας γλυπτήν εικόνα από όλα εκείνα, τα οποάα σας έχει απαγορεύσει Κυριος ο Θεός σας.

Δευτ. 4,24         ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου πῦρ καταναλίσκον ἐστί, Θεὸς ζηλωτής.

Δευτ. 4,24                Διότι Κυριος ο Θεός σου είναι φωτιά, που καταφλέγει και εξαφανίζει, είναι Θεός ζηλότυπος.

Δευτ. 4,25         Ἐὰν δὲ γεννήσῃς υἱοὺς καὶ υἱοὺς τῶν υἱῶν σου καὶ χρονίσητε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε γλυπτὸν ὁμοίωμα παντὸς καὶ ποιήσητε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν παροργίσαι αὐτόν,

Δευτ. 4,25                Εάν δε αποκτήσετε παιδιά και εγγονούς και ζέσετε επί μακρά έτη εις την γην και τυχόν παρανομήσετε, ώστε να κατασκευάσετε γλυπτήν εικόνα οιουδήποτε όντος και διαπράξετε αυτό το πονηρόν ενώπιον Κυρίου του Θεού σας, ώστε να τον παροργίσετε εναντίον σας,

Δευτ. 4,26         διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε ἀπὸ τῆς γῆς, εἰς ἣν ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν. οὐχὶ πολυχρονιεῖτε ἡμέρας ἐπ᾿ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ἢ ἐκτριβῇ ἐκτριβήσεσθε.

Δευτ. 4,26                εγώ επικαλούμαι σήμερον ως μάρτυρας εναντίον σας τον ουρανόν και την γην, και σας διαβεβαιώνω, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα καταστραφήτε και θα εξαφανισθήτε από την ώραν, την οποίαν, διαβαίνοντες τον Ιορδάνην, πηγαίνετε να την κληρονομήσετε. Το τονίζω· δεν θα ζήσετε πολύν χρόνον πάνω εις αυτήν, αλλά ολοκληρωτικώς θα ξεριζωθήτε από εκεί.

Δευτ. 4,27         καὶ διασπερεῖ Κύριος ὑμᾶς ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι καὶ καταλειφθήσεσθε ὀλίγοι ἀριθμῷ ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, εἰς οὓς εἰσάξει Κύριος ὑμᾶς ἐκεῖ.

Δευτ. 4,27                Θα σας διασκορπίση ο Κυριος εις όλα τα έθνη και θα απομείνετε ολίγοι μεταξύ των εθνών, ανάμεσα εις τα οποία θα σας διασκορπίση ο Κυριος,

Δευτ. 4,28         καὶ λατρεύσετε ἐκεῖ θεοῖς ἑτέροις, ἔργοις χειρῶν ἀνθρώπων, ξύλοις καὶ λίθοις, οἳ οὐκ ὄψονται οὐδὲ μὴ ἀκούσωσιν οὔτε μὴ φάγωσιν οὔτε μὴ ὀσφρανθῶσι.

Δευτ. 4,28                Εκεί θα λατρεύσετε άλλους θεούς, έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθους, θεούς, οι οποίοι δεν θα βλέπουν, δεν θα ακούουν, δεν θα τρώγουν, ούτε θα οσφραίνωνται, διότι θα είναι άψυχα είδωλα.

Δευτ. 4,29         καὶ ζητήσετε ἐκεῖ Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν καὶ εὑρήσετε αὐτόν, ὅταν ἐκζητήσητε αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου ἐν τῇ θλίψει σου·

Δευτ. 4,29                Εκεί εις την θλίψιν της ξορίας σας θα αναζητήσετε Κυριον τον Θεόν σας και θα τον εύρετε, όταν υπό το βάρος της θλίψεώς σας τον ζητήσετε με όλην την καρδίαν σας και με όλην την ψυχήν σας.

Δευτ. 4,30         καὶ εὑρήσουσί σε πάντες οἱ λόγοι οὗτοι ἐπ᾿ ἐσχάτῳ τῶν ἡμερῶν, καὶ ἐπιστραφήσῃ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς αὐτοῦ·

Δευτ. 4,30                Ολα αυτά, που λέγω εις σας σήμερον, θα σας εύρουν, μέχρις ότου κατά τας τελευταίας ημέρας θα επιστρέψτε εν μετανοία προς Κυριον τον Θεόν σας και θα ακούσετε την φωνήν αυτού.

Δευτ. 4,31         ὅτι Θεὸς οἰκτίρμων Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἐγκαταλείψει σε οὐδὲ μὴ ἐκτρίψῃ σε, οὐκ ἐπιλήσεται τὴν διαθήκην τῶν πατέρων σου, ἣν ὤμοσεν αὐτοῖς Κύριος.

Δευτ. 4,31                 Ο Κυριος θα σας δεχθή, διότι Κυριος Θεός σου είναι εύσπλαγχνος, δεν θα σας εγκαταλείψη, ούτε θα σας ξεριζώση εξ ολοκλήρου, ούτε θα λησμονήση την διαθήκην, την οποίαν με όρκον έκαμε προς τους πατέρας σας ο Κυριος.

Δευτ. 4,32         ἐπερωτήσατε ἡμέρας προτέρας τὰς γενομένας προτέρας σου ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ ἕως τοῦ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ, εἰ γέγονε κατὰ τὸ ῥῆμα τὸ μέγα τοῦτο, εἰ ἤκουσται τοιοῦτο·

Δευτ. 4,32                Ερωτήσατε τους ανθρώπους των προηγουμένων γενεών, από την ημέραν κατά την οποίαν εδημιούργησεν ο Θεός τον άνθρωπον επί της γης, ερωτήσατε την υφήλιον από το ένα άκρον του ουρανού έως το άλλο, εάν άλλην ποτέ φοράν έγινε κανένα άλλο πράγμα όμοιον με το μεγάλο τούτο γεγονός, η εάν ποτέ ηκούσθη κάτι τέτοιο·

Δευτ. 4,33         εἰ ἀκήκοεν ἔθνος φωνὴν Θεοῦ ζῶντος λαλοῦντος ἐκ μέσου τοῦ πυρός, ὃν τρόπον ἀκήκοας σὺ καὶ ἔζησας·

Δευτ. 4,33                 εάν δηλαδή ποτέ κανένα έθνος ήκουσε την φωνήν του Θεού του ζώντος να ομιλή εκ μέσου του πυρός, όπως ηκούσατε σεις, και οι οποίοι εν τούτοις εζήσατε και δεν απεθάνατε, υπό το βάρος του μεγαλειώδους γεγονότος.

Δευτ. 4,34         εἰ ἐπείρασεν ὁ Θεὸς εἰσελθὼν λαβεῖν ἑαυτῷ ἔθνος ἐκ μέσου ἔθνους ἐν πειρασμῷ καὶ ἐν σημείοις καὶ ἐν τέρασι καί ἐν πολέμῳ καὶ ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐν ὁράμασι μεγάλοις κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἐνώπιόν σου βλέποντος·

Δευτ. 4,34                Η εάν ο Θεός επεχείρησε να έλθη και να πάρη δια τον εαυτόν του έθνος από άλλο έθνος, χρησιμοποιών την πανταδυναμίαν του, με δοκιμασίας και με θαύματα και με καταπληκτικά γεγονότα και με πόλεμον, δια της παντοδυνάμου δεξιάς του και της ενδόξου δυνάμεώς του, με οράματα και γεγονότα μεγάλα και τρομερά, όσα έκαμε Κυριος ο Θεός μας εις την Αίγυπτον, εμπρός εις τα μάτια σας.

Δευτ. 4,35         ὥστε εἰδῆσαί σε ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου, οὗτος Θεός ἐστι, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν αὐτοῦ.

Δευτ. 4,35                 Ολα αυτά έγιναν, δια να γνωρίσης συ καλά, ότι Κυριος ο Θεός σου, αυτός είναι ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού.

Δευτ. 4,36         ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀκουστὴ ἐγένετο ἡ φωνὴ αὐτοῦ παιδεῦσαί σε, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ἔδειξέ σοι τὸ πῦρ αὐτοῦ τὸ μέγα, καὶ τὰ ῥήματα αὐτοῦ ἤκουσας ἐκ μέσου τοῦ πυρός.

Δευτ. 4,36                Από τον ουρανόν ηκούσθη η φωνή αυτού προς σέ, δια να σε παιδαγωγήση και μορφώση, και επί της γης έδειξεν εις σε το ισχυρόν και θαυμαστόν αυτού πυρ, και ήκουσες τα λόγια του να βγαίνουν μέσα από το πυρ.

Δευτ. 4,37         διὰ τὸ ἀγαπῆσαι αὐτὸν τοὺς πατέρας σου καὶ ἐξελέξατο τὸ σπέρμα αὐτῶν μετ᾿ αὐτοὺς ὑμᾶς καὶ ἐξήγαγέ σε αὐτὸς ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ τῇ μεγάλῃ ἐξ Αἰγύπτου

Δευτ. 4,37                 Και αυτά, διότι ο Θεός ηγάπησε τους προπάτοράς σου, εξέλεξε σας τους απογόνους των, υστέρα από αυτούς, και αυτός σε έφερε με την παντοδύναμον δεξιάν του ελεύθερον από την Αίγυπτον,

Δευτ. 4,38         ἐξολοθρεῦσαι ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρότερά σου πρὸ προσώπου σου, εἰσαγαγεῖν σε δοῦναί σοι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομεῖν, καθὼς ἔχεις σήμερον.

Δευτ. 4,38                δια να εξολοθρεύση από εμπρός σου έθνη μεγάλα και ισχυρότερά σου, να σε εισαγάγη και να δώση την χώραν αυτών εις σε ως κληρονομίαν σου, όπως βλέπετε να πραγματοποιήται αυτό σήμερον.

Δευτ. 4,39         καὶ γνώσῃ σήμερον καὶ ἐπιστραφήσῃ τῇ διανοίᾳ ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου οὗτος Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν αὐτοῦ·

Δευτ. 4,39                Θα μάθης σήμερον και θα εντυπώσης στον νουν και την καρδίαν σου, ότι Κυριος ο Θεός σου αυτός είναι ο αληθινός Θεός, άνω στον ουρανόν και κάτω εις την γην, και δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού.

Δευτ. 4,40         καὶ φυλάξασθε τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου μετὰ σέ, ὅπως μακροήμεροι γένησθε ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι πάσας τὰς ἡμέρας.

Δευτ. 4,40                Προσέξατε, ώστε να φυλάξετε τας εντολάς του και τον Νομον του, όλα όσα εγώ σας διατάσσω σήμερον δια να ζήσετε ευτυχείς, συ και τα παιδιά σου έπειτα από σέ, να γίνετε μακροχρόνιοι εις την γην της Επαγγελίας, την οποίαν σας δίδει ο Κυριος ως παντοτεινήν ιδιοκτησίαν σας”.

Δευτ. 4,41         Τότε ἀφώρισε Μωυσῆς τρεῖς πόλεις πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου

Δευτ. 4,41                 Τοτε ο Μωϋσής εξεχώρισε και ώρισε τρεις πόλεις προς ανατολάς του Ιορδάνου,

Δευτ. 4,42         φυγεῖν ἐκεῖ τὸν φονευτήν, ὃς ἂν φονεύσῃ τὸν πλησίον οὐκ εἰδώς, καὶ οὗτος οὐ μισῶν αὐτὸν πρὸ τῆς χθὲς καὶ τῆς τρίτης, καὶ καταφεύξεται εἰς μίαν τῶν πόλεων τούτων καὶ ζήσεται·

Δευτ. 4,42                δια να καταφεύγη εκεί ο φονεύς, ο οποίος εφόνευσε τον πλησίον του εξ αγνοίας και χωρίς να το θέλη, χωρίς να έχη κανένα μίσος εναντίον αυτού κατά το παρελθόν. Αυτός ο φονεύς θα καταφύγη εις μίαν από τας τρεις αυτάς πόλεις και θα σώση εκεί την ζωήν του.

Δευτ. 4,43         τὴν Βοσὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν τῇ γῇ τῇ πεδινῇ τῷ Ῥουβὴν καὶ τὴν Ῥαμὼθ ἐν Γαλαὰδ τῷ Γαδδὶ καὶ τὴν Γαυλὼν ἐν Βασὰν τῷ Μανασσῇ.

Δευτ. 4,43                Αι πόλεις αυταί είναι· Η Βοσόρ εις την ακατοίκητον πεδινήν περιοχήν, η οποία ανήκει εις την φυλήν Ρουβήν, η Ραμώθ εις Γαλαάδ που ανήκει εις την φυλήν Γαδ, και η Γαυλών της χώρας Βοσάν, που ανήκει εις την φυλήν Μανασσή.

Δευτ. 4,44         Οὗτος ὁ νόμος, ὃν παρέθετο Μωυσῆς ἐνώπιον υἱῶν Ἰσραήλ·

Δευτ. 4,44                Αυτός είναι ο Νομος, τον οποίον παρέδωκεν ο Μωϋσής στους Ισραηλίτας.

Δευτ. 4,45         ταῦτα τὰ μαρτύρια καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα ἐλάλησε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου

Δευτ. 4,45                Αυταί είναι αι εντολαί, οι νόμοι και οι θεσμοί, τους οποίους είπεν ο Μωϋσής προς τους Ισραηλίτας, ότε εξήλθον από την Αίγυπτον,

Δευτ. 4,46         ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ἐν φάραγγι, ἐγγὺς οἴκου Φογώρ, ἐν γῇ Σηὼν βασιλέως τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὃς κατῴκει ἐν Ἐσεβών, ὃν ἐπάταξε Μωυσῆς καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου

Δευτ. 4,46                εις την ανατολικώς του Ιορδάνου περιοχήν, εις κάποια κοιλάδα, κοντά στον ναόν του ειδωλολατρικού θεού Φογώρ, εις την χώραν του Σηών, βασιλέως των Αμορραίων, ο οποίος κατοικούσε εις την Εσεβών και τον οποίον εκτύπησαν μέχρις εξοντώσεως ο Μωϋσής και οι Ισραηλίται, όταν εξήλθον από την Αίγυπτον.

Δευτ. 4,47         καὶ ἐκληρονόμησαν τὴν γῆν αὐτοῦ καὶ τὴν γῆν Ὢγ βασιλέως τῆς Βασάν, δύο βασιλέων τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἳ ἦσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατὰ ἀνατολὰς ἡλίου,

Δευτ. 4,47                Εγιναν τότε κληρονόμοι και κόποχοι της χώρας του, όπως επίσης και της χώρας του Ωγ, βασιλέως της Βασάν· οι δύο αυτοί Αμορραίοι βασιλείς ήσαν πέραν από τον Ιορδάνην προς ανατολάς,

Δευτ. 4,48         ἀπὸ Ἀροήρ, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χείλους χειμάῤῥου Ἀρνῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὄρους τοῦ Σηὼν ὅ ἐστιν Ἀερμών,

Δευτ. 4,48                και κατείχον τας χώρας από Αροήρ, η οποία ευρίσκεται εις την όχθην του χειμάρρου Αρνών, μέχρι του όρους Σηών, του επονομαζομένου Ερμών,

Δευτ. 4,49         πᾶσαν τὴν Ἄραβα πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατὰ ἀνατολὰς ἡλίου ὑπὸ Ἀσηδὼθ τὴν λαξευτήν.

Δευτ. 4,49                όλην την κοιλάδα ανατολικώς πέραν του Ιορδάνου, έως τας υπωρείας Ασηδώθ του όρους Ναυάβ.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 5

 

Δευτ. 5,1           Καὶ ἐκάλεσε Μωυσῆς πάντα Ἰσραήλ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄκουε, Ἰσραήλ, τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα ἐγὼ λαλῶ ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ, καὶ μαθήσεσθε αὐτὰ καὶ φυλάξεσθε ποιεῖν αὐτά.

Δευτ. 5,1                    Εκάλεσεν ο Μωϋσής όλους τους Ισραηλίτας και είπε προς αυτούς· “Ακουε λαέ του Ισραήλ, τον Νομον και τας εντολάς, όσα εγώ κατά την ημέραν αυτήν λέγω εις τα αυτιά σας, δια να μάθετε αυτά και να προσέξετε, ώστε να τα τηρήτε.

Δευτ. 5,2           Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν διέθετο πρὸς ὑμᾶς διαθήκην ἐν Χωρήβ·

Δευτ. 5,2                   Κυριος ο Θεός σας έκαμεν επίσημον συιμφωνίαν μαζή σας στο όρος Χωρήβ.

Δευτ. 5,3           οὐχὶ τοῖς πατράσιν ὑμῶν διέθετο Κύριος τὴν διαθήκην ταύτην, ἀλλ᾿ ἢ πρὸς ὑμᾶς, ὑμεῖς ὧδε πάντες ζῶντες σήμερον·

Δευτ. 5,3                   Αυτήν την συμφωνίαν δεν την έκαμε ο Κυριος μόνον με τους προπάτοράς σας, αλλά και με σας όλους, οι οποίοι ζήτε εδώ σήμερον.

Δευτ. 5,4           πρόσωπον κατὰ πρόσωπον ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός,

Δευτ. 5,4                   Πρόσωπον προς πρόσωπον ωμίλησεν ο Κυριος προς σας στο όρος Χωρήβ εκ μέσου του πυρός.

Δευτ. 5,5           κἀγὼ εἱστήκειν ἀνὰ μέσον Κυρίου καὶ ὑμῶν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν τὰ ῥήματα Κυρίου, ὅτι ἐφοβήθητε ἀπὸ προσώπου τοῦ πυρὸς καὶ οὐκ ἀνέβητε εἰς τὸ ὄρος, λέγων·

Δευτ. 5,5                   Εγώ δε όρθιος έστεκα τότε, ως μεσίτης ανάμεσα στον Κυριον και εις σας, δια να σας αναγγείλω τα ιερά λόγια του Κυρίου, επειδή σεις είχατε φοβηθή το πυρ και δεν ανεβήκατε στο όρος. Ο Κυριος είπε τότε·

Δευτ. 5,6           ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἐξαγαγών σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.

Δευτ. 5,6                   Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε έβγαλα ελεύθερον από την Αίγυπτον, από τον οίκον της δουλείας.

Δευτ. 5,7           οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πρὸ προσώπου μου.

Δευτ. 5,7                   Δεν θα υπάρχουν εις σε άλλοι θεοί εκτός από εμέ.

Δευτ. 5,8           οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.

Δευτ. 5,8                   Δεν θα κατασκευάσης δια τον εαυτόν σου άγαλμα ούτε εικόνα οιουδήποτε όντος, από όσα υπάρχουν άνω στον ουρανόν, από όσα υπάρχουν κάτω εις την γην και από όσα ευρίσκονται εις τα ύδατα ποταμών και θαλάσσης και κάτω από την επιφάνειαν της γης.

Δευτ. 5,9           οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεὰν τοῖς μισοῦσί με.

Δευτ. 5,9                   Δεν θα προσκυνήσης αυτά ούτε θα τα λατρεύσης, διότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, Θεός ζηλότυπος, τιμωρών τέκνα δια τας αμαρτίας των γονέων μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, εις εκείνους οι οποίοι με μισούν.

Δευτ. 5,10         καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου.

Δευτ. 5,10                 Είμαι όμως και Θεός ελεήμων, ο οποίος δεικνύω και δίδω έλεος εις χιλιάδας ανθρώπων, οι οποίοι με αγαπούν και φυλάσουν τας εντολάς μου.

Δευτ. 5,11         οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ.

Δευτ. 5,11                  Δέν θα προφέρης επιπόλαια και μάταια το όνομα Κυρίου του Θεού σου, διότι ο Κυριος δεν θα απαλλάξη από την ενοχήν, αλλά τουναντίον θα τιμωρήση οποίον παίρνει στο στόμα του το όνομα του Θεού επιπολαίως και ανωφελώς.

Δευτ. 5,12         φύλαξαι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν, ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 5,12                 Πρόσεξε, ώστε την ημέραν του Σαββάτου να την αφιερώνης ως αγίαν προς τον Θεόν, όπως σε διέταξε Κυριος ο Θεός σου.

Δευτ. 5,13         ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου·

Δευτ. 5,13                 Εξ ημέρας θα εργάζεσαι και κατ' αυτάς θα κάμνης όλα τα έργα σου.

Δευτ. 5,14         τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί, ἵνα ἀναπαύσηται ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου, ὥσπερ καὶ σύ·

Δευτ. 5,14                 Κατά δε την εβδόμην ημέραν θα έχης σάββατον, ανάπαυσιν και αγιασμόν, ημέραν αφιερωμένην εις Κυριον τον Θεόν σου. Κανένα έργον δεν θα κάνης κατά την ημέραν αυτήν, συ και ο υιός σου και η θυγατέρα σου και ο δούλος σου και η δούλη σου και το βόδι σου και το φορτηγόν ζώον σου και οιονδήποτε άλλο ζώον, και ο ξένος που ζη κοντά σου. Τούτο δέ, δια να αναπαυθούν ο δούλος σου και η δούλη σου και το υποζύγιόν σου, όπως και συ.

Δευτ. 5,15         καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐξήγαγέ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖθεν ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ, διὰ τοῦτο συνέταξέ σοι Κύριος ὁ Θεός σου, ὥστε φυλάσσεσθαι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων καὶ ἁγιάζειν αὐτήν.

Δευτ. 5,15                 Πρέπει να ενθυμήσαι ότι και συ ήσουν δούλος εις την Αίγυπτον, και Κυριος ο Θεός σου σε έβγαλεν από εκεί ελεύθερον, με την παντοδύναμον δεξιάν του και με την μεγαλειώδη δύναμίν του. Δια τούτο και σε διέταξε Κυριος ο Θεός σου να τηρής την αργίαν της ημέρας του Σαββάτου και να αφιερώνης την ημέραν αυτήν στον Κυριον.

Δευτ. 5,16         τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.

Δευτ. 5,16                 Τιμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, όπως Κυριος ο Θεός σου σε διέταξε, δια να σου έλθουν όλα καλά εις την ζωήν σου και να γίνης μακροχρόνιος εις την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει.

Δευτ. 5,17         οὐ φονεύσεις.

Δευτ. 5,17                 Δεν θα φονεύσης.

Δευτ. 5,18         οὐ μοιχεύσεις.

Δευτ. 5,18                 Δεν θα μοιχεύσης.

Δευτ. 5,19         οὐ κλέψεις.

Δευτ. 5,19                 Δεν θα κλέψης.

Δευτ. 5,20         οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.

Δευτ. 5,20                Δεν θα γίνης ψευδομάρτυς και δεν θα καταθέσης ποτέ ψευδομαρτυρίαν κατά του πλησίον σου.

Δευτ. 5,21         οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου· οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν οἰκίαν τοῦ πλησίον σου οὔτε τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ οὔτε τὸν παῖδα αὐτοῦ οὔτε τὴν παιδίσκην αὐτοῦ οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ οὔτε τοῦ ὑποζυγίου αὐτοῦ οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ οὔτε πάντα ὅσα τῷ πλησίον σού ἐστι.

Δευτ. 5,21                 Δεν θα επιθυμήσης την γυναίκα του πλησίον σου· δεν θα επιθυμήσης την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν του, ούτε τον δούλον του, ούτε την δούλην του, ούτε το βόδι του, ούτε το υποζύγιόν του, ούτε κανένα άλλο από τα κτήνη του και γενικώς τίποτε από όλα, όσα ανήκουν στον πλησίον σου.

Δευτ. 5,22         Ταῦτα τὰ ῥήματα ἐλάλησε Κύριος πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν ὑμῶν ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός, σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη, καὶ οὐ προσέθηκε· καὶ ἔγραψεν αὐτὰ ἐπὶ δύο πλάκας λιθίνας καὶ ἔδωκέ μοι.

Δευτ. 5,22                Αυτά είναι τα λόγια, το οποία είπε προς όλους σας τους Ισραηλίτας ο Κυριος στο όρος Χωρήβ εκ μέσου του πυρός, όταν σκότος και γνόφος εκάλυπτε το όρος, η θύελλα το συνεκλόνιζε και ηκούετο ισχυρά η φωνή. Τιποτε άλλο δεν προσέθεσεν. Εχάραζε δε αυτά εις δύο λιθίνας πλάκας, τας οποίας και έδωκεν εις εμέ.

Δευτ. 5,23         καὶ ἐγένετο ὡς ἠκούσατε τὴν φωνὴν ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρί, καὶ προσήλθετε πρός με πάντες οἱ ἡγούμενοι τῶν φυλῶν ὑμῶν καὶ ἡ γερουσία ὑμῶν,

Δευτ. 5,23                 Συνέβη δε και τούτο τότε· όταν σεις ηκούσατε την φωνήν του Θεού εκ μέσου του πυρός και είδατε ότι το όρος εκαίετο υπό του πυρός, προσήλθατε όλοι προς εμέ, οι αρχηγοί των φυλών και οι γεροντότεροι από σας,

Δευτ. 5,24         καὶ ἐλέγετε· ἰδοὺ ἔδειξεν ἡμῖν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἠκούσαμεν ἐκ μέσου τοῦ πυρός· ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ εἴδομεν ὅτι λαλήσει ὁ Θεὸς πρὸς ἄνθρωπον, καὶ ζήσεται.

Δευτ. 5,24                και ελέγατε· Ιδού ! Κυριος ο Θεός ημών έδειξεν εις ημάς κατά την ημέραν αυτήν την δόξαν του· και την φωνήν του εκ μέσου του πυρός την ηκούσαμεν· κατά την ημέραν αυτήν είδομεν ότι ομιλεί ο Θεός με τον άνθρωπον και ο άνθρωπος ζη, δεν αποθνήσκει.

Δευτ. 5,25         καὶ νῦν μὴ ἀποθάνωμεν, ὅτι ἐξαναλώσει ἡμᾶς τὸ πῦρ τὸ μέγα τοῦτο, ἐὰν προσθώμεθα ἡμεῖς ἀκοῦσαι τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἔτι, καὶ ἀποθανούμεθα·

Δευτ. 5,25                 Και τώρα, ας μη αποθάνωμεν. Διότι εάν συνεχίσωμεν να ακούωμεν την φωνήν Κυρίου του Θεού μας θα απαθάνωμεν. Το φοβερόν αυτό πυρ θα μας εξοντώση,

Δευτ. 5,26         τίς γὰρ σάρξ, ἥτις ἤκουσε φωνὴν Θεοῦ ζῶντος λαλοῦντος ἐκ μέσου τοῦ πυρός, ὡς ἡμεῖς, καὶ ζήσεται;

Δευτ. 5,26                διότι ποίος ποτέ άνθρωπος ακούσας την φωνήν του Θεού του ζώντος να λαλή εκ μέσου του πυρός, όπως ημείς, έζησε;

Δευτ. 5,27         πρόσελθε σὺ καὶ ἄκουσον πάντα, ὅσα ἂν εἴπῃ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σὺ λαλήσεις πρὸς ἡμᾶς πάντα, ὅσα ἂν λαλήσῃ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πρὸς σέ, καὶ ἀκουσόμεθα καὶ ποιήσομεν.

Δευτ. 5,27                 Συ μόνος πλησίασε τον Κυριον και άκουσε όλα όσα θα είπη εις σε Κυριος ο Θεός ημών, συ δε θα μας είπης όλα όσα ο Κυριος θα σου φανερώση, ημείς δε θα τα ακούσωμεν και θα τα εφαρμόσωμεν.

Δευτ. 5,28         καὶ ἤκουσε Κύριος τὴν φωνὴν τῶν λόγων ὑμῶν λαλούντων πρός με, καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἤκουσα τὴν φωνὴν τῶν λόγων τοῦ λαοῦ τούτου, ὅσα ἐλάλησαν πρός σε· ὀρθῶς πάντα, ὅσα ἐλάλησαν.

Δευτ. 5,28                Ο Κυριος ήκουσε τους λόγους αυτούς, τους οποίους είπατε προς εμέ, και μου είπε· Ηκουσα τα λόγια του λαού αυτού, που είπαν εις σέ. Ολα όσα σου είπαν είναι ορθά.

Δευτ. 5,29         τίς δώσει εἶναι οὕτω τὴν καρδίαν αὐτῶν ἐν αὐτοῖς, ὥστε φοβεῖσθαί με καὶ φυλάσσεσθαι τὰς ἐντολάς μου πάσας τὰς ἡμέρας, ἵνα εὖ ᾖ αὐτοῖς καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν δι᾿ αἰῶνος;

Δευτ. 5,29                Ποιός θα δώση εις αυτούς μίαν τέτοιαν καρδίαν, ώστε να με ευλαβούνται, να με υπακούουν και να τηρούν τας εντολάς μου, όλας τας ημέρας της ζωής των, δια να είναι πάντοτε ευτυχείς αυτοί και τα παιδιά των;

Δευτ. 5,30         βάδισον, εἰπὸν αὐτοῖς· ἀποστράφητε ὑμεῖς εἰς τοὺς οἴκους ὑμῶν·

Δευτ. 5,30                 Πηγαινε και ειπέ προς αυτούς· Γυρίστε σεις εις τας σκηνάς σας.

Δευτ. 5,31         σὺ δὲ αὐτοῦ στῆθι μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ λαλήσω πρὸς σὲ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα διδάξεις αὐτούς, καί ποιείτωσαν οὕτως ἐν τῇ γῇ, ἣν ἐγὼ δίδωμι αὐτοῖς ἐν κλήρῳ.

Δευτ. 5,31                 Συ όμως έλα και στάσου κοντά εις εμέ, και εγώ θα σου είπω όλας τας εντολάς μου και τον Νομον μου και τας κρίσεις μου, όλα όσα θα διδάξης εις αυτούς. Αυτοί δε ας τα εφαρμόσουν και ας ζήσουν σύμφωνα με αυτά εις την γην της επαγγελίας, την οποίαν, ως κληρονομίαν των εγώ τους δίδω.

Δευτ. 5,32         καὶ φυλάξεσθε ποιεῖν ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου· οὐκ ἐκκλινεῖτε εἰς δεξιὰ οὐδὲ εἰς ἀριστερά,

Δευτ. 5,32                 Θα φροντίσετε, ώστε να τηρήτε τας εντολάς αυτάς, όπως Κυριος ο Θεός σας διέταξε. Δεν θα παρεκλίνετε ούτε δεξιά ούτε αριστερά.

Δευτ. 5,33         κατὰ πᾶσαν τὴν ὁδόν, ἣν ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ, ὅπως καταπαύσῃ σε καὶ εὖ σοι ᾖ καὶ μακροημερεύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἣν κληρονομήσετε.

Δευτ. 5,33                 Την οδόν, την οποίαν ο Κυριος σου έδειξε και σε διέταξε να βαδίζης, έτσι θα πορευθής αυτήν, δια να σε επαναπαύση και σε καταστήση ευτυχή και σου χαρίση μακρότητα ημερών εις την γην της Επαγγελίας, την οποίαν θα καταλάβετε και θα κατέχετε ως ιδικήν σας.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 6

 

Δευτ. 6,1           Καὶ αὗται αἱ ἐντολαὶ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν διδάξαι ὑμᾶς ποιεῖν οὕτως ἐν τῇ γῇ, εἰς ἣν ὑμεῖς εἰσπορεύεσθε ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν,

Δευτ. 6,1                   Αυταί είναι αι εντολαί και οι νόμοι, που Κυριος ο Θεός ημών με διέταξε να σας διδάξω, ώστε έτσι να τας εφαρμόζετε και να ζήτε εις την χώραν, εις την οποίαν σεις τώρα εισέρχεσθε, να την κληρονομήσετε ως ιδικήν σας·

Δευτ. 6,2           ἵνα φοβῆσθε Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν, φυλάσσεσθαι πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ οἱ υἱοὶ τῶν υἱῶν σου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου, ἵνα μακροημερεύσητε.

Δευτ. 6,2                   δια να φοβήσθε Κυριον τον Θεόν σας, ώστε να φυλάσσετε όλους τους νόμους και τας εντολάς του, όσας εγώ διατάσσω προς σας σήμερον, να τηρήτε αυτάς σεις και τα παιδιά σας και τα παιδιά των παιδιών σας όλας τας ημέρας της ζωής σας, δια να έχετε μακρά και ευτυχισμένα χρόνια.

Δευτ. 6,3           καὶ ἄκουσον, Ἰσραήλ, καὶ φύλαξον ποιεῖν, ὅπως εὖ σοι ᾖ καὶ ἵνα πληθυνθῆτε σφόδρα, καθάπερ ἐλάλησε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου δοῦναί σοι γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι. καὶ ταῦτα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Δευτ. 6,3                   Ακουσε, λαέ του Ισραήλ, και πρόσεξε να τηρής όλα αυτά, δια να ζης ευτυχισμένος, δια να αυξηθής και πληθυνθής πολύ, όπως είπε και υπεσχέθη Κυριος ο Θεός των πατέρων σου, να δωσ εις σε την γην της Επαγγελίας, την ρέουσαν γάλα και μέλι. Αυτοί είναι οι νόμοι και αι εντολαί, τας οποίας διέταξεν ο Κυριος στους Ισραηλίτας, όταν εξήλθον ελεύθεροι από την Αίγυπτον και ήσαν εις την έρημον Σινά·

Δευτ. 6,4           Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·

Δευτ. 6,4                   Ακουε, λαέ του Ισραήλ, Κυριος ο Θεός ημών ένας και μοναδικός Κυριος είναι.

Δευτ. 6,5           καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου.

Δευτ. 6,5                   Να αγαπήσης Κυριον τον Θεόν σου με όλην σου την καρδίαν και με όλην την ψυχήν σου και με όλην την δύναμίν σου.

Δευτ. 6,6           καὶ ἔσται τὰ ῥήματα ταῦτα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἐν τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ψυχῇ σου·

Δευτ. 6,6                   Τα λόγια, τα οποία εγώ σήμερον σε διατάσσω, θα είναι εντυπωμένα και μόνιμα εις την καρδίαν σου και την διάνοιάν σου.

Δευτ. 6,7           καὶ προβιβάσεις αὐτὰ τοὺς υἱούς σου, καὶ λαλήσεις ἐν αὐτοῖς καθήμενος ἐν οἴκῳ καὶ πορευόμενος ἐν ὁδῷ καὶ κοιταζόμενος καὶ διανιστάμενος·

Δευτ. 6,7                   Θα τα μεταβιβάσης και θα τα διδάξης εις τα παιδιά σου. Θα ομιλής περί αυτών και όταν κάθεσαι στον οίκον σου, πριν κοιμηθής, και όταν πορεύεσαι στον δρόμον σου και όταν εξυπνάς από τον ύπνον.

Δευτ. 6,8           καὶ ἀφάψεις αὐτὰ εἰς σημεῖον ἐπὶ τῆς χειρός σου, καὶ ἔσται ἀσάλευτον πρὸ ὀφθαλμῶν σου·

Δευτ. 6,8                   Θα τα κολλήσης και θα τα δέσης επάνω στο χέρι σου, δια να ευρίσκωνται πάντοτε σταθερώς κάτω από τα μάτια σου.

Δευτ. 6,9           καὶ γράψετε αὐτὰ ἐπὶ τὰς φλιὰς τῶν οἰκιῶν ὑμῶν καὶ τῶν πυλῶν ὑμῶν.

Δευτ. 6,9                   Θα γράψετε αυτά στους παραστάτας των οικιών σας και εις τας θύρας των αυλών σας, δια να τα έχετε παντού και πάντοτε εμπρός εις τα μάτια σας.

Δευτ. 6,10         Καὶ ἔσται ὅταν εἰσαγάγῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε τοῖς πατράσι σου, τῷ Ἁβραὰμ καὶ τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῷ Ἰακὼβ δοῦναί σοι, πόλεις μεγάλας καὶ καλάς, ἃς οὐκ ᾠκοδόμησας,

Δευτ. 6,10                 Οταν δε Κυριος ο Θεός σου, σε εισαγάγη εις την γην, την οποίαν ενόρκως υπεσχέθη στους προπάτοράς σου, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, να δώση εις σε την χώραν η οποία έχει πόλεις μεγάλας και ωραίας, τας οποίας δεν έκτισες συ,

Δευτ. 6,11         οἰκίας πλήρεις πάντων ἀγαθῶν ἃς οὐκ ἐνέπλησας, λάκκους λελατομημένους, οὓς οὐκ ἐξελατόμησας, ἀμπελῶνας καὶ ἐλαιῶνας, οὓς οὐ κατεφύτευσας, καὶ φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς

Δευτ. 6,11                  οικίας πλήρεις από όλα τα αγαθά, τας οποίας δεν εγέμισες συ, φρέατα και δεξαμενάς λαξευμένας και κτισμένας, τας οποίας δεν ελάξευσες και δεν έκτισες συ, αμπέλια και ελαιώνας που δεν εφύτευσες συ. Αυτά θα είναι ιδικά σου. Θα φάγης και θα χορτάσης.

Δευτ. 6,12         πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.

Δευτ. 6,12                 Πρόσεχε όμως στον εαυτόν σου, μήπως τυχόν και λησμονήσης Κυριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλε ελεύθερον από την Αίγυπτον, από τον οίκον εκείνο της δουλείας.

Δευτ. 6,13         Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις καὶ πρὸς αὐτὸν κολληθήσῃ καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ὀμῇ.

Δευτ. 6,13                 Κυριον τον Θεόν σου θα ευλαβήσαι και θα υπακούης, και αυτόν μόνον θα λατρεύης, και εις αυτόν θα προσκολληθής, και στο όνομά του θα ορκίζεσαι.

Δευτ. 6,14         οὐ πορεύεσθε ὀπίσω θεῶν ἑτέρων ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ ὑμῶν,

Δευτ. 6,14                 Μη πορευθήτε πίσω από άλλους θεούς, μη λατρεύσετε θεούς από εκείνους που έχουν τα ολόγυρά σας ειδωλολατρικά έθνη,

Δευτ. 6,15         ὅτι ὁ Θεὸς ζηλωτὴς Κύριος ὁ Θεός σου ἐν σοί, μὴ ὀργισθεὶς θυμῷ Κύριος ὁ Θεός σού σοι ἐξολοθρεύσῃ σε ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.

Δευτ. 6,15                 διότι Κυριος ο Θεός σου είναι Θεός ζηλότυπος δια σέ. Μηπως οργισθή εναντίον σου και σε εξολοθρεύση από το πρόσωπον της γης, εάν τυχόν λατρεύσης ξένους θεούς.

Δευτ. 6,16         οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου, ὃν τρόπον ἐξεπειράσατε ἐν τῷ Πειρασμῷ.

Δευτ. 6,16                 Δεν θα θέσης εις πειρασμόν και δοκιμασίαν τον Κυριον, όπως ασεβώς φερόμενος επίκρανες τον Κυριον με τους γογγυσμούς σου στον τόπον εκείνον, ο οποίος ωνομάσθη δια τούτο “Πειρασμός”.

Δευτ. 6,17         φυλάσσων φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὰ μαρτύρια καὶ τὰ δικαιώματα, ὅσα ἐνετείλατό σοι·

Δευτ. 6,17                 Με κάθε επιμέλειαν θα φυλάττης πάντοτε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου, τας διατάξεις και τους νόμους, όσα σε διέταξε.

Δευτ. 6,18         καὶ ποιήσεις τὸ ἀρεστὸν καὶ τὸ καλὸν ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ εἰσέλθῃς καὶ κληρονομήσῃς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν,

Δευτ. 6,18                 Θα πράττης ο,τι είναι ευάρεστον και αγαθόν ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, δια να ζήσης ευτυχής, να εισέλθης ασφαλής και να κληρονομήσης δια παντός την γην, την εύφορον και πλουσίαν, την οποίαν ωρκίσθη ο Κυριος στους προπάτοράς σας,

Δευτ. 6,19         ἐκδιῶξαι πάντας τοὺς ἐχθρούς σου πρὸ προσώπου σου, καθὰ ἐλάλησε Κύριος.

Δευτ. 6,19                 ότι θα σας την δώση και θα εκδιώξη όλους τους εχθρούς σας από εμπρός σας, όπως ο Κυριος είπε.

Δευτ. 6,20         Καὶ ἔσται ὅταν ἐρωτήσῃ σε ὁ υἱός σου αὔριον λέγων· τί ἐστι τὰ μαρτύρια καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἡμῖν;

Δευτ. 6,20                Οταν δε στο μέλλον, θα σε ερωτήση ο υιός σου λέγων· τι είναι αύται αι εντολαί, οι νόμοι και αι διατάξεις, όλα όσα Κυριος ο Θεός μας διατάσσει ημάς;

Δευτ. 6,21         καὶ ἐρεῖς τῷ υἱῷ σου· οἰκέται ἦμεν τῷ Φαραὼ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ ἐξήγαγεν ἡμᾶς Κύριος ἐκεῖθεν ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ.

Δευτ. 6,21                 Συ θα απαντήσης στο παιδί σου. Υπήρξαμεν δούλοι του Φαραώ εις την χώραν της Αιγύπτου, και ο Κυριος μας έβγαλεν ελευθέρους από εκεί, με την παντοδύναμον δεξιάν Του και την μεγαλειώδη ισχύν του.

Δευτ. 6,22         καὶ ἔδωκε Κύριος σημεῖα καὶ τέρατα μεγάλα καὶ πονηρὰ ἐν Αἰγύπτῳ ἐν Φαραὼ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ἐνώπιον ἡμῶν·

Δευτ. 6,22                Εκαμε τότε ο Κυριος θαύματα καταπληκτικά, θαύματα μεγάλα και φοβερά δια τους Αιγυπτίους, δια τον Φαραώ και τον οίκον του, εμπρός εις τα μάτια μας.

Δευτ. 6,23         καὶ ἡμᾶς ἐξήγαγεν ἐκεῖθεν δοῦναι ἡμῖν τὴν γῆν ταύτην, ἣν ὤμοσε δοῦναι τοῖς πατράσιν ἡμῶν.

Δευτ. 6,23                Μας έβγαλε από εκεί ελευθέρους, δια να μας δώση την χώραν αυτήν, την οποίαν ωρκίσθη στους προπάτοράς μας ότι θα μας έδιδε.

Δευτ. 6,24         καὶ ἐνετείλατο ἡμῖν Κύριος ποιεῖν πάντα τὰ δικαιώματα ταῦτα φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἵνα εὖ ᾖ ἡμῖν πάσας τὰς ἡμέρας, ἵνα ζῶμεν ὥσπερ καὶ σήμερον.

Δευτ. 6,24                Μας διέταξε δε ο Κυριος να τηρούμεν όλους αυτούς τους νόμους, να φοβούμεθα Κυριον τον Θεόν μας, δια να είμεθα ευτυχείς όλας τας ημέρας της ζωής μας και να ζώμεν, όπως σήμερον, ασφαλείς κάτω από την προστασίαν του.

Δευτ. 6,25         καὶ ἐλεημοσύνη ἔσται ἡμῖν, ἐὰν φυλασσώμεθα ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καθὰ ἐνετείλατο ἡμῖν.

Δευτ. 6,25                Το δε έλεος του Κυρίου θα είναι πάντοτε μαζή μας, εάν φροντίζωμεν και προσπαθούμεν να τηρούμεν όλας αυτάς τας εντολάς, ενώπιον Κυρίου του Θεού ημών, όπως μας διέταξε.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 7

 

Δευτ. 7,1           Ἐὰν δὲ εἰσάγῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, καὶ ἐξάρῃ ἔθνη μεγάλα ἀπὸ προσώπου σου, τὸν Χετταῖον καὶ Γεργεσσαῖον καὶ Ἀμοῤῥαῖον καὶ Χαναναῖον καὶ Φερεζαῖον καὶ Εὐαῖον καὶ Ἰεβουσαῖον, ἑπτὰ ἔθνη πολλὰ καὶ ἰσχυρότερα ὑμῶν,

Δευτ. 7,1                    Οταν δε Κυριος ο Θεός σου σε εισαγάγη εις την χώραν, προς την οποίαν τώρα πορεύεσαι, δια να την κληρονομήσης ως ιδικήν σου, και εκβάλη από εμπρός σου έθνη μεγάλα, τους Χετταίους, τους Γεργεσαίους, τους Αμορραίους, τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους και τους Ιεβουσαίους, επτά έθνη πολυαριθμότερα και ισχυρότερα από σας

Δευτ. 7,2           καὶ παραδώσει αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὰς χεῖράς σου καὶ πατάξεις αὐτούς, ἀφανισμῷ ἀφανιεῖς αὐτούς, οὐ διαθήσῃ πρὸς αὐτοὺς διαθήκην, οὐδὲ μὴ ἐλεήσητε αὐτούς,

Δευτ. 7,2                   και θα παραδώση αυτούς Κυριος ο Θεός σου εις τα χέρια σου, θα κτυπήσης αυτούς, θα τους εξαφανίσης τελείως, δεν θα συνάψης καμμίαν συνθήκην μαζή των και δεν θα τους λυπηθήτε καθόλου.

Δευτ. 7,3           οὐδὲ μὴ γαμβρεύσητε πρὸς αὐτούς· τὴν θυγατέρα σου οὐ δώσεις τῷ υἱῷ αὐτοῦ, καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ οὐ λήψῃ τῷ υἱῷ σου·

Δευτ. 7,3                   Δεν θα έλθετε εις γάμους μαζή των. Ούτε την θυγατέρα σου θα δώσης ως σύζυγον στον υιόν κάποιου από αυτούς, ούτε την θυγατέρα εκείνου θα πάρης ως νύμφην δια τον υιόν σου.

Δευτ. 7,4           ἀποστήσει γὰρ τὸν υἱόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ λατρεύσει θεοῖς ἑτέροις, καὶ ὀργισθήσεται θυμῷ Κύριος εἰς ὑμᾶς καὶ ἐξολοθρεύσει σε τὸ τάχος.

Δευτ. 7,4                   Διότι η αλλοεθνής νύμφη θα απομακρύν τον υιόν σου από εμέ και θα λατρεύση αυτός άλλους θεούς, οπότε θα οργισθή πολύ ο Κυριος εναντίον σας και θα σε εξολοθρεύση το ταχύτερον.

Δευτ. 7,5           ἀλλ᾿ οὕτω ποιήσετε αὐτοῖς· τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τὰς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί·

Δευτ. 7,5                   Αλλά και αυτά ακόμη θα πράξης εναντίον των ειδωλολατρών αλλοεθνών· Θα κρημνίσετε τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς των στήλας, θα κατακάψετε τα ιερά δάση των και θα κάψετε εις την φωτιά τα ξυλόγλυπτα αγάλματά των.

Δευτ. 7,6           ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, καὶ σὲ προείλετο Κύριος ὁ Θεός σου εἶναι αὐτῷ λαὸν περιούσιον παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.

Δευτ. 7,6                   Διότι συ εν αντιθέσει προς εκείνους είσαι λαός άγιος, αφιερωμένος στον Κυριον και Θεόν σου. Κυριος ο Θεός σου σε εξέλεξεν ανάμεσα από όλα τα άλλα έθνη της γης να είσαι ιδική του εκλεκτή περιουσία.

Δευτ. 7,7           οὐχ ὅτι πολυπληθεῖτε παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, προείλετο Κύριος ὑμᾶς καὶ ἐξελέξατο Κύριος ὑμᾶς, ὑμεῖς γάρ ἐστε ὀλιγοστοὶ παρὰ πάντα τὰ ἔθνη,

Δευτ. 7,7                   Σας εξέλεξε δε ο Κυριος ανάμεσα από όλα τα άλλα έθνη, όχι διότι είσθε πολυάριθμοι, τουναντίον είσθε ολιγάριθμοι εν συγκρίσει προς όλα τα αλλά έθνη,

Δευτ. 7,8           ἀλλὰ παρὰ τὸ ἀγαπᾶν Κύριον ὑμᾶς καὶ διατηρῶν τὸν ὅρκον, ὃν ὤμοσε τοῖς πατράσιν ὑμῶν, ἐξήγαγεν ὑμᾶς Κύριος ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐλυτρώσατό σε Κύριος ἐξ οἴκου δουλείας, ἐκ χειρὸς Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου.

Δευτ. 7,8                   αλλά διότι σας αγαπά ο Κυριος και διότι τηρεί τον όρκον, τον οποίον έδωσεν στους προπάτοράς σας. Ο Κυριος σας έβγαλεν ελευθέρους με την παντοδύναμον αυτού δεξιάν και την ακατανίκητον δύναμίν του και σας απήλλαξεν από την χώραν της δουλείας, από τα χέρια του Φαραώ, του βασιλέως της Αιγύπτου.

Δευτ. 7,9           καὶ γνώσῃ ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου, οὗτος Θεός, Θεὸς πιστός, ὁ φυλάσσων διαθήκην καὶ ἔλεος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ εἰς χιλίας γενεὰς

Δευτ. 7,9                   Από όλα αυτά, και από όσα άλλα θα κάμη προς χάριν σου ο Θεός, θα μάθης, ότι Κυριος ο Θεός σου αυτός είναι ο αληθινός Θεός, Θεός αξιόπιστος, ο οποίος τηρεί την υπόσχεσίν του και εκδηλώνει το έλεός του εις αυτούς που τον αγαπούν και τηρούν τας εντολάς του μέχρι χιλίων γενεών.

Δευτ. 7,10         καὶ ἀποδιδοὺς τοῖς μισοῦσι κατὰ πρόσωπον ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς· καὶ οὐχὶ βραδυνεῖ τοῖς μισοῦσι, κατὰ πρόσωπον ἀποδώσει αὐτοῖς.

Δευτ. 7,10                 Αλλά είναι και Θεός δίκαιος, ο οποίος ανταποδίδει προσωπικώς στους μισούντας αυτόν και αμετανοήτους κατά τα έργα αυτών και εξολοθρεύει αυτούς. Δεν θα βραδύνη δε να τιμωρήση προσωπικώς τους μισούντας αυτόν και να ανταποδώση εις αυτούς κατά τα έργα των.

Δευτ. 7,11         καὶ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα ταῦτα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον ποιεῖν.

Δευτ. 7,11                  Λοιπόν, προσέξατε, ώστε να τηρήσετε τας εντολάς, τους νόμους και τας διατάξεις αυτάς, όλα όσα εγώ εκ μέρους του Θεού σας διατάσσω σήμερον να πράττετε.

Δευτ. 7,12         Καὶ ἔσται ἡνίκα ἂν ἀκούσητε τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ φυλάξητε καὶ ποιήσητε αὐτά, καὶ διαφυλάξει Κύριος ὁ Θεός σού σοι τὴν διαθήκην καὶ τὸ ἔλεος, ὃ ὤμοσε τοῖς πατράσιν ὑμῶν,

Δευτ. 7,12                 Εάν δε σεις ακούσετε με προσοχήν τας εντολάς αυτάς και φροντίσετε, ώστε να τας τηρήτε, θα τηρήση και Κυριος ο Θεός σας την υπόσχεσίν του και το έλεός του που ωρκίσθη στους προπάτοράς σας.

Δευτ. 7,13         καὶ ἀγαπήσει σε καὶ εὐλογήσει σε καὶ πληθυνεῖ σε καὶ εὐλογήσει τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου καὶ τὸν καρπὸν τῆς γῆς σου, τὸν σῖτόν σου καὶ τὸν οἶνόν σου καὶ τὸ ἔλαιόν σου, τὰ βουκόλια τῶν βοῶν σου καὶ τὰ ποίμνια τῶν προβάτων σου ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσι σου δοῦναί σοι.

Δευτ. 7,13                 Θα σε αγαπήση ο Κυριος, θα σε ευλογήση, θα σε πληθύνη, θα ευλογήση τα παιδιά σου και τα προϊόντα της χώρας σου, το σιτάρι σου, το κρασί σου, το λάδι σου, τα κοπάδια των βοών σου, τα κοπάδια των προβάτων σου εις την χώραν, την οποίαν ο Κυριος ωρκίσθη στους προπάτοράς σου, ότι θα δώση εις σέ.

Δευτ. 7,14         εὐλογητός ἔσῃ παρὰ πάντα τὰ ἔθνη· οὐκ ἔσται ἐν ὑμῖν ἄγονος οὐδὲ στεῖρα καὶ ἐν τοῖς κτήνεσί σου.

Δευτ. 7,14                 Θα είσαι ευλογημένος περισσότερον από όλα τα άλλα έθνη. Κανένας άνδρας από σας δεν θα είναι άγονος και καμμιά γυνή δεν θα είναι στείρα. Το ίδιο θα συμβή και εις τα ζώα σου· δεν θα υπάρξη εις αυτά στειρότης.

Δευτ. 7,15         καὶ περιελεῖ Κύριος ὁ Θεός σου ἀπὸ σοῦ πᾶσαν μαλακίαν· καὶ πάσας νόσους Αἰγύπτου τὰς πονηράς, ἃς ἑώρακας, καὶ ὅσα ἔγνως, οὐκ ἐπιθήσει ἐπὶ σὲ καὶ ἐπιθήσει αὐτὰ ἐπὶ πάντας τοὺς μισοῦντάς σε.

Δευτ. 7,15                 Θα αφαιρέση και θα απομακρύνη Κυριος ο Θεός από σε και κάθε αδιαθεσίαν ακόμη. Από όλας τας ασθενείας της Αιγύπτου, τας βαρείας και σκληράς που είδες και εγνώρισες, καμμίαν δεν θα σου στείλη ο Θεός. Θα τας επιρρίψη όμως εις εκείνους, οι οποίοι σε μισούν.

Δευτ. 7,16         καὶ φαγῇ πάντα τὰ σκῦλα τῶν ἐθνῶν, ἃ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι· οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ λατρεύσῃς τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ὅτι σκῶλον τοῦτό ἐστί σοι.

Δευτ. 7,16                 Συ θα απολαύσης τα λάφυρα των εθνών, τα οποία ο Κυριος σου δίδει. Πρόσεξε όμως· δεν θα λυπηθή το μάτι σου αυτούς και δεν θα λατρεύσης τους θεούς των, διότι άλλως, θα αποβή αυτό πρόσκομμα και συμφορά εις σέ.

Δευτ. 7,17         ἐὰν δὲ λέγῃς ἐν τῇ διανοίᾳ σου, ὅτι πολὺ τὸ ἔθνος τοῦτο ἢ ἐγώ, πῶς δυνήσομαι ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς;

Δευτ. 7,17                 Εάν είπης κατά νουν, ότι το εχθρικον αυτό έθνος είναι πολυαριθμότερον από εμέ και πως θα ημπορέσω εγώ να τους εξολοθρεύσω;

Δευτ. 7,18         οὐ φοβηθήσῃ αὐτούς· μνείᾳ μνησθήσῃ ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός σου τῷ Φαραὼ καὶ πᾶσι τοῖς Αἰγυπτίοις,

Δευτ. 7,18                 Μη τους φοβηθής ! Επανάφερε ζωηρά εις την μνήμην σου, όσα έκαμε Κυριος ο Θεός σου στον Φαραώ και και εις όλους τους Αιγυπτίους, οι οποίοι, φυσικά, ήσαν ασυγκρίτως πολυαριθμότεροι από σέ.

Δευτ. 7,19         τοὺς πειρασμοὺς τοὺς μεγάλους, οὓς εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί σου, τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα τὰ μεγάλα ἐκεῖνα, τὴν χεῖρα τὴν κραταιὰν καὶ τὸν βραχίονα τὸν ὑψηλόν, ὡς ἐξήγαγέ σε Κύριος ὁ Θεός σου, οὕτω ποιήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, οὓς σὺ φοβῇ ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.

Δευτ. 7,19                 Ενθυμήσου τας μεγάλας τιμωρίας, που είδον οι οφθαλμοί σου, τα καταπληκτικά και μεγάλα εκείνα σημεία και τέρατα, την παντοδύναμον δεξιάν του Κυρίου και την ακατανίκητον δύναμίν του, όταν Κυριος ο Θεός σου, ελεύθερον σε έβγαλε από την Αίγυπτον. Τα ίδια και τώρα θα κάμη εναντίον όλων των ειδωλολατρικών και εχθρικών προς σε εθνών, ενώπιον των οποίων συ σήμερον φοβείσαι.

Δευτ. 7,20         καὶ τὰς σφηκίας ἀποστελεῖ Κύριος ὁ Θεός σου εἰς αὐτούς, ἕως ἂν ἐκτριβῶσιν οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ κεκρυμμένοι ἀπὸ σοῦ.

Δευτ. 7,20                Και σμήνη ακόμη από σφήκας θα αποστείλη Κυριος ο Θεός σου εναντίον αυτών, μέχρις ότου συντριβούν και εξαφανισθούν, όσοι θα έχουν γλυτώσει από την μάχην και θα έχουν κρυβή από τα μάτια σου.

Δευτ. 7,21         οὐ τρωθήσῃ ἀπὸ προσώπου αὐτῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου ἐν σοί, Θεὸς μέγας καὶ κραταιός,

Δευτ. 7,21                 Συ δε ούτε καν θα πληγωθής από αυτούς, διότι Κυριος ο Θεός σου είναι μαζί σου, είναι μεταξύ σας, ο Θεός ο μέγας και παντοδύναμος.

Δευτ. 7,22         καὶ καταναλώσει Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη ταῦτα ἀπὸ προσώπου σου κατὰ μικρὸν μικρόν· οὐ δυνήσῃ ἐξαναλῶσαι αὐτοὺς τὸ τάχος, ἵνα μὴ γένηται ἡ γῆ ἔρημος καὶ πληθυνθῇ ἐπὶ σὲ τὰ θηρία τὰ ἄγρια.

Δευτ. 7,22                Κυριος ο Θεός σου θα καταστρέψη και θα εξαφανίση ολίγον κατ' ολίγον τα έθνη αυτά από εμπρός σου. Δεν θα ημπορέσης, και δεν πρέπει, να εξαφανίσης αυτούς ταχέως, δια να μη μείνη έρημος και ακατοίκητος η χώρα από ανθρώπους και πληθυνθούν τα άγρια θηρία εναντίον σου.

Δευτ. 7,23         καὶ παραδώσει αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὰς χεῖράς σου καὶ ἀπολεῖς αὐτοὺς ἀπωλείᾳ μεγάλῃ, ἕως ἂν ἐξολοθρεύσητε αὐτούς.

Δευτ. 7,23                 Αυτούς Κυριος ο Θεός σου θα τους παραδώση εις τα χέρια σου και θα καταστρέφης αυτούς ολοκληρωτικώς, μέχρις ότου εξολοθρευθούν και εξαφανισθούν πλήρως.

Δευτ. 7,24         καὶ παραδώσει τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου· οὐκ ἀντιστήσεται οὐδεὶς κατὰ πρόσωπόν σου, ἕως ἂν ἐξολοθρεύσῃς αὐτούς.

Δευτ. 7,24                Ο Θεός θα παραδώση εις τα χέρια σας τους βασιλείς των εθνών αυτών, θα τους εξοντώσετε, ώστε να χαθούν και τα ονόματα αυτών από τον τόπον, όπου εβασίλευον. Κανείς δεν θα ημπορέση να αντισταθή απέναντί σας, μέχρις ότου τους εξολοθρεύσετε όλους.

Δευτ. 7,25         τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν καύσετε πυρί· οὐκ ἐπιθυμήσεις ἀργύριον οὐδὲ χρυσίον ἀπ᾿ αὐτῶν σὺ λήψῃ σεαυτῷ, μὴ πταίσῃς δι᾿ αὐτό, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι·

Δευτ. 7,25                 Τα αγάλματα των θεών των θα τα παραδώσετε στο πυρ, δια να καούν. Δεν θα επιθυμήσης και δεν θα πάρης δια τον εαυτόν σου το χρυσίον και το αργύριον από αυτά. Μη θελήσης να αμαρτήσης λαμβάνων το χρυσίον αυτό, διότι είναι πολύ μισητόν ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 7,26         καὶ οὐκ εἰσοίσεις βδέλυγμα εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ ἀνάθεμα ἔσῃ ὥσπερ τοῦτο· προσοχθίσματι προσοχθιεῖς καὶ βδελύγματι βδελύξῃ, ὅτι ἀνάθημά ἐστι.

Δευτ. 7,26                Τέτοια βδελύγματα δεν θα εισαγάγης στο σπίτι σου, διότι άλλως θα είσαι και συ αναθεματισμένος, όπως και εκείνο. Θα το αποστρέφεσαι με όλην σου την δύναμιν και θα αισθάνεσαι κάθε βδελυγμίαν εναντίον των αγαλμάτων αυτών, διότι είναι κατηραμένα.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 8

 

Δευτ. 8,1           Πάσας τὰς ἐντολάς, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, φυλάξεσθε ποιεῖν, ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσέλθητε καὶ κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν τοῖς πατράσιν ὑμῶν.

Δευτ. 8,1                   Ολας αυτάς τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας δίδω φροντίσατε να τας τηρήσετε, δια να ζήτε ασφαλείς και μακροχρόνιοι και να πολλαπλασιασθήτε, να εισέλθετε και να κληρονομήσετε ως ιδικήν σας την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας ωρκίσθη στους προπάτοράς σας, ότι θα δώση εις σας.

Δευτ. 8,2           καὶ μνησθήσῃ πᾶσαν τὴν ὁδόν, ἣν ἤγαγέ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅπως ἂν κακώσῃ σε καὶ πειράσῃ σε καὶ διαγνωσθῇ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ σου, εἰ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἢ οὔ.

Δευτ. 8,2                   Θα ενθυμήσθε όλην την πορείαν, κατά την οποίαν ο Κυριος και Θεός σας σας ωδηγούσε δια μέσου της ερήμου δια να σας ταλαιπωρήση παιδαγωγικώς και σας υποβάλη εις δοκιμασίας, δια να φανερωθούν έτσι αι διαθέσεις της καρδίας σας, εάν δηλαδή θα είχατε την απόφασιν να τηρήσετε η όχι τας εντολάς του.

Δευτ. 8,3           καὶ ἐκάκωσέ σε καὶ ἐλιμαγχόνησέ σε καὶ ἐψώμισέ σε τὸ μάννα, ὃ οὐκ ᾔδεισαν οἱ πατέρες σου, ἵνα ἀναγγείλῃ σοι, ὅτι οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι τῷ ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος.

Δευτ. 8,3                   Σας εταλαιπώρησε, σας αφήκε να πεινάσετε και κατόπιν σας έδωσε ως καθημερινόν σας ψωμί το μάννα, το οποίον δεν εγνώριζαν οι προπάτορές σας, δια να διδάξη εις σας, ότι δέιν ζη ο άνθρωπος μόνον με τον συνήθη άρτον,άλλα ζη και με κάθε λόγον, ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού (με θαύματα δηλαδή που κάνει ο Θεός).

Δευτ. 8,4           τὰ ἱμάτιά σου οὐκ ἐπαλαιώθη ἀπὸ σοῦ, τὰ ὑποδήματά σου οὐ κατετρίβη ἀπὸ σοῦ, οἱ πόδες σου οὐκ ἐτυλώθησαν, ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη.

Δευτ. 8,4                   Και ιδού ότι επί τεσσαράκοντα έτη τα ενδύματά σας και τα υποδήματά σας δεν επάληωσαν και δεν εφθάρησαν, τα δε πόδια σας δεν έκαμαν κάλους.

Δευτ. 8,5           καὶ γνώσῃ τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὡς εἴ τις ἄνθρωπος παιδεύσῃ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, οὕτω Κύριος ὁ Θεός σου παιδεύσει σε,

Δευτ. 8,5                   Από όλα αυτά θα μάθετε, ότο, όπως ένας πατέρας θα παιδαγωγήση τα παιδί του δια μέσου διαφόρων δοκιμασιών, έτσι και Κυριος ο Θεός σας δια των θλίψεων θα σας παιδαγωγήση.

Δευτ. 8,6           καὶ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου πορεύεσθαι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φοβεῖσθαι αὐτόν·

Δευτ. 8,6                   Αυτά έχοντες υπ' όψει, θα φυλάξετε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, ώστε να πορεύεσθε την οδόν των εντολών του και να φοβείσθε αυτόν.

Δευτ. 8,7           ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεός σου εἰσάξει σε εἰς γῆν ἀγαθὴν καὶ πολλήν, οὗ χείμαῤῥοι ὑδάτων καὶ πηγαὶ ἀβύσσων ἐκπορευόμεναι διὰ τῶν πεδίων καὶ διὰ τῶν ὀρέων·

Δευτ. 8,7                   Διότι Κυριος ο Θεός σας θα σας εισαγάγη εις την γην, την εύφορον και μεγάλην, όπου υπάρχουν άφθονα ύδατα χειμάρρων και πηγαί αναβλύζουσαι από τα έγκατα της γης, των οποίων τα ύδατα θα ρέουν δια μέσου των πεδιάδων και επάνω ακόμη εις τα όρη.

Δευτ. 8,8           γῆ πυροῦ καὶ κριθῆς, ἄμπελοι, συκαῖ, ῥοαί, γῆ ἐλαίας ἐλαίου καὶ μέλιτος·

Δευτ. 8,8                   Η γη αυτή παράγει σίτον και κριθήν, έχει αμπέλους, συκιές και ροδιές· είναι γη της εληάς, του λαδιού και του μέλιτος.

Δευτ. 8,9           γῆ, ἐφ᾿ ἧς οὐ μετὰ πτωχείας φαγῇ τὸν ἄρτον σου καὶ οὐκ ἐνδεηθήσῃ ἐπ᾿ αὐτῆς οὐδέν· γῆ, ἧς οἱ λίθοι σίδηρος, καὶ ἐκ τῶν ὀρέων αὐτῆς μεταλλεύσεις χαλκόν·

Δευτ. 8,9                   Χωρα, επί της οποίας δεν θα τρώγετε ολιγοστόν τον άρτον σας και δεν θα στερηθήτε τίποτε από αυτήν. Είναι χώρα, της οποίας οι λίθοι είναι ωσάν σίδηρος και από τα όρη αυτής θα βγάνετε μεταλλεύματα χαλκού.

Δευτ. 8,10         καὶ φαγῇ καὶ ἐμπλησθήσῃ καὶ εὐλογήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς δέδωκέ σοι.

Δευτ. 8,10                 Θα φάτε και θα χορτάσετε και θα δοξολογήσετε Κυριον τον Θεόν σας, εγκατεστημένοι πλέον εις την εύφορον και πλουσίαν αυτήν γην, την οποίαν ο Κυριος σας έδωσε.

Δευτ. 8,11         πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ μὴ φυλάξαι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ κρίματα καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον,

Δευτ. 8,11                  Προσέχετε όμως στον εαυτόν σας, μήπως τυχόν και λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας και δεν τηρήσετε τας εντολάς αυτού, τας διατάξεις και τους νόμους του, όσα εγώ σήμερον σας παραγγέλλω.

Δευτ. 8,12         μὴ φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς καὶ οἰκίας καλὰς οἰκοδομήσας καὶ κατοικήσας ἐν αὐταῖς

Δευτ. 8,12                 Προσέχετε, μήπως, αφού φάγετε καλά και χορτασθήτε και οικοδομήσετε ωραίας και ανέτους οικίας και εγκατασταθήτε εις αυτάς,

Δευτ. 8,13         καὶ τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου πληθυνθέντων σοι, ἀργυρίου καὶ χρυσίου πληθυνθέντος σοι καὶ πάντων, ὅσων σοι ἔσται, πληθυνθέντων σοι,

Δευτ. 8,13                 πολλαπλασιασθούν δε τα βόδια σας και τα πρόβατά σας, πληθυνθή το αργύριον και το χρυσάφι σας και γενικώς αυξηθούν όλα τα υπάρχοντά σου,

Δευτ. 8,14         ὑψωθῇς τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας,

Δευτ. 8,14                 μήπως τυχόν και υπερηφανευθή η καρδία σας και λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας, ο οποίος σας ηλευθέρωσε από την Αίγυπτον, την χώραν αυτήν της δουλείας,

Δευτ. 8,15         τοῦ ἀγαγόντος σε διὰ τῆς ἐρήμου τῆς μεγάλης καὶ τῆς φοβερᾶς ἐκείνης, οὗ ὄφις δάκνων καὶ σκορπίος καὶ δίψα, οὗ οὐκ ἦν ὕδωρ, τοῦ ἐξαγαγόντος σοι ἐκ πέτρας ἀκροτόμου πηγὴν ὕδατος,

Δευτ. 8,15                 σας ωδήγησε δια μέσου της μεγάλης εκείνης και φοβεράς ερήμου, όπου τα δηλητηριώδη φίδια και οι σκορπιοί και η δίψα, εις τας περιοχάς που δεν υπήρχε ύδωρ· προσέχετε μήπως λησμονήσετε τον Θεόν, ο οποίος έβγαλε από απόκρημνον βράχον πλουσίαν πηγήν ύδατος·

Δευτ. 8,16         τοῦ ψωμίσαντός σε τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὃ οὐκ ᾔδεις σὺ καὶ οὐκ ᾔδεισαν οἱ πατέρες σου, ἵνα κακώσῃ σε καὶ ἐκπειράσῃ σε καὶ εὖ σε ποιήσῃ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν σου.

Δευτ. 8,16                 τον Θεόν, ο οποίος αντί άρτου σας έδωσε εις την έρημον το μάννα, το οποίον ούτε σεις ούτε οι πρόγονοί σας εγνωρίσατε, και σας έστειλε δσκιμασίας, δια να σας θλίψη και καταρτίση, έπειτα δε κατά τους τελευταίους τούτους καιρούς, να σας ευλογήση.

Δευτ. 8,17         μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· ἡ ἰσχύς μου καὶ τὸ κράτος τῆς χειρός μου ἐποίησέ μοι τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην ταύτην·

Δευτ. 8,17                 Προσέξατε μήπως τυχόν και πήτε κατά διάνοιαν· Η ισχύς μου και η δύναμις της χειρός μου, μου προσεπόρισαν την μεγάλην αυτήν ευημερίαν.

Δευτ. 8,18         καὶ μνησθήσῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ὅτι αὐτός σοι δίδωσιν ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι δύναμιν καὶ ἵνα στήσῃ τὴν διαθήκην αὐτοῦ, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσι σου, ὡς σήμερον.

Δευτ. 8,18                 Αλλά πρέπει να ενθυμήσθε Κυριον τον Θεόν σας, διότι αυτός σας έδωκε την δύναμιν να αποκτήσετε τα πλούσια αυτά αγαθά, δια να τηρήση την υπόσχεσίν του, που είχε δώσει με όρκον στους προπάτοράς σας, πράγμα το οποίον και έκαμε σήμερον.

Δευτ. 8,19         καὶ ἔσται ἐὰν λήθῃ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ πορευθῇς ὀπίσω θεῶν ἑτέρων καὶ λατρεύσῃς αὐτοῖς καὶ προσκυνήσῃς αὐτοῖς, διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε·

Δευτ. 8,19                 Εάν όμως λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας, εκτραπήτε δε οπίσω άλλων ψευδών θεών και λατρεύσετε αυτούς και προσκυνήσετε αυτούς, σας διαβεβαιώνω σήμερον ενώπιον του ουρανού και της γης, ότι θα υποστήτε πανωλεθρίαν.

Δευτ. 8,20         καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη, ὅσα Κύριος ὁ Θεὸς ἀπολλύει πρὸ προσώπου ὑμῶν, οὕτως ἀπολεῖσθε, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἠκούσατε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν.

Δευτ. 8,20                Οπως Κυριος ο Θεός καταστρέφει σήμερον από εμπρός σας τα αλλά έθνη δια τας αμαρτίας των, έτσι και σεις θα καταστραφήτε, διότι δεν ηκούσατε τα λόγια Κυρίου του Θεού σας.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 9

 

Δευτ. 9,1           Ἄκουε, Ἰσραήλ· σὺ διαβαίνεις σήμερον τὸν Ἰορδάνην εἰσελθεῖν κληρονομῆσαι ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρότερα μᾶλλον ἢ ὑμεῖς, πόλεις μεγάλας καὶ τειχήρεις ἕως τοῦ οὐρανοῦ,

Δευτ. 9,1                   Ακουσε, λαέ του Ισραήλ, θα διαβής κατά τον χρόνον αυτόν τον Ιορδάνην, θα εισέλθης εις την γην της Επαγγελίας δια να γίνης κύριος και κληρονόμος λαών μεγάλων κατά πολύ ισχυροτέρων από σέ, πόλεων μεγάλων, των οποίων τα οχυρά τείχη φθάνουν έως τον ουρανόν.

Δευτ. 9,2           λαὸν μέγαν καὶ πολὺν καὶ εὐμήκη, υἱοὺς Ἐνάκ, οὓς σὺ οἶσθα καὶ σὺ ἀκήκοας· τίς ἀντιστήσεται κατὰ πρόσωπον υἱῶν Ἐνάκ;

Δευτ. 9,2                   Θα κυριεύσετε λαόν ισχυρόν πολυάριθμον, ανθρώπους μεγάλου αναστήματος, τους απογόνους Ενάκ, τους οποίους γνωρίζεις και έχεις ακούσει να λέγεται δι' αυτούς· “ποιός ημπορεί να αντισταθή εμπρός στους Ενακίτας;”

Δευτ. 9,3           καὶ γνώσῃ σήμερον, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου, οὗτος προπορεύσεται πρὸ προσώπου σου· πῦρ καταναλίσκον ἐστίν· οὗτος ἐξολοθρεύσει αὐτούς, καὶ οὗτος ἀποστρέψει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου, καὶ ἀπολεῖ αὐτοὺς ἐν τάχει, καθάπερ εἶπέ σοι Κύριος.

Δευτ. 9,3                   Θα μάθης όμως σήμερον, ότι Κυριος ο Θεός σου θα προχωρή εμπρός από σέ, ωσάν καταστρεπτικόν πυρ δια τους εχθρούς σου. Αυτός θα τους εξολοθρεύση. Αυτός θα τους τρέψη εις φυγήν από εμπρός σου και ταχέως θα τους καταστρέψη, όπως σου έχει υποσχεθή ο Κυριος.

Δευτ. 9,4           μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἐν τῷ ἐξαναλῶσαι Κύριον τὸν Θεόν σου τὰ ἔθνη ταῦτα πρὸ προσώπου σου λέγων· διὰ τὰς δικαιοσύνας μου εἰσήγαγέ με Κύριος κληρονομῆσαι τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην·

Δευτ. 9,4                   Οταν όμως Κυριος ο Θεός σου συντρίψη και εξαφανίση εμπρός από τα μάτια σου τα έθνη αυτά, μη σου έλθη ποτέ στον νουν η σκέψις και είπης· ο Κυριος με εισήγαγε, δια να καταλάβω ως κληροναμίαν μου την εύφορον και πλουσίαν αυτήν χώραν, ένεκα των αρετών μου.

Δευτ. 9,5           οὐχὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην σου, οὐδὲ διὰ τὴν ὁσιότητα τῆς καρδίας σου σὺ εἰσπορεύῃ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀσέβειαν τῶν ἐθνῶν τούτων Κύριος ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἵνα στήσῃ τὴν διαθήκην αὐτοῦ, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ἡμῶν, τῷ Ἁβραὰμ καὶ τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῷ Ἰακώβ.

Δευτ. 9,5                   Οχι δια τας αρετάς σου· ούτε δια την αγνότητα και ευσέβειαν της καρδίας σου εισέρχεσαι συ να κληρονομήσης την χώραν αυτών των εθνών, αλλά δια την αθεράπευτον ασέβειαν αυτών των εθνών, θα τα εξολοθρεύση ο Κυριος από εμπρός σου, δια να εκπληρώση και την υπόσχεσίν του, την οποίαν με όρκον επεβεβαίωσεν στους προπάτοράς μας, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ.

Δευτ. 9,6           καὶ γνώσῃ σήμερον ὅτι οὐχὶ διὰ τὰς δικαιοσύνας σου Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην κληρονομῆσαι, ὅτι λαὸς σκληροτράχηλος εἶ.

Δευτ. 9,6                   Και θα μάθης σήμερον, ότι Κυριος ο Θεός σου σου παραχωρεί την ευλογημένην αυτήν γην ως κληρονομίαν, όχι δια τας αρετάς σου, διότι εις την πραγματικότητα και συ είσαι λαός ανυπότακτος και σκληρός.

Δευτ. 9,7           μνήσθητι, μὴ ἐπιλάθῃ ὅσα παρώξυνας Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐξήλθετε ἐξ Αἰγύπτου ἕως ἤλθετε εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ἀπειθοῦντες διετελεῖτε τὰ πρὸς Κύριον.

Δευτ. 9,7                   Ενθυμήσου, και ποτέ μη λησμονήσης, πόσον πολύ και πόσας φοράς παρώργισες Κυριον τον Θεόν σου εις την έρημον. Από την ημέραν που ανεχωρήσατε ελεύθεροι από την Αίγυπτον, μέχρις ότου ήλθατε στον τόπον τούτον, κατά συνέχειαν εφερθήκατε με δυστροπίαν και απείθειαν απέναντι του Κυρίου.

Δευτ. 9,8           καὶ ἐν Χωρὴβ παρωξύνατε Κύριον, καὶ ἐθυμώθη Κύριος ἐφ᾿ ὑμῖν ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς,

Δευτ. 9,8                   Ιδιαιτέρως στο όρος Χωρήβ παρωργίσατε πολύ τον Κυριον και ο Κυριος ηγανάκτησε εναντίον σας, ώστε απεφάσισε να σας εξολοθρεύση,

Δευτ. 9,9           ἀναβαίνοντός μου εἰς τὸ ὄρος λαβεῖν τὰς πλάκας τὰς λιθίνας, πλάκας διαθήκης, ἃς διέθετο Κύριος πρὸς ὑμᾶς. καὶ κατεγινόμην ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγον καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιον.

Δευτ. 9,9                   τότε που εγώ ανέβαινα στο όρος Σινά, δια να πάρω τας πλάκας της Διαθήκης, την οποίαν συνήψε με σας ο Κυριος. Επί τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας παρέμεινα στο όρος. Αρτον εκεί δεν έφαγον και νερό δεν έπιον.

Δευτ. 9,10         καὶ ἔδωκέ μοι Κύριος τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας γεγραμμένας ἐν τῷ δακτύλῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπ᾿ αὐταῖς ἐγέγραπτο πάντες οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ὄρει ἡμέρᾳ ἐκκλησίας·

Δευτ. 9,10                 Και μου έδωκε τότε ο Κυριος τας δύο λιθίνας πλάκας, γραμμένας με το θείον του δάκτυλον. Επάνω εις αυτάς ήσαν χαραγμέναι αι εντολαί, τας οποίας ο Κυριος είπε προς σας στους πρόποδας του όρους, κατά την ημέραν της γενικής συγκεντρώσεώς σας.

Δευτ. 9,11         καὶ ἐγένετο διὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν καὶ διὰ τεσσαράκοντα νυκτῶν ἔδωκε Κύριος ἐμοὶ τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας, πλάκας διαθήκης.

Δευτ. 9,11                  Μετά δεκτεσσάρα κοντά ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας μου έδωσεν ο Κυριος τας δύο λιθίνας αυτάς πλάκας της Διαθήκης

Δευτ. 9,12         καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἀνάστηθι, κατάβηθι τὸ τάχος ἐντεῦθεν, ὅτι ἠνόμησεν ὁ λαός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου· παρέβησαν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς· καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς χώνευμα.

Δευτ. 9,12                 και μου είπε ο Κυριος· σήκω, κατέβα αμέσως από εδώ, διότι ο λαός σου, τον οποίον έβγαλες ελεύθερον από την χώραν της Αιγύπτου, παρηνάμησεν, εξέκλινε και εξετράπη ταχέως από την οδόν, την οποίαν διέταξες αυτούς να πορεύωνται. Κατεσκεύασαν δια τον εαυτόν των είδωλον εις χωνευτήοιον.

Δευτ. 9,13         καὶ εἶπε Κύριος πρός με λέγων· λελάληκα πρός σε ἅπαξ καὶ δὶς λέγων· ἑώρακα τὸν λαὸν τοῦτον, καὶ ἰδοὺ λαὸς σκληροτράχηλός ἐστι·

Δευτ. 9,13                 Είπε δε πάλιν ο Κυριος προς εμέ· Εχω ομιλήσει προς σε και μίαν και δύο φοράς και σου είπα· είδα και παρακολούθησα τον λαόν τούτον και ιδού, ότι ο λαός αυτός είναι σκληρός και ανυπότακτος !

Δευτ. 9,14         καὶ νῦν ἔασόν με ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, καὶ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτῶν ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ ἰσχυρὸν καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τοῦτο.

Δευτ. 9,14                 Και τώρα άφησέ με να τους εξολοθρεύσω και να εξαλείψω το όνομα αυτών από την υφήλιον και αναδείξω σε λαόν μεγάλον και ισχυρόν πολύ περισσότερον από αυτόν.

Δευτ. 9,15         καὶ ἐπιστρέψας κατέβην ἐκ τοῦ ὄρους, καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δύο πλάκες τῶν μαρτυρίων ἐπὶ ταῖς δυσὶ χερσί μου.

Δευτ. 9,15                 Επέστρεψα εγώ τότε και κατέβην από το όρος, ενώ το όρος εκαίετο με φωτιά που έφθανεν έως τον ουρανόν, και αι δύο πλάκες της Διαθήκης ευρίσκοντο εις τα δύο μου χέρια.

Δευτ. 9,16         καὶ ἰδὼν ὅτι ἡμάρτετε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ ἐποιήσατε ὑμῖν αὐτοῖς χωνευτὸν καὶ παρέβητε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλατο Κύριος ὑμῖν ποιεῖν,

Δευτ. 9,16                 Είδα τότε και εγώ, ότι όντως είχατε αμαρτήσει ενώπιον Κυρίου του Θεού σας και είχατε κατασκευάσει σεις οι ίδιοι δια τον εαυτόν σας ειδωλικόν άγαλμα χυτόν και έτσι εξεκλίνατε από την οδόν, εις την οποίαν ο Κυριος σας είχε διατάξει να βαδίσετε.

Δευτ. 9,17         καὶ ἐπιλαβόμενος τῶν δύο πλακῶν ἔῤῥιψα αὐτὰς ἀπὸ τῶν δύο χειρῶν μου, καὶ συνέτριψα ἐναντίον ὑμῶν.

Δευτ. 9,17                 Λαβών τας δύο πλάκας τας επέταξα με ορμήν από τα δύο χέρια μου και τας εθρυμμάτισα ενώπιόν σας.

Δευτ. 9,18         καὶ ἐδεήθην ἐναντίον Κυρίου δεύτερον καθάπερ καὶ τὸ πρότερον τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, ἄρτον οὐκ ἔφαγον καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιον, περὶ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν ὑμῶν, ὧν ἡμάρτετε ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ παροξῦναι αὐτόν.

Δευτ. 9,18                 Ικέτευσα εκ βάθους καρδίας τον Κυριον, δευτέραν αυτήν φοράν, όπως ακριβώς και προηγουμένως επί τεσσαράκοντα ημέρας και νύκτας, κατά τας οποίας άρτον δεν έφαγον και ύδωρ δεν έπιον, τον ικέτευσα δι' όλας τας αμαρτίας, τας οποίας διειπράξατε, ώστε να καταπέσετε μέχρι τέτοιου σημείου, να διαπράξετε αύτο το φοβερόν αμάρτημα της ειδωλοποιΐας ενώπιον Κυρίου του Θεού σας και να τον παροργίσετε τόσον πολύ εναντίον σας.

Δευτ. 9,19         καὶ ἔκφοβός εἰμι διὰ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργήν, ὅτι παρωξύνθη Κύριος ἐφ᾿ ὑμῖν τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς καὶ εἰσήκουσε Κύριος ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ.

Δευτ. 9,19                 Ενώπιον του μεγάλου θυμού και της οργής του Κυρίου κατελήφθην από μέγαν φόβον, διότι τόσον πολύ ηγανάκτησεν εναντίον σας ο Κυριος, ώστε επήρε την απόφασιν να σας εξολοθρεύση. Αλλά ο Κυριος εισήκουσε την δέησίν μου κατά τον καιρόν εκείνον.

Δευτ. 9,20         καὶ ἐπὶ Ἀαρὼν ἐθυμώθη ἐξολοθρεῦσαι αὐτόν, καὶ ηὐξάμην καὶ περὶ Ἀαρὼν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ.

Δευτ. 9,20                Και εναντίον του Ααρών ηγανάκτησε τότε ο Κυριος και ηθέλησε να τον εξολοθρεύση, αλλά εγώ προσευχήθην και δι' αυτόν κατά τον καιρόν εκείνον.

Δευτ. 9,21         καὶ τὴν ἁμαρτίαν ὑμῶν, ἣν ἐποιήσατε, τὸν μόσχον, ἔλαβον αὐτὸν καὶ κατέκαυσα αὐτὸν ἐν πυρὶ καὶ συνέκοψα αὐτὸν καταλέσας σφόδρα, ἕως οὗ ἐγένετο λεπτόν· καὶ ἐγένετο ὡσεὶ κονιορτός, καὶ ἔῤῥιψα τὸν κονιορτὸν εἰς τὸν χειμάῤῥουν τὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ ὄρους.

Δευτ. 9,21                 Αυτήν δε την μεγάλην αμαρτίαν που εκάματε, το είδωλον δηλαδή του χρυσού μόσχου που ανεκηρύξατε ως θεόν σας, εγώ το επήρα και τα μεν ξύλινα αυτού εξαρτήματα κατέκαυσα, το δε υπόλοιπον χρυσόν τμήμα το έκοψα εις μικρά κομμάτια, το άλεσα έως ότου έτινε λεπτότατη σκόνι, την οποίαν έρριψα στον χείμαρρον, που κατεβαίνει από το όρος Σινά.

Δευτ. 9,22         καὶ ἐν τῷ Ἐμπυρισμῷ καὶ ἐν τῷ Πειρασμῷ, καὶ ἐν τοῖς Μνήμασι τῆς ἐπιθυμίας παροξύναντες ἦτε Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν.

Δευτ. 9,22                Αλλά και εις άλλας περιστάσεις εξοργίσατε Κυριον τον Θεόν σας, όπως συνέβη εις τας τοποθεσίας, που ωνομάζοντο Εμπυρισμός, Πειρασμός, Μνήματα Επιθυμίας.

Δευτ. 9,23         καὶ ὅτε ἐξαπέστειλεν ὑμᾶς Κύριος ἐκ Κάδης Βαρνὴ λέγων· ἀνάβητε καὶ κληρονομήσατε τὴν γῆν, ἣν δίδωμι ὑμῖν, καὶ ἠπειθήσατε τῷ ῥήματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσηκούσατε τῆς φωνῆς αὐτοῦ.

Δευτ. 9,23                Και ότε ο Κυριος ηθέλησε να σας αποστείλη προς την Παλαιστίνην από την Καδης Βαρνή και σας είπε· Προχωρήσατε και καταλάβετε ως δικήν σας κληρονομίαν την χώραν, την οποίαν εγώ σας δίδω· σεις παρηκούσατε την εντολήν Κυρίου του Θεού ημών, δεν επιστεύσατε εις αυτόν και δεν υπετάχθητε εις την εντολήν του.

Δευτ. 9,24         ἀπειθοῦντες ἦτε τὰ πρὸς Κύριον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἐγνώσθη ὑμῖν.

Δευτ. 9,24                Υπήρξατε και εφανήκατε απειθείς κατά συνέχειαν εις τας προς Κυριον σχέσεις σας από την ημέραν, κατά την οποίαν τον εγνωρίσατε, και εντεύθεν.

Δευτ. 9,25         καὶ ἐδεήθην ἔναντι Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, ὅσας ἐδεήθην· εἶπε γὰρ Κύριος ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς·

Δευτ. 9,25                Εγώ δε ικέτευσα τον Κυριον επί τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και τον παρεκάλουν κατά το διάστημα αυτό δια σας, διότι ο Κυριος είχεν είπει ότι θα σας εξολοθρεύση.

Δευτ. 9,26         καὶ ηὐξάμην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα· Κύριε βασιλεῦ τῶν θεῶν, μὴ ἐξολοθρεύσῃς τὸν λαόν σου καὶ τὴν μερίδα σου, ἣν ἐλυτρώσω, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῇ ἰσχύϊ σου τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν τῇ χειρί σου τῇ κραταιᾷ καὶ ἐν τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ·

Δευτ. 9,26                Προσευχήθην προς τον Θεόν και είπα· Κυριε, βασιλεύ των θεών, μη εξολοθρεύσης τον λαόν σου, την εκλεκτήν αυτήν μερίδα σου, την οποίαν απηλευθέρωσες, του Ισραηλίτας δηλαδή τους οποίους ελευθέρους έβγαλες από την χώραν της Αιγύπτου, με την μεγάλην σου δύναμιν, τη παντοδύναμον δεξιάν σου και την μεγαλειώδη ισχύν σου.

Δευτ. 9,27         μνήσθητι Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν θεραπόντων σου, οἷς ὤμοσας κατὰ σεαυτοῦ· μὴ ἐπιβλέψῃς ἐπὶ τὴν σκληρότητα τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τὰ ἀσεβήματα, καὶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν,

Δευτ. 9,27                Ενθυμήσου τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, τους δούλους σου, στους οποίους ωρκίσθης επί του εαυτού σου υπέρ του λαού αυτού· μη βλέπης την σκληρότητα του λαού αυτού, την ασέβειάν του και τα αμαρτήματά του.

Δευτ. 9,28         μὴ εἴπωσιν οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν, ὅθεν ἐξήγαγες ἡμᾶς ἐκεῖθεν, λέγοντες· παρὰ τὸ μὴ δύνασθαι Κύριον εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν εἶπεν αὐτοῖς, καὶ παρὰ τὸ μισῆσαι αὐτοὺς ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ ἀποκτεῖναι αὐτούς.

Δευτ. 9,28                Μη τους καταστρέψης, Κυριε, δια να μη είπουν οι κάτοικοι της γης, από όπου μας έβγαλες ελευθέρους· Επειδή ο Κυριος δεν ημπόρεσε να εισαγάγη αυτούς εις την χώραν, την οποίαν είχεν υποσχεθή και επειδή εμίσησεν αυτούς, τους έβγαλε εις την έρημον, δια να τους θανατώση !

Δευτ. 9,29         καὶ οὗτοι λαός σου καὶ κλῆρός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῇ ἰσχύϊ σου τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν τῇ χειρί σου τῇ κραταιᾷ καὶ ἐν τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ.

Δευτ. 9,29                Αλλά αυτοί είναι ιδικός σου λαός, ιδική σου κληρονομία αυτοί, τους οποίους έβγαλες από την χώραν της Αιγύπτου με την μεγάλην σου ισχύν, με την παντοδύναμον δεξιάν σου, με την μεγαλοπρεπή δύναμίν σου.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 10

 

Δευτ. 10,1         Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ εἶπε Κύριος πρός με· λάξευσον σεαυτῷ δύο πλάκας λιθίνας, ὥσπερ τὰς πρώτας, καὶ ἀνάβηθι πρός με εἰς τὸ ὄρος· καὶ ποιήσεις σεαυτῷ κιβωτὸν ξυλίνην·

Δευτ. 10,1                  Κατ' εκείνον τον καιρόν μου είπεν ο Κυριος· Πελέκησε συ ο ίδιος δύο λιθίνας πλάκας, όπως ήσαν αι δύο προηγούμεναι, και ανέβα στο όρος, προς εμέ. Επίσης συ ο ίδιος να κατασκευάσης και ένα ξύλινο κιβώτιον.

Δευτ. 10,2         καὶ γράψεις ἐπὶ τὰς πλάκας τὰ ῥήματα, ἃ ἦν ἐν ταῖς πλαξὶ ταῖς πρώταις, ἃς συνέτριψας, καὶ ἐμβαλεῖς αὐτὰς εἰς τὴν κιβωτόν.

Δευτ. 10,2                 Θα γράψης εις τας λιθίνας αυτάς πλάκας τας εντολάς, αι οποίαι ήσαν χαραγμέναι εις τας δύο προηγουμένας πλάκας, που συνέτριψες, και θα τοποθετήσης αυτάς στο κιβώτιον, την Κιβωτόν του Μαρτυρίου.

Δευτ. 10,3         καὶ ἐποίησα κιβωτὸν ἐκ ξύλων ἀσήπτων καί ἐλάξευσα τὰς πλάκας λιθίνας, ὡς αἱ πρῶται· καὶ ἀνέβην εἰς τὸ ὄρος καὶ αἱ δύο πλάκες ἐπὶ ταῖς χερσί μου.

Δευτ. 10,3                 Εκαμα όπως μου είπεν ο Θεός. Κατεσκεύασα την κιβωτόν από ξύλα που δεν σήπονται, επελέκησα τας δύο λιθίνας πλάκας, όπως ήσαν αι προηγούμεναι, και ανέβηκα στο όρος κρατών εις τας χείρας μου τας δύο πλάκας.

Δευτ. 10,4         καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τὰς πλάκας κατὰ τὴν γραφὴν τὴν πρώτην τοὺς δέκα λόγους, οὓς ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός, καὶ ἔδωκεν αὐτὰς Κύριος ἐμοί.

Δευτ. 10,4                 Ο δε Κυριος έγραψεν επάνω εις τας δύο αυτάς πλάκας, ο,τι είχε γράψει εις τας προηγουμένας, δηλαδή τον Δεκάλογον, τας δέκα εντολάς, τας οποίας είχεν είπει προς σας ο Κυριος στο όρος το Σινά μέσα από το πυρ. Αυτάς δε και μου τας έδωκεν.

Δευτ. 10,5         καὶ ἐπιστρέψας κατέβην ἐκ τοῦ ὄρους καὶ ἐνέβαλον τὰς πλάκας εἰς τὴν κιβωτόν, ἣν ἐποίησα, καὶ ἦσαν ἐκεῖ, καθὰ ἐνετείλατό μοι Κύριος.

Δευτ. 10,5                 Εγώ επέστρεψα, κατέβηκα από το όρος και έβαλα τας πλάκας μέσα εις την κιβωτόν, την οποίαν είχα κατασκευάσει, έμειναν δε και μένουν αυταί εκεί, όπως με διέταξεν ο Κυριος. Επειτα, όπως ενθυμείσθε,

Δευτ. 10,6         καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπῇραν ἐκ Βηρὼθ υἱῶν Ἰακὶμ Μισαδαΐ· ἐκεῖ ἀπέθανεν Ἀαρὼν καὶ ἐτάφη ἐκεῖ, καὶ ἱεράτευσεν Ἐλεάζαρ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Δευτ. 10,6                 ανεχώρησαν οι Ισραηλίται από την Βηρώθ, την περιοχήν της φυλής Ιακίμ, και κατηυθύνθησαν προς Μισαδαΐ. Εκεί απέθανε και ετάφη ο Ααρών ο αρχιερεύς. Αντί δε του Ααρών έγινεν αρχιερεύς ο υιός του, ο Ελεάζαρ.

Δευτ. 10,7         ἐκεῖθεν ἀπῇραν εἰς Γαδγὰδ καὶ ἀπὸ Γαδγὰδ εἰς Ἐτεβαθᾶ, γῆ χείμαῤῥοι ὑδάτων.

Δευτ. 10,7                 Από εκεί επροχώρησαν οι Ισραηλίται εις Γαδγάδ και από την περιοχήν Γαδγάδ εις την διεύθυνσιν Ετεβαθά, εις περιοχήν όπου υπάρχουν ύδατα και χείμαρροι.

Δευτ. 10,8         ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ διέστειλε Κύριος τὴν φυλὴν τὴν Λευὶ αἴρειν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου, παρεστάναι ἔναντι Κυρίου, λειτουργεῖν καὶ ἐπεύχεσθαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Δευτ. 10,8                 Κατά την εποχήν δε εκείνην εξεχώρισεν ο Κυριος την φυλήν Λευί από τας αλλάς φυλάς και ώρισε να μεταφέρη αυτή την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, να παρίσταται ενώπιον του Κυρίου, να λειτουργή και εν τω ονόματι του Κυρίου, να ευλογή τον λαόν, όπως γίνεται μέχρι σήμερον.

Δευτ. 10,9         διὰ τοῦτο οὐκ ἔστι τοῖς Λευίταις μερὶς καὶ κλῆρος ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν· Κύριος αὐτὸς κλῆρος αὐτοῦ, καθότι εἶπεν αὐτῷ.

Δευτ. 10,9                 Δια τούτο δεν υπάρχει μερίδιον γης και κληρονομία στους Λευΐτας μεταξύ των άλλων Ισραηλιτών, διότι αυτός ο ίδιος ο Κυριος, είναι η κληρονομία της φυλής Λευϊ, όπως είπεν εις αυτήν.

Δευτ. 10,10        κἀγὼ εἱστήκειν ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, καὶ εἰσήκουσε Κύριος ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς.

Δευτ. 10,10               Εγώ έμεινα στο όρος Σινά τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και προσηυχόμην δια σας· και ο Κυριος ήκουσε την πρασευχήν μου κατά τον καιρόν εκείνον και δεν ηθέλησε να σας εξολοθρεύση.

Δευτ. 10,11        καὶ εἶπε Κύριος πρός με· βάδιζε, ἄπαρον ἐναντίον τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ εἰσπορευέσθωσαν καὶ κληρονομήτωσαν τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν αὐτῶν δοῦναι αὐτοῖς.

Δευτ. 10,11                Αλλά είπεν ο Κυριος προς εμέ· Πηγαινε, αναχώρησε ως αρχηγός και προπορευόμενος του λαού αυτού, και ας εισέλθουν οι Ισραηλίται, δια να κληρονομήσουν την χώραν, την οποίαν με όρκον στους προπάτοράς των υπεσχέθην εγώ να δώσω εις αυτούς.

Δευτ. 10,12        Καὶ νῦν, Ἰσραήλ, τί Κύριος ὁ Θεός σου αἰτεῖται παρὰ σοῦ, ἀλλ᾿ ἢ φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ ἀγαπᾶν αὐτὸν καὶ λατρεύειν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου,

Δευτ. 10,12               Και τώρα, λαέ του Ισραήλ, τι άλλο ζητεί από σένα ο Θεός σου αντί όλων των ευεργεσιών του, ειμή μόνον να φοβήσαι τον Θεόν σου, να βαδίζης εις όλας τας οδούς αυτού, να αγαπάς και να λατρεύης Κυριον τον Θεόν σου, με όλην σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν,

Δευτ. 10,13        φυλάσσεσθαι τάς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἵνα εὖ σοι ᾖ;

Δευτ. 10,13               να τηρής τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου και τους νόμους του, όσα εγώ σήμερον σε διατάσσω, δια να είσαι έτσι ευτυχής;

Δευτ. 10,14        ἰδοὺ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἡ γῆ καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ·

Δευτ. 10,14               Ιδού ο ουρανός και ο υπεράνω του γηΐνου ουρανού έναστρος ουρανός, η γη και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν, ανήκουν στον Κυριον και Θεόν σου.

Δευτ. 10,15        πλὴν τοὺς πατέρας ὑμῶν προείλετο Κύριος ἀγαπᾶν αὐτούς, καὶ ἐξελέξατο τὸ σπέρμα αὐτῶν μετ᾿ αὐτοὺς ὑμᾶς παρὰ πάντα τὰ ἔθνη κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην.

Δευτ. 10,15               Εν τούτοις από όλους τους εν τη γη λαούς εξέλεξεν ο Κυριος τους προγόνους σας να τους αγαπά και τους προστατεύη ιδιαιτέρως και έπειτα από αυτούς εξέλεξε τους απογόνους των, δηλαδή σας, ανάμεσα από όλα τα έθνη κατά τους χρόνους τούτους.

Δευτ. 10,16        καὶ περιτεμεῖσθε τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν καὶ τὸν τράχηλον ὑμῶν οὐ σκληρυνεῖτε ἔτι·

Δευτ. 10,16               Απέναντι λοιπόν των δωρεών αυτών του Θεού πρέπει και σεις να περικόψετε και να πετάξετε από επάνω σας την σκληρότητα και ανυπακοήν της καρδίας σας και να μη κρατήτε σκληρόν και άκαμπτον τον τράχηλόν σας απέναντι των εντολών του Κυρίου.

Δευτ. 10,17        ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν οὗτος Θεὸς τῶν θεῶν καὶ Κύριος τῶν κυρίων, ὁ Θεὸς ὁ μέγας· καὶ ἰσχυρὸς καὶ φοβερός, ὅστις οὐ θαυμάζει πρόσωπον, οὐδ᾿ οὐ μὴ λάβῃ δῶρον,

Δευτ. 10,17               Διότι Κυριος ο Θεός σας, αυτός είναι ο αληθινός Θεός, Θεός των θεών και Κυριος των κυρίων, ο Θεός ο μέγας, ο ισχυρός και φοβερός, ο οποίος δεν καταπλήσσεται από πρόσωπα, όσον έξοχα και αν είναι αυτά, και δεν θα δελεασθή με δώρα, ώστε να μη κρίνη δικαίως.

Δευτ. 10,18        ποιῶν κρίσιν προσηλύτῳ καὶ ὀρφανῷ καὶ χήρᾳ, καὶ ἀγαπᾷ τὸν προσήλυτον δοῦναι αὐτῷ ἄρτον καὶ ἱμάτιον.

Δευτ. 10,18               Είναι Θεός δίκαιος, ο οποίος κρίνει δικαίως και αποδίδει το δίκαιον στον ξένον, στο ορφανόν, εις την χήραν, και αγαπά τον ξένον, ώστε να δίδη και εις αυτόν άρτον και ένδυμα.

Δευτ. 10,19        καὶ ἀγαπήσετε τὸν προσήλυτον· προσήλυτοι γὰρ ἦτε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ.

Δευτ. 10,19               Και σεις πρέπει να αγαπήσετε τον ξένον, διότι κάποτε, εκεί εις την Αίγυπτον, υπήρξατε και σεις ξένοι.

Δευτ. 10,20        Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ καὶ αὐτῷ λατρεύσεις καὶ πρὸς αὐτὸν κολληθήσῃ καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ὀμῇ·

Δευτ. 10,20              Κυριον τον Θεόν σου μόνον αυτόν να φοβήσαι και αυτόν να λατρεύης και εις αυτόν θα προσκολληθής και στο όνομα αυτού θα ορκίζεσαι.

Δευτ. 10,21        οὗτος καύχημά σου καὶ οὗτος Θεός σου, ὅστις ἐποίησεν ἐν σοὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ ἔνδοξα ταῦτα, ἃ εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί σου.

Δευτ. 10,21               Αυτός ο Θεός σου θα είναι το καύχημά σου, ο οποίος επραγματοποίησεν εις σε τα μεγάλα και ένδοξα αυτά, τα οποία είδον τα μάτια σου.

Δευτ. 10,22        ἐν ἑβδομήκοντα ψυχαῖς κατέβησαν οἱ πατέρες σου εἰς Αἴγυπτον, νυνὶ δὲ ἐποίησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου ὡσεὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει.

Δευτ. 10,22              Ενθυμήσου, ότι εβδομήκοντα ήσαν όλοι-όλοι οι, πρόγονοί σου, ο Ιακώβ με τους απογόνους του, οι οποίοι κατέβησαν από την Χαναάν εις την Αίγυπτον. Τωρα δε ο Κυριος σας επλήθυνε τόσον πολύ, ώστε κατά τον αριθμόν να είσθε όσα είναι τα άστρα του ουρανού.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 11

 

Δευτ. 11,1         Καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ φυλάξῃ τὰ φυλάγματα αὐτοῦ καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰς κρίσεις αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας.

Δευτ. 11,1                  Πρέπει, λοιπόν, να αγαπήσης Κυριον τον Θεόν σου και να τηρήσης όσα σου ζητεί να φυλάξης, δηλαδή τους νόμους του, τας εντολάς του και τας διατάξστου, όλας τας ημέρας της ζωής σου.

Δευτ. 11,2         καὶ γνώσεσθε σήμερον, ὅτι οὐχὶ τὰ παιδία ὑμῶν, ὅσοι οὐκ οἴδασιν οὐδὲ εἴδοσαν τὴν παιδείαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὰ μεγαλεῖα αὐτοῦ καὶ τὴν χεῖρα τὴν κραταιὰν καὶ τὸν βραχίονα τὸν ὑψηλὸν

Δευτ. 11,2                  Σας καλώ σήμερον να κατανοήσετε τας δωρεάς του Θεού. Δεν απευθύνομαι εις τα παιδιά σας, τα οποία δεν εγνώρισαν και ούτε είδον την στοργικήν και παιδαγωγικήν φροντίδα του Κυρίου δια σας, τα μεγάλα του έργα, την παντοδύναμον δεξιάν του, την μεγαλειώδη δύναμίν του,

Δευτ. 11,3         καὶ τὰ σημεῖα αὐτοῦ καὶ τὰ τέρατα αὐτοῦ, ὅσα ἐποίησεν ἐν μέσῳ Αἰγύπτου Φαραὼ βασιλεῖ Αἰγύπτου καὶ πάσῃ τῇ γῇ αὐτοῦ,

Δευτ. 11,3                  τα σημάδια της παντοδυνάμου παρουσίας του και τα καταπληκτικά θαύματα, όσα έκαμε εις όλην την Αίγυπτον, εναντίον του Φαραώ και εναντίον όλης της χώρας του,

Δευτ. 11,4         καὶ ὅσα ἐποίησε τὴν δύναμιν τῶν Αἰγυπτίων, τὰ ἅρματα αὐτῶν καὶ τὴν ἵππον αὐτῶν, καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν, ὡς ἐπέκλυσε τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης τῆς ἐρυθρᾶς ἐπὶ προσώπου αὐτῶν καταδιωκόντων αὐτῶν ἐκ τῶν ὀπίσω ὑμῶν καὶ ἀπώλεσεν αὐτοὺς Κύριος ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας,

Δευτ. 11,4                  όσα έκαμε εναντίον της στρατιωτικής δυνάμεως των Αιγυπτίων, των πολεμικών αρμάτων, του ιππικού των, εναντίον όλης της ισχυράς δυνάμεώς των, πως, δηλαδή, το ύδωρ της Ερυθράς Θαλάσσης κατεπλημμύρησεν εναντίον αυτών, τότε που σας κατεδίωκον κατά πόδας, και τους κατέστρεψεν ο Κυριος, όπως και μέχρι σήμερον το βλέπει κανείς.

Δευτ. 11,5         καὶ ὅσα ἐποίησεν ὑμῖν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἕως ἤλθετε εἰς τὸν τόπον τοῦτον,

Δευτ. 11,5                  Ομιλώ προς σας, δια να ενθυμηθήτε πόσα άλλα θαύματα έκαμε προς χάριν σας ο Θεός, εις την έρημον, μέχρις ότου ήλθατε στον τόπον τούτον.

Δευτ. 11,6         καὶ ὅσα ἐποίησε τῷ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν υἱοὺς Ἑλιὰβ υἱοῦ Ῥουβήν, οὓς ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς κατέπιεν αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ τὰς σκηνὰς αὐτῶν καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ὑπόστασιν τὴν μετ᾿ αὐτῶν ἐν μέσῳ παντὸς Ἰσραήλ,

Δευτ. 11,6                  Οσα έκαμε εναντίον του Δαθάν και του Αβειρών, οι οποίοι ήσαν υιοί του Ελιάβ, υιού του Ρουβήν, τους οποίους ήνοιξεν η γη το στόμα της και κατέπιεν αυτούς και τας οικογενείας των και τας σκηνάς των και όλα τα υπάρχοντά των, εν μέσω όλου του ισραηλιτικού λαού.

Δευτ. 11,7         ὅτι οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν ἑώρακαν πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὰ μεγάλα, ὅσα ἐποίησεν ἐν ὑμῖν σήμερον.

Δευτ. 11,7                  Είδατε, με τα ίδια σας τα μάτια, όλα τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του Κυρίου, όσα έκαμεν ο Θεός μέχρις σήμερον ενώπιόν σας.

Δευτ. 11,8         καὶ φυλάξεσθε πάσας τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσετε τὴν γῆν, εἰς ἣν ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν,

Δευτ. 11,8                  Φυλάξατε, λοιπόν, όλας τας εντολάς του, τας οποίας εγώ σήμερον σας παραγγέλλω, δια να ζήτε και πληθυνθήτε, δια να εισέλθετε και καταλάβετε ως ιδικήν σας την γην της Επαγγελίας, προς την οποίαν διαβαίνετε τώρα τον Ιορδάνην ποταμόν, δια να γίνετε κύριοι αυτής.

Δευτ. 11,9         ἵνα μακροημερεύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς καὶ τῷ σπέρματι αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι·

Δευτ. 11,9                  Συμμορφωθήτε προς το θέλημα του Θεού, δια να ζήσετε πολλάς ημέρας εις την χώραν, την οποίαν με όρκον υπεσχέθη να την δώση ο Κυριος στους προπάτοράς σας και έπειτα από αυτούς εις σας, τους απογόνους των, την γην της Επαγγελίας, την ρέουσαν γάλα και μέλι.

Δευτ. 11,10        ἔστι γὰρ ἡ γῆ, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, οὐχ ὥσπερ γῆ Αἰγύπτου ἐστίν, ὅθεν ἐκπεπόρευσθε ἐκεῖθεν, ὅταν σπείρωσι τὸν σπόρον καὶ ποτίζωσι τοῖς ποσὶν αὐτῶν ὡσεὶ κῆπον λαχανείας·

Δευτ. 11,10                Είναι δε η χώρα, προς την οποίαν βαδίζετε δια να την κληρονομήσετε, όχι όπως είναι η χώρα της Αιγύπτου, από την οποίαν εξήλθατε. Εκεί όταν ρίπτουν τον σπόρον, ποτίζουν την γην, ως εάν είναι λαχανόκηπος, με ποτιστικά μέσα, που τα κινούν με τα πόδια των.

Δευτ. 11,11        ἡ δὲ γῆ, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, γῆ ὀρεινὴ καὶ πεδεινή, ἐκ τοῦ ὑετοῦ τοῦ οὐρανοῦ πίεται ὕδωρ,

Δευτ. 11,11                 Ενώ η χώρα, εις την οποίαν σεις πορεύεσθε δια να την καταλάβετε ως ιδιοκτησίαν σας, είναι χώρα ορεινή και πεδινή, ποτίζεται δε και χορταίνει από το νερό της βροχής που έρχεται εκ του ουρανού.

Δευτ. 11,12        γῆ, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου ἐπισκοπεῖται αὐτὴν διαπαντός, οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπ᾿ αὐτῆς ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ ἕως συντελείας τοῦ ἐνιαυτοῦ.

Δευτ. 11,12                Είναι χώρα, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου επιβλέπει πάντοτε και επιμελείται, επί της οποίας οι οφθαλμοί του Κυρίου με στοργήν επιβλέπουν από την αρχήν έως το τέλος εκάστου έτους.

Δευτ. 11,13        Ἐὰν δὲ ἀκοῇ ἀκούσητε πάσας τὰς ἐντολάς, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἀγαπᾶν Κύριον τὸ Θεόν σου καὶ λατρεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου,

Δευτ. 11,13                Εάν, λοιπόν, ακούσετε και υπακούσετε εις πάσας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας δίδω, δηλαδή να αγαπάτε Κυριον τον Θεόν σας και αυτόν να λατρεύετε με όλην σας την καρδίαν και με όλην σας την διάνοιαν,

Δευτ. 11,14        καὶ δώσει τὸν ὑετὸν τῇ γῇ σου καθ᾿ ὥραν πρώϊμον καὶ ὄψιμον, καὶ εἰσοίσεις τὸν σῖτόν σου καὶ τὸν οἶνόν σου καὶ τὸ ἔλαιόν σου·

Δευτ. 11,14                Ο Θεός θα στέλλη (ποτιστικήν) βροχήν εις την γην σας, πρώϊμον και όψιμον, εις τον κατάλληλον καιρόν, και θα συγκομίζετε το σιτάρι σας, τον οίνον σας και το έλαιόν σας.

Δευτ. 11,15        καὶ δώσει χορτάσματα ἐν τοῖς ἀγροῖς σου τοῖς κτήνεσί σου·

Δευτ. 11,15                Θα δίδη επίσης ο Θεός πλούσια χόρτα στους αγρούς σας, άφθονον βοσκήν δια τα ζώα σας.

Δευτ. 11,16        καὶ φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ πλατυνθῇ ἡ καρδία σου καὶ παραβῆτε καὶ λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς,

Δευτ. 11,16                Οταν όμως φάγετε και χορτασθήτε, προσέχετε στον εαυτόν σας, μήπως τυχόν ανοίξη εις τα υλικά διάπλατα η καρδιά σας και δελεαζόμενοι από τας τέρψεις παραβήτε το θέλημα του Κυρίου και λατρεύσετε άλλους θεούς και προσκυνήσετε αυτούς,

Δευτ. 11,17        καὶ θυμωθεὶς ὀργῇ Κύριος ἐφ᾿ ὑμῖν καὶ συσχῇ τὸν οὐρανόν, καὶ οὐκ ἔσται ὑετός, καὶ ἡ γῆ οὐ δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς, καὶ ἀπολεῖσθε ἐν τάχει ἀπό τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ἔδωκεν ὑμῖν.

Δευτ. 11,17                Οπότε θα οργισθή ο Κυριος εναντίον σας και θα κλείση τον ουρανόν. Και τότε δεν θα πέση βροχή εις την γην και η χώρα δεν θα δώση τους καρπούς της και σεις θα καταστραφήτε αμέσως από το πρόσωπον της ευφόρου και πλουσίας γης, την οποίαν σας έδωκεν ο Κυριος.

Δευτ. 11,18        καὶ ἐμβαλεῖτε τὰ ῥήματα ταῦτα εἰς τὴν καρδίαν ὑμῶν καὶ εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν· καὶ ἀφάψετε αὐτὰ εἰς σημεῖον ἐπὶ τῆς χειρὸς ὑμῶν, καὶ ἔσται ἀσάλευτον πρὸ ὀφθαλμῶν ὑμῶν·

Δευτ. 11,18                Βαλετε τα λόγια αυτά εις την διάνοιάν σας και εις την καρδίαν σας, δέσατέ τα, ως σημείον Θεού, εις τα χέρια σας, δια να είναι πάντοτε σταθερά εμπρός εις τα μάτια σας.

Δευτ. 11,19        καὶ διδάξετε αὐτὰ τὰ τέκνα ὑμῶν λαλεῖν ἐν αὐτοῖς καθημένους ἐν οἴκῳ καὶ πορευομένους ἐν ὁδῷ καὶ καθεύδοντας καὶ διανισταμένους.

Δευτ. 11,19                Αυτά τα λόγια του Θεού πρέπει να τα διδάξετε εις τα παιδιά σας, δια να συνομιλούν γύρω από αυτά, όταν κάθωνται στο σπίτι, όταν περιπατούν στον δρόμον, όταν ετοιμάζωνται να κοιμηθούν και όταν σηκώνωνται από τον ύπνον.

Δευτ. 11,20        καὶ γράψετε αὐτὰ ἐπὶ τὰς φλιὰς τῶν οἰκιῶν ὑμῶν καὶ τῶν πυλῶν ὑμῶν,

Δευτ. 11,20               Θα γράψετε αυτά στους παραστάτας της θύρας των οικιών σας και εις όλας τας θύρας σας.

Δευτ. 11,21        ἵνα μακροημερεύσητε καὶ αἱ ἡμέραι τῶν υἱῶν ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς, καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.

Δευτ. 11,21                Θα τηρήσετε όλα αυτά δια να μακροημερεύσετε σεις οι ίδιο, και δια να γίνουν πολλαί και μακραί αι ημέραι των παιδιών σας επάνω εις την γην, την οποίαν ωρκίσθη ο Κυριος στους προπάτοράς σας να τους την δώση, να γίνουν όσαι αι ημέραι του ουρανού επί της γης, να διαρκέσουν μέχρι τέλους του κόσμου.

Δευτ. 11,22        καὶ ἔσται ἐὰν ἀκοῇ ἀκούσητε πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον ποιεῖν, ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ προσκολλᾶσθαι αὐτῷ,

Δευτ. 11,22               Εάν με την καρδιά και την ψυχήν σας υπακούσετε εις όλας αυτάς τας εντολάς, τας οποίας εγώ σας δίδω δια να τηρήσετε, εάν δηλαδή αγαπάτε Κυριον τον Θεόν σας και βαδίζετε στον δρόμον των εντολών του και είσθε προσκολλημμένοι με πίστιν εις αυτόν,

Δευτ. 11,23        καὶ ἐκβαλεῖ Κύριος πάντα τὰ ἔθνη ταῦτα ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, καὶ κληρονομήσετε ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ μᾶλλον ἢ ὑμεῖς.

Δευτ. 11,23               τότε ο Κυριος θα εκδιώξη από εμπρός σας όλα τα εχθρικά προς σας ειδωλολατρικά έθνη και θα κληρονομήσετε σεις την χώραν και τα αγαθά εθνών πολύ μεγαλυτέρων και ισχυρότερων από σας.

Δευτ. 11,24        πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται· ἀπὸ τῆς ἐρήμου καὶ Ἀντιλιβάνου καὶ ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου, ποταμοῦ Εὐφράτου, καὶ ἕως τῆς θαλάσσης τῆς ἐπὶ δυσμῶν ἔσται τὰ ὅριά σου.

Δευτ. 11,24               Καθε τόπος, τον οποίον θα πατήσουν τα πόδια σας θα είναι ιδικός σας. Από την έρημον περιοχήν του νότου έως το όρος Αντιλίβανον προς βρραν, από τον μεγάλον ποταμόν τον Ευφράτην και δυτικώς μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης θα εκταθούν τα όρια της χώρας σας.

Δευτ. 11,25        οὐκ ἀντιστήσεται οὐδεὶς κατὰ πρόσωπον ὑμῶν· τὸν φόβον ὑμῶν καὶ τὸν τρόμον ὑμῶν ἐπιθήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, ἐφ᾿ ἧς ἂν ἐπιβῆτε ἐπ᾿ αὐτῆς, ὃν τρόπον ἐλάλησε πρὸς ὑμᾶς.

Δευτ. 11,25               Κανείς δεν θα αντισταθή ενώπιόν σας. Τον φόβον και τον τρόμον σας, θα εμβάλη Κυριος ο Θεός σας στους ανθρώπους όλων των χωρών, προς τας οποίας σεις θα απλωθήτε, όπως σας υπεσχέθη ο Θεός.

Δευτ. 11,26        ᾿Ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν·

Δευτ. 11,26               Ιδού, εγώ σας δίδω σήμερον και παραθέτω ενώπιόν σας την ευλογίαν μου και την κατάραν μου.

Δευτ. 11,27        τὴν εὐλογίαν, ἐὰν ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον,

Δευτ. 11,27               Την ευλογίαν, εάν υπακούσετε εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, όσας εγώ σήμερον παραγγέλλω προς σας.

Δευτ. 11,28        καὶ τὴν κατάραν, ἐὰν μὴ ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καὶ πλανηθῆτε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετειλάμην ὑμῖν, πορευθέντες· λατρεύειν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε.

Δευτ. 11,28               Την κατάραν δέ, εάν δεν υπακούσετε εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού μας, τας οποίας εγώ σήμερον σας δίδω, εάν παρεκκλίνετε και απομακρυνθήτε από την οδόν, την οποίαν σας διέταξα, και πορευθήτε να λατρεύσετε θεούς άλλους, τους οποίους προηγουμένως δεν εγνωρίζατε.

Δευτ. 11,29        καὶ ἔσται ὅταν εἰσαγάγῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν διαβαίνεις ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, καὶ δώσεις τὴν εὐλογίαν ἐπ᾿ ὄρος Γαριζὶν καὶ τὴν κατάραν ἐπ᾿ ὄρος Γαιβάλ.

Δευτ. 11,29               Οταν δε Κυριος ο Θεός σας σας εισαγάγη εις την χώραν, προς την όποίαν μεταβαίνετε δια να την καταλάβετε, θα απαγγείλετε τας μεν ευλογίας στο όρος Γαριζίν, τας δε κατάρας στο όρος Γαιβάλ.

Δευτ. 11,30        (οὐκ ἰδοὺ ταῦτα πέραν τοῦ Ἰορδάνου ὀπίσω ὁδὸν δυσμῶν ἡλίου ἐν γῇ Χαναὰν τὸ κατοικοῦν ἐπὶ δυσμῶν ἐχόμενον τοῦ Γολγὸλ πλησίον τῆς δρυὸς τῆς ὑψηλῆς;)

Δευτ. 11,30               (Τα όρη αυτά δεν ευρίσκονται πέραν του Ιορδάνου, οπίσω της οδού, που οδηγεί προς δυσμάς, εις την χώραν των Χαναναίων, οι οποίοι κατοικούν δυτικώς πλησίον του Γολγόλ και πλησίον της υψηλής δρυός;)

Δευτ. 11,31        ὑμεῖς γὰρ διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην εἰσελθόντες κληρονομῆσαι τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ πάσας τὰς ἡμέρας, καὶ κατοικήσετε ἐν αὐτῇ·

Δευτ. 11,31                Ανακοινώνω αυτά προς σας τώρα, διότι εντός ολίγου θα διαβήτε τον Ιορδάνην ποταμόν, δια να εισέλθετε και κληρονομήσετε την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας δίδει ως κλήρον σας όλας τας ημέρας της ζωής σας, δια να κατοικήσετε εις αυτήν.

Δευτ. 11,32        καὶ φυλάξεσθε τοῦ ποιεῖν πάντα τὰ προστάγματα αὐτοῦ καὶ τὰς κρίσεις ταύτας, ὅσας ἐγὼ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον.

Δευτ. 11,32               Θα προσέξετε, λοιπόν, ώστε να τηρήτε όλας τας εντολάς του, όλα τα προστάγματά του και τας κρίσστου, όσας εγώ σήμερον παραθέτω ενώπιόν σας.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 12

 

Δευτ. 12,1         Καὶ ταῦτα τὰ προστάγματα καὶ αἱ κρίσεις, ἃς φυλάξετε τοῦ ποιεῖν ἐν τῇ γῇ, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ὑμεῖς ζῆτε ἐπὶ τῆς γῆς.

Δευτ. 12,1                  Αυτά δε είναι τα προστάγματα κα αι διατάξεις, τας οποίας θα φροντίσετε να τηρήτε εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει ως κληρονομίαν σας όλας τας ημέρας, που θα ζήσετε επί της γης.

Δευτ. 12,2         ἀπωλείᾳ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς τόπους, ἐν οἷς ἐλάτρευσαν ἐκεῖ τοῖς θεοῖς αὐτῶν, οὓς ὑμεῖς κληρονομεῖτε αὐτούς, ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν θινῶν καὶ ὑποκάτω δένδρου δασέος.

Δευτ. 12,2                 Θα καταστρέψετε εξ ολοκλήρου όλους τους τόπους, επάνω στους οποίους οι ειδωλολάτραι ελάτρευσαν τους θεούς των- τόπους οι οποίοι θα γίνουν πλέον ιδικοί σας- επάνω εις τα υψηλά όρη και στους λόφους και κάτω από βαθύσκια δένδρα.

Δευτ. 12,3         καὶ κατασκάψετε τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καὶ συντρίψετε τὰς στήλας αὐτῶν καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου.

Δευτ. 12,3                 Θα κατασκάψετε εκ θεμελίων τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς στήλας των, θα κόψετε από την ρίζαν τα ιερά δάση των, θα καύσετε στο πυρ τα αγάλματα των θεών των, και αυτά ακόμη τα ονόματά των θα τα εξαλείψετε από εκείνους τους τόπους.

Δευτ. 12,4         οὐ ποιήσετε οὕτω Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,

Δευτ. 12,4                 Δεν θα κάμετε όμως το ίδιον πράγμα δια τον Κυριον και Θεόν σας.

Δευτ. 12,5         ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεων ὑμῶν ἐπονομάσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ καὶ ἐπικληθῆναι, καὶ ἐκζητήσετε καὶ εἰσελεύσεσθε ἐκεῖ

Δευτ. 12,5                 Αλλά θα προσέρχεσθε να ζητήτε αυτόν, στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σας, εις μίαν από τας πόλεις σας, δια να τιμάται ιδιαιτέρως εκεί το όνομά του.

Δευτ. 12,6         καὶ οἴσετε ἐκεῖ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς ὑμῶν καὶ τὰς εὐχὰς ὑμῶν καὶ τὰ ἑκούσια ὑμῶν καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν ὑμῶν καὶ τῶν προβάτων ὑμῶν

Δευτ. 12,6                 Εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τους πρώτους καρπούς από τα προϊόντα σας, τα ταξίματά σας, τας άλλας αυτοπροαιρέτους προσφοράς σας, ο,τι άλλο ηθέλατε ξεχωρίσει δια τον Κυριον, τα πρωτότοκα από τα βόδια σας και από τα πρόβατά σας.

Δευτ. 12,7         καὶ φάγεσθε ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐπὶ πᾶσιν, οὗ ἐὰν ἐπιβάλητε τὴν χεῖρα, ὑμεῖς καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν, καθότι εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 12,7                 Εκεί θα φάτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας και θα ευφρανθήτε δι' όλα αυτά, τα οποία προσφέρετε με το χέρι σας· θα είσθε ευτυχείς σεις και αι οικογενέιαί σας, με όλα όσα σας ηυλόγησεν Κυριος ο Θεός σας.

Δευτ. 12,8         οὐ ποιήσετε πάντα ὅσα ἡμεῖς ποιοῦμεν ὧδε σήμερον, ἕκαστος τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ·

Δευτ. 12,8                 Δεν θα κάμετε αυτά, που ημείς σήμερον κάμνομεν εδώ, όπου ο καθένας κάμνει ο,τι του αρέσει,

Δευτ. 12,9         οὐ γὰρ ἥκατε ἕως τοῦ νῦν εἰς τὴν κατάπαυσιν καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν.

Δευτ. 12,9                 διότι δεν έχετε εισέλθει ακόμη εις την ανάπαυσιν και εις την κληρονομίαν την οποίαν ο Κυριος ο Θεός μας δίδει εις σας.

Δευτ. 12,10        καὶ διαβήσεσθε τὸν Ἰορδάνην, καὶ κατοικήσετε ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν κατακληρονομεῖ ὑμῖν, καὶ καταπαύσει ὑμᾶς ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν τῶν κύκλῳ, καὶ κατοικήσετε μετὰ ἀσφαλείας.

Δευτ. 12,10               Οταν όμως διαβήτε τον Ιορδάνην και εγκατασταθήτε εις την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός μας κληροδοτεί εις σας, εκεί όπου θα σας αναπαύση και θα σας κατασφαλίση από όλους τους γύρω εχθρούς σας, και σεις θα κατοικήτε εκεί με ασφάλειαν,

Δευτ. 12,11        καὶ ἔσται ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ἐκεῖ οἴσετε πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰ ἐπιδέκατα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν καὶ πᾶν ἐκλεκτὸν τῶν δώρων ὑμῶν, ὅσα ἂν εὔξησθε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,

Δευτ. 12,11                τότε στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, εκεί θα προσφέρετε όσα εγώ σήμερον σας διατάσσω, δηλαδή τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τα δέκατα των εισοδημάτων σας, τα πρωτογεννήματα από τους κόπους των χειρών σας και κάθε τι εκλεκτόν δώρον από τα δώρα σας, όσα ηθέλατε τάξει προς Κυριον τον Θεόν σας.

Δευτ. 12,12        καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὑμεῖς καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ οἱ παῖδες ὑμῶν καὶ αἱ παιδίσκαι ὑμῶν καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐπὶ τῶν πυλῶν ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μεθ᾿ ὑμῶν.

Δευτ. 12,12               Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας, σεις και οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας, οι δούλοι σας και αι δούλαι σας και ο Λευΐτης, ο οποίος ευρίσκεται έξω από την θύραν σας, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κλήρον μαζή με σας εις την γην της Επαγγελίας.

Δευτ. 12,13        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἀνενέγκῃς τὰ ὁλοκαυτώματά σου ἐν παντὶ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἴδῃς,

Δευτ. 12,13               Προσέχετε στον εαυτόν σας να μη προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας εις οιονδήποτε τόπον, τον οποίον σεις ηθέλατε ίδει και προτιμήσει,

Δευτ. 12,14        ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν φυλῶν σου, ἐκεῖ ἀνοίσετε τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ ἐκεῖ ποιήσεις πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον.

Δευτ. 12,14               αλλά μόνον στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, τον ωρισμένον τόπον εις μίαν από τας δώδεκα φυλάς σας, εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας και όλα όσα εγώ σας διατάσσω σήμερον.

Δευτ. 12,15        ἀλλ᾿ ἢ ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ σου θύσεις καὶ φαγῇ κρέα κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι ἐν πάσῃ πόλει· ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ἐπὶ τὸ αὐτὸ φάγεται αὐτό, ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον.

Δευτ. 12,15               Εάν όμως επιθυμήσης να σφάξης ένα ζώον σου και να φάγης το κρέας του, δώρον το οποίον Κυριος ο Θεός σου σου έδωκεν, ημπορείς να το σφάξης και να το φάγης εις οιανδήποτε πόλιν. Από αυτό δύναται να φάγη όχι μόνον ο καθαρός κατά τον Νομον του Θεού, αλλά και ο ακάθαρτος, όπως αδιαφόρως τρώγετε το ζαρκάδι η το ελάφι.

Δευτ. 12,16        πλὴν τὸ αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ

Δευτ. 12,16               Αλλά το αίμα αυτών δεν θα το φάγετε· θα το χύσετε εις την γην, όπως χύνετε το νερό.

Δευτ. 12,17        οὐ δυνήσῃ φαγεῖν ἐν ταῖς πόλεσί σου τὸ ἐπιδέκατον τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου καὶ πάσας τάς εὐχάς, ὅσας ἂν εὔξησθε, καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν,

Δευτ. 12,17               Δεν επιτρέπεται όμως να φάγης μέσα εις τας οιασδήποτε πόλεις σου το δέκατον του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου, τα πρωτότοκα των βοών και των προβάτων σου, τα ταξίματα που ήθελες κάμει προς τον Θεόν, τας αυτοπροαιρέτους προσφοράς και τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, που συλλέγετε με τα χέρια σας.

Δευτ. 12,18        ἀλλ᾿ ἢ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ πάντα, οὗ ἐὰν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου.

Δευτ. 12,18               Αυτά, δώρα του Κυρίου και προσφοραί προς τον Κυριον, θα φαγωθούν στον ιερόν τόπον, τον οποίον θα εκλέξη δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Θα φάγης αυτά συ, ο υιός σου και η κόρη σου, ο δούλος και η δούλη σου και ο ξένος, που θα ευρίσκεται εις τας πόλεις σας. Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας από όλα αυτά, που θα είναι και των ιδικών σας χειρών έργα.

Δευτ. 12,19        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐγκαταλίπῃς τὸν Λευίτην πάντα τὸν χρόνον, ὅσον ἂν ζῇς ἐπὶ τῆς γῆς.

Δευτ. 12,19               Προσέχετε να μη εγκαταλείψετε αβοηθήτον τον Λευΐτην όλον τον καιρόν, που θα ζήτε εις την χώραν σας.

Δευτ. 12,20        Ἐὰν δὲ ἐμπλατύνῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ὅριά σου, καθάπερ ἐλάλησέ σοι, καὶ ἐρεῖς· φάγομαι κρέα, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ ἡ ψυχή σου ὥστε φαγεῖν κρέα, ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ τῆς ψυχῆς σου φαγῇ κρέα.

Δευτ. 12,20              Εάν Κυριος ο Θεός σας ευρύνη τα όριά σας, όπως σας υπεσχέθη, και σας δώση τα αγαθά του, συ δε είπης· Θα φάγω κρέας. Εάν επιθυμή η ψυχή σου να φάγη κρέας, φάγε κατά την επιθυμίαν σου.

Δευτ. 12,21        ἐὰν δὲ μακρὰν ἀπέχῃ σου ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖ ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, καὶ θύσεις ἀπὸ τῶν βοῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων σου, ὧν ἂν δῷ ὁ Θεός σοι, ὃν τρόπον ἐνετειλάμην σοι καὶ φαγῇ ἐν ταῖς πόλεσί σου κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς σου·

Δευτ. 12,21               Εαν ο τόπος, εις τον οποίον μένεις, ευρίσκεται μακράν από τον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του, θα σφάξης από τα βόδια του και από τα πρόβατά σου, που σου έχει δώσει ο Θεός, και, όπως σε διέταξα, θα φάγης από αυτά εις τας πόλεις σου σύμφωνα με την επιθυμίαν και την διάθεσίν σου.

Δευτ. 12,22        ὡς ἔσθεται ἡ δορκὰς καὶ ἡ ἔλαφος, οὕτω φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται.

Δευτ. 12,22              Οπως αδιαφόρως τρώγεται το ζαρκάδι και το ελάφι, έτσι και συ θα φάγης αυτό. Από αυτό θα φάγη επίσης, όχι μόνον ο κατά τον Νομον του Θεού καθαρός, αλλά και ο ακάθαρτος.

Δευτ. 12,23        πρόσεχε ἰσχυρῶς τοῦ μὴ φαγεῖν αἷμα, ὅτι τὸ αἷμα αὐτοῦ ψυχή· οὐ βρωθήσεται ψυχὴ μετὰ τῶν κρεῶν,

Δευτ. 12,23               Πρόσεχε όμως πολύ να μη φάγης αίμα, διότι το αίμα του ζώου είναι η ζωη του (κάθε δε ζωή ανήκει στον Θεόν). Δεν πρέπει να φαγωθή η ζωή μαζή με το κρέας.

Δευτ. 12,24        οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ·

Δευτ. 12,24              Δεν θα φάγετε το αίμα, αλλά θα το χύσετε στο χώμα, όπως το νερό.

Δευτ. 12,25        οὐ φαγῇ αὐτό, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου μετὰ σέ, ἐὰν ποιήσῃς τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 12,25               Δεν θα φάγης, λοιπόν, το αίμα του ζώου, δια να ζήσης έτσι ευτυχής συ και οι υιοί σου έπειτα από σέ, εάν θα πράξετε το καλόν και ευάρπτον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 12,26        πλὴν τὰ ἅγιά σου, ἐὰν γένηταί σοι, καὶ τὰς εὐχάς σου λαβὼν ἥξεις εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,

Δευτ. 12,26              Ομως τας αγίας προσφοράς σου, όταν αυτάς θα τας ετοιμάσης, και τα ταξίματά σου, λάβε τα και πρόσφερέ τα στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του.

Δευτ. 12,27        καὶ ποιήσεις τὰ ὁλοκαυτώματά σου· τὰ κρέα ἀνοίσεις ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὸ δὲ αἷμα τῶν θυσιῶν σου προσχεεῖς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὰ δὲ κρέα φαγῇ.

Δευτ. 12,27               Εκεί θα πρασφέρης τα ολοκαυτώματά σου, το κρέας με το αίμα επάνω στο θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου. Το αίμα όμως των άλλων θυσιών, θα το χύσης εις την βάσιν του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου, το δε κρέας αυτών θα το φάγετε σεις.

Δευτ. 12,28        φυλάσσου καὶ ἄκουε καὶ ποιήσεις πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου δι᾿ αἰῶνος, ἐὰν ποιήσῃς τὸ ἀρεστὸν καὶ τὸ καλὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 12,28              Πρόσεχε, άκουε, και θέσε εις εφαρμογήν όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σε διατάσσω, δια να ζήσης ευτυχής συ και τα τέκνα σου πάντοτε, εφόσον θα πράττης το καλόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 12,29        Ἐὰν δὲ ἐξολοθρεύσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη, εἰς οὓς εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀπὸ προσώπου σου καὶ κατακληρονομήσῃς αὐτήν, καὶ κατοικήσῃς ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,

Δευτ. 12,29              Οταν δε ο Κυριος εξολοθρεύση τα έθνη, εις τα οποία συ πορεύεσαι, δια να καταλάβης ως ιδικήν σου κληρονομίαν την χώραν αυτών, και την κληρονομήσης και εγκατασταθής εις αυτήν,

Δευτ. 12,30        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐκζητήσῃς ἐπακολουθῆσαι αὐτοῖς μετὰ τὸ ἐξολοθρευθῆναι αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου λέγων· πῶς ποιοῦσι τὰ ἔθνη ταῦτα τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ποιήσω κἀγώ.

Δευτ. 12,30               πρόσεχε τον εαυτόν σου, μήπως τυχόν και ζητήσης να ακολουθήσης τρόπους ζωής των εθνών αυτών μετά την εξολόθρευσίν των, λέγων, ότι όπως κάμνουν τα έθνη αυτά στους θεούς των, έτσι θα κάμνω και εγώ στον Θεόν μου.

Δευτ. 12,31        οὐ ποιήσεις οὕτω τῷ Θεῷ σου· τὰ γὰρ βδελύγματα Κυρίου, ἃ ἐμίσησεν, ἐποίησαν ἐν τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ὅτι τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν κατακαίουσιν ἐν πυρὶ τοῖς θεοῖς αὐτῶν.

Δευτ. 12,31               Οχι· δεν θα κάμης συ έτσι στον Θεόν σου· διότι αηδιαστικά και αποκρουστικά πράγματα, τα οποία εμίσησεν ο Θεός, έκαμαν αυτοί προς τους θεούς των, αφού έφθασαν μέχρι του σημείου να καίουν τους υιούς και τας θυγατέρας των εις την φωτιάν χάριν των θεών των.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 13

 

Δευτ. 13,1         Πᾶν ῥῆμα ὃ ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τοῦτο φυλάξῃ ποιεῖν· οὐ προσθήσεις ἐπ᾿ αὐτὸ οὐδὲ ἀφελεῖς ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Δευτ. 13,1                  Καθε εντολήν, την οποίαν εγώ σήμερα σας δίδω, θα επιμεληθήτε να την εφαρμόσετε. Ούτε θα προσθέσετε τίποτε εις αυτάς, ούτε και θα αφαιρέσετε.

Δευτ. 13,2         ἐὰν δὲ ἀναστῇ ἐν σοὶ προφήτης ἢ ἐνυπνιαζόμενος τὸ ἐνύπνιον καὶ δῷ σοι σημεῖον ἢ τέρας

Δευτ. 13,2                 Εάν δε παρουσιασθή μεταξύ σας προφήτης (διδάσκαλος ψευδής) η άνθρωπος, ο οποίος βλέπει και ερμηνεύει όνειρα και σας, είπη ότι θα δώση κάποιο σημάδι η, θα κάμη κάποιο καταπληκτικό θαύμα,

Δευτ. 13,3         καὶ ἔλθῃ τὸ σημεῖον ἢ τὸ τέρας, ὃ ἐλάλησε πρός σε λέγων· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε,

Δευτ. 13,3                 και πραγματοποιήση έστω το σημάδι η το θαύμα, που σας προανήγγειλε, έπειτα δε σας είπη· “Ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν γνωρίζετε”,

Δευτ. 13,4         οὐκ ἀκούσεσθε τῶν λόγων τοῦ προφήτου ἐκείνου ἢ τοῦ ἐνυπνιαζομένου τὸ ἐνύπνιον ἐκεῖνο, ὅτι πειράζει Κύριος ὁ Θεός σου ὑμᾶς εἰδέναι, εἰ ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν ὑμῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὑμῶν.

Δευτ. 13,4                 δεν θα δώσετε καμμίαν προσοχήν εις τα λόγια του ψεύδους εκείνου προφήτου η του ενιπνιαστού αλλά να σκεφθήτε ότι Κυριος ο Θεός σου επέτρεψε να γίνουν τα σημεία αυτά, δια να σας δοκιμάση και να γνωρίση, εάν πράγματι αγαπάτε τον Θεόν σας με όλην σας την καρδίαν και με όλην σας την ψυχήν.

Δευτ. 13,5         ὀπίσω Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν πορεύσεσθε καὶ τοῦτον φοβηθήσεσθε καὶ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσεσθε καὶ αὐτῷ προστεθήσεσθε.

Δευτ. 13,5                 Κυριον τον Θεόν σας, αυτόν μόνον θα ακολουθήστε, αυτόν θα φοβήσθε, αυτού τας εντολάς θα ακούετε και εις αυτόν θα προσκολληθήτε.

Δευτ. 13,6         καὶ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἢ ὁ τὸ ἐνύπνιον ἐνυπνιαζόμενος ἐκεῖνος ἀποθανεῖται· ἐλάλησε γὰρ πλανῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, τοῦ λυτρωσαμένου σε ἐκ τῆς δουλείας, ἐξῶσαί σε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ· καὶ ἀφανιεῖς τὸ πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 13,6                 Ο δε προφήτης εκείνος η ο ενυπνιαστής πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου, διότι εδίδαξε ψευδή δια να σε παραπλανήση και σε απομακρύνη από Κυριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλεν από την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσε από την δουλείαν. Αυτός ο προφήτης ηθέλησε να σε ωθήση έξω από τον δρόμον, τον οποίον ο Θεός σε διέταξε να ακολουθής. Πρέπει να τον τιμωρήσης με θάνατον, δια να εξαφανίσης από ανάμεσά σας το κακόν, το οποίον εκείνος ήθελε να σας κάμη.

Δευτ. 13,7         Ἐὰν δὲ παρακαλέσῃ σε ὁ ἀδελφός σου ἐκ πατρός σου ἢ ἐκ μητρός σου ἢ ὁ υἱός σου ἢ ἡ θυγάτηρ ἢ ἡ γυνή σου ἡ ἐν κόλπῳ σου ἢ φίλος ἴσος τῇ ψυχῇ σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδεις σὺ καὶ οἱ πατέρες σου,

Δευτ. 13,7                 Εάν δε ακόμη και αυτός ο αδελφός σου, ο ομοπάτριος σε παρακαλέση η ο ομομήτριος, η ο υιός σου, η η κόρη σου, η η σύζυγος, που κρατείς εις την αγκάλην σου, η ο ισόψυχος φίλος σου και σου είπη κρυφίως “πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους ούτε συ εγνώριζες, ούτε οι πατέρες σου,

Δευτ. 13,8         ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ ὑμῶν, τῶν ἐγγιζόντων σοι ἢ τῶν μακρὰν ἀπὸ σοῦ, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τῆς γῆς,

Δευτ. 13,8                 οι οποίοι θεοί είναι από τους θεούς των γύρω μας ειδωλολατρικών λαών”, αυτών που ευρίσκονται πλησίον σου η μακράν από σέ, στο ένα η, στο άλλο άκρον της γης,

Δευτ. 13,9         οὐ συνθελήσεις αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσακούσῃ αὐτοῦ καὶ οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ, οὐκ ἐπιποθήσεις ἐπ᾿ αὐτῷ οὐδ᾿ οὐ μὴ σκεπάσῃς αὐτόν·

Δευτ. 13,9                 όχι μόνον δεν θα συμφωνήσης με αυτόν και δεν θα δεχθής τας πονηράς προτάσστου, αλλά δεν θα τον λυπηθή το μάτι σου, δεν θα τον λυπηθής και ούτε θα τον συγκαλύψης.

Δευτ. 13,10        ἀναγγέλων ἀναγγελεῖς περὶ αὐτοῦ, καὶ αἱ χεῖρές σου ἔσονται ἐπ᾿ αὐτὸν ἐν πρώτοις ἀποκτεῖναι αὐτόν, καὶ αἱ χεῖρες παντὸς τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ,

Δευτ. 13,10               Θα τον καταγγείλης αμέσως, δια να καταδικασθή εις θάνατον· και στον λιθοδολισμόν του αι χείρες σου θα ρίψουν πρώται τον λίθον εναντίον του, διότι συ υπήρξες ο μάρτυς της κατηγορίας, και έπειτα αι χείρες του λαού θα τον λιθοβολήσουν.

Δευτ. 13,11        καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀποθανεῖται, ὅτι ἐζήτησεν ἀποστῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.

Δευτ. 13,11                Θα τον θανατώσουν δια λιθοβολισμού, θα τιμωρηθή δια θανάτου, διότι επεζήτησε να σε απομακρύνη από τον Κυριον και Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλε από την Αίγυπτον, από την χώραν της δουλείας.

Δευτ. 13,12        καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐ προσθήσωσι ποιῆσαι ἔτι κατὰ τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο ἐν ὑμῖν.

Δευτ. 13,12               Οταν δε οι Ισραηλίται πληροφορηθούν την τιμωρίαν αυτήν, θα φοβηθούν και δεν θα τολμήση κανείς να επαναλάβη την κακήν αυτήν πράξιν μεταξύ σας.

Δευτ. 13,13        Ἐὰν δὲ ἀκούσῃς ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κατοικεῖν σε ἐκεῖ, λεγόντων·

Δευτ. 13,13                Εάν δε εις μίαν από τας πόλεις, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας έδωσε ως κατοικίαν σας, ακούσης να λέγουν·

Δευτ. 13,14        ἐξήλθοσαν ἄνδρες παράνομοι ἐξ ὑμῶν καὶ ἀπέστησαν πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν αὐτῶν λέγοντες· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδειτε,

Δευτ. 13,14               “εβγήκαν παράνομοι άνδρες από σας και απεμάκρυναν από τον Θεόν τους κατοίκους της πολεώς των, λέγοντες δολίως, ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνωρίζατε”,

Δευτ. 13,15        καὶ ἐτάσεις καὶ ἐρωτήσεις καὶ ἐρευνήσεις σφόδρα, καὶ ἰδοὺ ἀληθὴς σαφῶς ὁ λόγος, γεγένηται τὸ βδέλυγμα τοῦτο ἐν ὑμῖν,

Δευτ. 13,15                συ, θα εξετάσης, θα ερωτήσης, θα ερευνήσης με πολλήν επιμέλειαν και προσοχήν και εάν αποδειχθή αληθινή και βεβαία αυτή η κατηγορία, εάν δηλαδή όντως έλαβε χώραν μεταξύ σας αυτό το βδελυρόν γεγονός,

Δευτ. 13,16        ἀναιρῶν ἀνελεῖς πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ ἐν φόνῳ μαχαίρας, ἀναθέματι ἀναθεματιεῖτε αὐτὴν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ

Δευτ. 13,16               σεις τότε θα φονεύσετε όλους τους κατοίκους της πόλεως εκείνης εν στόματι μαχαίρας, θα αναθεματίσετε εξ ολοκλήρου αυτήν και όσα υπάρχουν εις αυτήν.

Δευτ. 13,17        καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς συνάξεις εἰς τὰς διόδους αὐτῆς καὶ ἐμπρήσεις τὴν πόλιν ἐν πυρὶ καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς πανδημεὶ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ ἔσται ἀοίκητος εἰς τὸν αἰῶνα, οὐκ ἀνοικοδομηθήσεται ἔτι.

Δευτ. 13,17                Ολα δε τα λάφυρα αυτής θα τα συγκεντρώσετε στους δρόμους της και θα παραδώσετε στο πυρ, την πόλιν και όλα τα λάφυρά της, ενώπιον Κυρίου του Θεού σου και θα μείνη η πόλις εκείνη ακατοίκητος παντοτεινά· ουδέποτε πλέον θα ανοικοδομηθή.

Δευτ. 13,18        καὶ οὐ προσκολληθήσεται οὐδὲν ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος ἐν τῇ χειρί σου, ἵνα ἀποστραφῇ Κύριος ἀπὸ θυμοῦ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ καὶ δώσῃ σοι ἔλεος καὶ ἐλεήσῃ σε καὶ πληθύνῃ σε, ὃν τρόπον ὤμοσε τοῖς πατράσι σου,

Δευτ. 13,18               Τιποτε από τα αναθεματισμένα πράγματα της πόλεως εκείνης δεν θα κρατήση το χέρι σου, δια να αποστρέψη έτσι ο Κυριος τον θυμόν και την οργήν του από σας, να σας ευσπλαγχνισθή, να σας ελεήση, να σας αυξήση και πολλαπλασιάση, όπως ωρκίσθη στους προγόνους σας.

Δευτ. 13,19        ἐὰν ἀκούσῃς τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ποιεῖν τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 13,19               Και η ευλογία αυτή του Κυρίου θα έλθη και θα μείνη εις σας, εάν ακούσετε την φωνήν του, ώστε να τηρήτε τας εντολάς του, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω, να πράττετε το κολόν και το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σας.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 14

 

Δευτ. 14,1         Υἱοί ἐστε Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν· οὐκ ἐπιθήσετε φαλάκρωμα ἀνὰ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν ἐπὶ νεκρῷ·

Δευτ. 14,1                  Σεις είσθε τέκνα Κυρίου του Θεού σας. Δεν θα ξυρίσετε την κεφαλήν η το πρόσωπόν σας δια τον θάνατον οιουδήποτε οικείου σας·

Δευτ. 14,2         ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, καὶ σὲ ἐξελέξατο Κύριος ὁ Θεός σου γενέσθαι σε λαὸν αὐτῷ περιούσιον ἀπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν τῶν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.

Δευτ. 14,2                 διότι είσαι συ λαός εκλεκτός και ξεχωριστός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου· ο Θεός σε εξέλεξεν ανάμεσα από όλα τα έθνη της υφηλίου, δια να είσαι ιδιαιτέρα του περιουσία, ο εκλεκτός λαός του.

Δευτ. 14,3         Οὐ φάγεσθε πᾶν βδέλυγμα.

Δευτ. 14,3                 Δεν θα φάγης κανένα ακάθαρτον ζώον.

Δευτ. 14,4         ταῦτα κτήνη, ἃ φάγεσθε, μόσχον ἐκ βοῶν καὶ ἀμνὸν ἐκ προβάτων καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν,

Δευτ. 14,4                 Αυτά δε είναι τα καθαρά ζώα, που έχετε δικαίωμα να τρώγετε· μοσχάρι από τα βόδια, αμνόν από τα πρόβατα, τράγον από τα γίδια.

Δευτ. 14,5         ἔλαφον καὶ δορκάδα καὶ πύγαργον, ὄρυγα καὶ καμηλοπάρδαλιν·

Δευτ. 14,5                 Επίσης έχετε δικαίωμα να τρώγετε ελάφι, ζαρκάδι, πύγαργον (είδος δορκάδος), όρυγα (είδος αιγάγρου) και καμηλοπάρδαλιν.

Δευτ. 14,6         πᾶν κτῆνος διχηλοῦν ὁπλὴν καὶ ὀνυχιστῆρας ὀνυχίζον δύο χηλῶν καὶ ἀνάγον μηρυκισμὸν ἐν τοῖς κτήνεσι, ταῦτα φάγεσθε.

Δευτ. 14,6                 Γενικώς έχετε το δικαίωμα να τρώγετε κάθε ζώον δίχηλον, ζώον δηλαδή που έχει δύο όνυχας στο κάθε πόδι του, χωρισμένους αναμεταξύ των, και το οποίον αναμασά την τροφήν του.

Δευτ. 14,7         καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπὸ τῶν ἀναγόντων μηρυκισμὸν καὶ ἀπὸ τῶν διχηλούντων τὰς ὁπλὰς καὶ ὀνυχιζόντων ὀνυχιστῆρας· τὸν κάμηλον καὶ δασύποδα καὶ χοιρογρύλλιον, ὅτι ἀνάγουσι μηρυκισμὸν καὶ ὁπλὴν οὐ διχηλοῦσιν, ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν ἐστι·

Δευτ. 14,7                 Αλλά και από αυτά τα μηρυκαστικά ζώα, η τα δίχηλα, αυτά που έχουν τους δύο ονυχάς των ξεχωριστούς, δεν θα φάγετε τα εξής· Την κάμηλον, τον λαγωόν, τον ακανθόχοιρον, τα οποία ναι μεν μηρυκάζουν αλλά δεν είναι δίχηλα. Αυτά λοιπόν θα είναι ακάθαρτα δια σας.

Δευτ. 14,8         καὶ τὸν ὗν, ὅτι διχηλεῖ ὁπλὴν τοῦτο καὶ ὀνυχίζει ὀνυχιστῆρας ὁπλῆς, καὶ τοῦτο μηρυκισμὸν οὐ μηρυκᾶται, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν· ἀπὸ τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐ φάγεσθε καὶ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν οὐχ ἅψεσθε.

Δευτ. 14,8                 Δεν θα φάτε επίσης τον χοίρον, διότι ναι μεν είναι δίχηλον ζώον, έχει δηλαδή στους πόδας του δύο όνυχας χωρισμένους, αλλά δεν μηρυκάζει την τροφήν του· είναι δια σας ακάθαρτον ζώον. Τα κρέατα των ζώων αυτών δεν θα τα φάγετε και τα νεκρά σώματά των δεν θα τα εγγίσετε.

Δευτ. 14,9         καὶ ταῦτα φάγεσθε ἀπὸ πάντων τῶν ἐν τῷ ὕδατι· πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, φάγεσθε.

Δευτ. 14,9                 Από τα ζώα που υπάρχουν εις τα ύδατα, έχετε το δικαίωμα να τρώγετε, όσα από αυτά έχουν πτερύγια και λέπια.

Δευτ. 14,10        καὶ πάντα ὅσα οὐκ ἔστιν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, οὐ φάγεσθε, ἀκάθαρτα ὑμῖν ἐστι.

Δευτ. 14,10               Ολα όμως όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, δεν θα τα τρώγετε. Θα είναι δια σας ακάθαρτα.

Δευτ. 14,11        πᾶν ὄρνεον καθαρὸν φάγεσθε.

Δευτ. 14,11                Καθε πτηνόν καθαρόν έχετε το δικαίωμα να τρώγετε.

Δευτ. 14,12        καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν· τὸν ἀετὸν καὶ τὸν γρύπα καὶ τὸν ἁλιαίετον

Δευτ. 14,12               Αυτά δε είναι τα πτηνά, από τα οποία δεν επιτρέπεται να τρώγετε· Ο αετός, ο γρυψ (είδος αετού), ο αλιάετος

Δευτ. 14,13        καὶ τὸν γύπα καὶ τὸν ἴκτινον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ

Δευτ. 14,13               ο γυψ (πτηνόν που τρώγει πτώματα), ο ιέραξ και τα όμοια προς αυτόν.

Δευτ. 14,14        καὶ πάντα κόρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ

Δευτ. 14,14               Δεν θα φάτε κανένα είδος κόρακος και τα όμοια προς αυτόν.

Δευτ. 14,15        καὶ στρουθὸν καί γλαῦκα καὶ λάρον

Δευτ. 14,15               Επίσης στρουθίον, γλαύκα, γλάρον,

Δευτ. 14,16        καὶ ἐρωδιὸν καὶ κύκνον καὶ ἶβιν

Δευτ. 14,16               τον ερωδιόν, τον τσικνιάν, την ίβιν,

Δευτ. 14,17        καὶ καταράκτην καὶ ἱέρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ἔποπα καὶ νυκτικόρακα

Δευτ. 14,17               τον καταράκτην (είδος ορμητικοπύ γλάρου), τον ιέρακα και τα όμοια προς αυτόν, τον τσαλαπετεινόν και τον νυκτοκόρακα,

Δευτ. 14,18        καὶ πελεκᾶνα καὶ χαραδριὸν καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ πορφυρίωνα καὶ νυκτερίδα.

Δευτ. 14,18               τον πελεκάνο, τον χαραδριόν (υποκίτρινον λαίμαργον πτηνόν) και τα όμοια προς αυτόν, τον πορφυρίωνα (πτηνόν καλοβατικόν) και την νυκτερίδα.

Δευτ. 14,19        πάντα τὰ ἑρπετὰ τῶν πετεινῶν ἀκάθαρτά ἐστιν ὑμῖν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν.

Δευτ. 14,19               Επίσης όλα όσα έρπουν και πετούν, δηλαδή τα έντομα, θα είναι δια σας ακάθαρτα και δεν θα τρώγετε από αυτά.

Δευτ. 14,20        πᾶν πετεινὸν καθαρὸν φάγεσθε.

Δευτ. 14,20              Εχετε όμως το δικαίωμα να τρώγετε κάθε καθαρόν πτηνόν.

Δευτ. 14,21        πᾶν θνησιμαῖον οὐ φάγεσθε· τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου δοθήσεται, καὶ φάγεται, ἢ ἀποδώσῃ τῷ ἀλλοτρίῳ· ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. οὐχ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ.

Δευτ. 14,21               Κανένα θνησιμαίον δεν θα φάγετε. Οσα ο νόμος ορίζει δια σας ακάθαρτα ημπορείτε να τα δίδετε στον ξένον, που φιλοξενείτε εις την πόλιν σας δια να φάγη από αυτά η να τα πωλήσετε εις μη Ισραηλίτην. Σεις όμως δεν πρέπει να τρώγετε από τα ακάθαρτα, διότι είσθε λαός άγιος αφιερωμένος στον Κυριον. Δεν θα βράσης αρνί με το γάλα της μητρός του.

Δευτ. 14,22        Δεκάτην ἀποδεκατώσεις παντὸς γενήματος τοῦ σπέρματός σου, τὸ γένημα τοῦ ἀγροῦ σου ἐνιαυτὸν κατ᾿ ἐνιαυτόν,

Δευτ. 14,22              Από όλα τα προϊόντα των σπαρτών σας, από όλα δηλαδή όσα οι αγροί σας κάθε χρόνον σας δίδουν, θα αφαιρέσης το εν δέκατον.

Δευτ. 14,23        καὶ φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ· οἴσετε τὰ ἐπιδέκατα τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου, ἵνα μάθῃς φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου πάσας τὰς ἡμέρας.

Δευτ. 14,23               Θα φάγετε αυτό στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σας δια να αφιερωθή στο όνομά του (δηλαδή στον ναόν). Εκεί θα φέρετε το εν δέκατον από τον σίτον σας, από τον οίνον, από το έλαιον, όπως επίσης και τα πρωτότοκα από τα βόδια και τα πρόβατά σας, δια να μάθετε να ευλαβήσθε Κυριον τον Θεόν σας όλας τας ημέρας της ζωής σας.

Δευτ. 14,24        ἐὰν δὲ μακρὰν γένηται ἡ ὁδὸς ἀπὸ σοῦ καὶ μὴ δύνῃ ἀναφέρειν αὐτά, ὅτι μακρὰν ἀπὸ σοῦ ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅτι εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου,

Δευτ. 14,24              Εάν όμως είναι μακρά η απόστασις από την κατοικίαν σου μέχρι του ναού και δεν σου είναι δυνατόν να φέρης εκεί αυτά τα δέκατα, στον τόπον δηλαδή που εξέλεξεν ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, συ δε θέλης πράγματι να προσφέρης, από όσα η ευλογία του Κυρίου σου έδωσε,

Δευτ. 14,25        καὶ ἀποδώσῃ αὐτὰ ἀργυρίου καὶ λήψῃ τὸ ἀργύριον ἐν ταῖς χερσί σου καὶ πορεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν,

Δευτ. 14,25               θα πωλήσης αυτά, θα πάρης το αντίτιμον αυτών εις τα χέρια σου και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου.

Δευτ. 14,26        καὶ δώσεις ἀργύριον ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, ἐπὶ βουσὶν ἢ ἐπὶ προβάτοις, ἐπ᾿ οἴνῳ ἢ ἐπὶ σίκερα ἢ ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, καὶ φαγῇ ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ εὐφρανθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου

Δευτ. 14,26              Εκεί δύνασαι να δαπανήσης αυτά τα χρήματα και να αγοράσης ο,τι η ψυχή σου επιθυμεί να προσφέρης προς τον Θεόν, βόδια, πρόβατα, οίνον, οινοπνευματώδη ποτά και ο,τι άλλο επιθυμείς. ' Εκεί δε ενώπιον Κυρίου του Θεού σου θα φάγης και θα ευφρανθής συ και η οικογένειά σου.

Δευτ. 14,27        καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐν ταῖς πόλεσί σου, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ.

Δευτ. 14,27               Μαζή σου δε εκεί θα φάγη και ο Λευΐτης, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον κληρονομίας, όπως συ έχεις.

Δευτ. 14,28        μετὰ τρία ἔτη ἐξοίσεις πᾶν τὸ ἐπιδέκατον τῶν γενημάτων σου· ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ θήσεις αὐτὸ ἐν ταῖς πόλεσί σου,

Δευτ. 14,28              Καθε τρία χρόνια θα βάζης κατά μέρος ένά δέκατον από τα προϊόντα σου. Κατά το τρίτον δε αυτό έτος θα θέτης αυτό εις την πόλιν σου· δεν θα το προσφέρης στον ναόν.

Δευτ. 14,29        καὶ ἐλεύσεται ὁ Λευίτης, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ, καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ ἐν ταῖς πόλεσί σου καὶ φάγονται καὶ ἐμπλησθήσονται, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις, οἷς ἐὰν ποιῇς.

Δευτ. 14,29              Θα έλθη δε ο Λευΐτης, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κληρονομίαν εις την γην της Επαγγελίας, θα έλθη ο ξένος και το ορφανόν και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σας, και θα φάγουν από το δέκατον αυτό και θα χορτάσουν. Δια την καλήν σου δε αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλα τα έργα, τα οποία θα έκαμνες.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 15

 

Δευτ. 15,1         Δι᾿ ἑπτὰ ἐτῶν ποιήσεις ἄφεσιν.

Δευτ. 15,1                  Καθε επτά έτη θα παρέχης άφεσιν των χρεών.

Δευτ. 15,2         καὶ οὕτω τὸ πρόσταγμα τῆς ἀφέσεως· ἀφήσεις πᾶν χρέος ἴδιον, ὃ ὀφείλει σοι ὁ πλησίον, καὶ τὸν ἀδελφόν σου οὐκ ἀπαιτήσεις, ἐπικέκληται γὰρ ἄφεσις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.

Δευτ. 15,2                 Ως εξής θα εφαρμόζεται ο νόμος της αφέσεως των χρεών· δηλαδή κάθε χρέος, το οποίον σου οφείλει ο πλησίον και ο αδελφός σου, δεν θα το ζητήσης, αλλά θα το χαρίσης, διότι εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου ορίζεται και επιβάλλεται αυτή η άφεσις των χρεών.

Δευτ. 15,3         τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις ὅσα ἐὰν ᾖ σοι παρ᾿ αὐτῷ, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου ἄφεσιν ποιήσεις τοῦ χρέους σου·

Δευτ. 15,3                 Από τον ξένον θα απαιτήσης να σου δώση το χρέος του. Εις τον αδελφόν σου όμως τον Ισραηλίτην θα χαρίσης το χρέος κατά το έτος της αφέσεως.

Δευτ. 15,4         ὅτι οὐκ ἔσται ἐν σοὶ ἐνδεής, ὅτι εὐλογῶν εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ κατακληρονομῆσαι αὐτήν.

Δευτ. 15,4                 Τούτο δέ, διότι δεν πρέπει να υπάρχη μεταξύ σας πτωχός (χρεοφειλέτης αδυνατών να πληρώση τα χρέη του). Εφόσον δε συ χαρίζστο χρέος, θα σε ευλογήση ο Κυριος εις την χώραν, την οποίαν σου έδωκε ως κληρονομίαν.

Δευτ. 15,5         ἐὰν δὲ ἀκοῇ εἰσακούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν φυλάσσειν καὶ ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον,

Δευτ. 15,5                 Εάν προθύμως υπακούσετε εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σας, ώστε να φυλάσσετε και να πράττετε όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω,

Δευτ. 15,6         ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου εὐλόγησέ σε, ὃν τρόπον ἐλάλησέ σοι, καὶ δανειεῖς ἔθνεσι πολλοῖς, σὺ δὲ οὐ δανειῇ, καὶ ἄρξεις ἐθνῶν πολλῶν, σοῦ δὲ οὐκ ἄρξουσιν.

Δευτ. 15,6                 τότε Κυριος ο Θεός σας θα σας ευλογήση, όπως σας έχει υποσχεθή. Θα έχης αφθονίαν αγαθών και χρήματα, ώστε να δανείζης έθνη πολλά, ενώ συ δεν θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητήσης δάνειον. Θα είσαι άρχων εις πολλούς λαούς, ενώ κανείς δεν θα είναι άρχων και αυθέντης εις σέ.

Δευτ. 15,7         Ἐὰν δὲ γένηται ἐν σοὶ ἐνδεὴς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐκ ἀποστέρξεις τὴν καρδίαν σου οὐδ᾿ οὐ μὴ συσφίγξῃς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ σου τοῦ ἐπιδεομένου·

Δευτ. 15,7                 Εάν συμβή, ώστε εις μίαν από τας πόλεις της χώρας, που σας έδωσε Κυριος ο Θεός, να υπάρξη πτωχός μεταξύ των αδελφών σου, συ να μη κλείσης τα σπλάγχνα σου, να μη σκληρύνης και αποτραβήξης την καρδίαν σου από αυτόν, να μη κλείσης σφικτά τα χέρια σου, δια να μη δώσης τίποτε στον πεινασμένον και πονεμένον αδελφόν σου.

Δευτ. 15,8         ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καθότι ἐνδεεῖται.

Δευτ. 15,8                 Αλλά πλούσια θα ανοίξης τα χέρια σου προς αυτόν. Θα του προσφέρης και θα του δανείσης όσον και ο,τι του χρειάζεται, αφού ευρίσκεται εις ανάγκην.

Δευτ. 15,9         πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ γένηται ῥῆμα κρυπτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα λέγων· ἐγγίζει τό ἔτος τὸ ἕβδομον, ἔτος τῆς ἀφέσεως, καὶ πονηρεύσηται ὁ ὀφθαλμός σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ ἐπιδεομένῳ, καὶ οὐ δώσεις αὐτῷ, καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία μεγάλη.

Δευτ. 15,9                 Πρόσεχε στον εαυτόν σου, μήπως μέσα εις την διάνοιαν και την καρδίαν σου σκεφθής κατά παράνομον τρόπον και είπης “πλησιάζει το έβδομον έτος, το έτος αυτό της αφέσεως των χρεών”· και έτσι βλέπων με πονηρόν βλέμμα τον αδελφόν σου και σκεπτόμενος ότι μετ' ολίγον θα είσαι υποχρεωμένος να του χαρίσης τα χρέος- και δεν τον δανείσης, τότε ο αδελφός σου αυτός θα φωνάξη προς τον Κυριον εναντίον σου και θα είναι μεγάλη η ενοχή σου δια την πονηρίαν αυτήν.

Δευτ. 15,10        διδοὺς δώσεις αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καὶ οὐ λυπηθήσῃ τῇ καρδίᾳ σου διδόντος σου αὐτῷ, ὅτι διά τὸ ῥῆμα τοῦτο εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις καὶ ἐν πᾶσιν, οὗ ἂν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου·

Δευτ. 15,10               Ολοπρόθυμα πρέπει να δώσης εις αυτόν δάνειον, ανάλογον προς την ανάγκην του· δεν πρέπει δε να λυπηθή η καρδία σου δια το δάνειον, που θα δώσης στον αδελφόν σου, διότι δια την καλήν σου αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλας τας εργασίας σου, θα ευλογήση όλα τα έργα των χειρών σου.

Δευτ. 15,11        οὐ γὰρ μὴ ἐκλίπῃ ἐνδεὴς ἀπὸ τῆς γῆς σου. διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο λέγων· ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ πένητι καὶ τῷ ἐπιδεομένῳ τῷ ἐπὶ τῆς γῆς σου.

Δευτ. 15,11                Επειδή ποτέ δεν θα λείψη πτωχός από την χώραν σου, δια τούτο σου δίδω εγώ αυτήν την εντολήν και σε διατάσσω· Απλόχερα θα ανοιξης τα χέρια σου στον πτωχόν αδελφόν σου που κατοικεί εις την χώραν σου και ευρίσκεται εις ανάγκην.

Δευτ. 15,12        Ἐὰν δὲ πραθῇ σοι ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἑβραῖος ἢ Ἑβραία, δουλεύσει σοι ἓξ ἔτη, καὶ τῷ ἑβδόμῳ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ.

Δευτ. 15,12               Εάν ο αδελφός σου, Εβραίος η Εβραία, πωληθή εις σε ένεκα των οικονομικών του αναγκών ως δούλος, επί εξ έτη θα σε δουλεύση. Κατά το έβδομον έτος θα αποστείλης αυτόν ελεύθερον.

Δευτ. 15,13        ὅταν δὲ ἐξαποστέλλῃς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ, οὐκ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν κενόν·

Δευτ. 15,13                Οταν δε τον αφήσης να αναχωρήση ελεύθερον πλέον από τον οίκον σου, δεν θα τον αποστείλης με αδειανά τα χέρια.

Δευτ. 15,14        ἐφόδιον ἐφοδιάσεις αὐτὸν ἀπὸ τῶν προβάτων σου καὶ ἀπὸ τοῦ σίτου σου καὶ ἀπὸ τοῦ οἴνου σου· καθὰ εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου, δώσεις αὐτῷ.

Δευτ. 15,14               Θα τον εφοδιάσης από τα πρόβατά σου, από το σιτάρι σου, από το κρασί σου. Θα δώσης εις αυτόν ανάλογα με τας ευλογίας και δωρεάς, που έχεις λάβει και συ από τον Κυριον,

Δευτ. 15,15        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτου καὶ ἐλυτρώσατό σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖθεν· διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Δευτ. 15,15                Να ενθυμηθής δέ, ότι και συ υπήρξες δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσεν ο Κυριος από εκεί. Δια τούτο και εγώ σου δίδω την εντολήν να φέρεσαι με γενναιοδωρίαν προς τον απελεύθερον δούλον σου.

Δευτ. 15,16        ἐὰν δὲ λέγῃ πρός σε, οὐκ ἐξελεύσομαι ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἠγάπηκέ σε καὶ τὴν οἰκίαν σου, ὅτι εὖ ἐστιν αὐτῷ παρὰ σοί,

Δευτ. 15,16               Εάν όμως ο δούλος αυτός σου είπη, δεν θα φύγω από σέ, διότι έχω αγαπήσει και σε και την οικογένειάν σου και ότι είμαι ευτυχισμένος μένων πλησίον σου,

Δευτ. 15,17        καὶ λήψῃ τὸ ὀπήτιον, καὶ τρυπήσεις τὸ ὠτίον αὐτοῦ πρὸς τὴν θύραν, καὶ ἔσται σοι οἰκέτης εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ τὴν παιδίσκην σου ὡσαύτως ποιήσεις.

Δευτ. 15,17                θα λάβης το τρυπητήρι, θα τρυπήσης το αυτί του εις την θύραν σου, και θα μένη αυτός δούλος σου ισοβίως. Το ίδιο θα κάμης και δια την δούλην σου, εάν και αυτή εκφράση την αυτήν επιθυμίαν.

Δευτ. 15,18        οὐ σκληρὸν ἔσται ἐναντίον σου ἐξαποστελλομένων αὐτῶν ἐλευθέρων ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἐπέτειον μισθὸν τοῦ μισθωτοῦ ἐδούλευσέ σοι ἓξ ἔτη· καὶ εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν ποιῇς.

Δευτ. 15,18               Δεν θα στενοχωρθής και δεν θα δυσφορήσης εναντίον των δούλων, τους οποίους αφήνεις ελευθέρους, διότι αυτοί επί εξ έτη σε υπηρέτησαν ως δούλοι, σου προσέφεραν ως δούλοι εξ ετησίων υπηρεσιών μισθούς. Υπακούων εις όσα εγώ σε διατάσσω θα έχεις την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου εις όλα τα έργα σου.

Δευτ. 15,19        Πᾶν πρωτότοκον, ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν ταῖς βουσί σου καὶ ἐν τοῖς προβάτοις σου, τὰ ἀρσενικά, ἁγιάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ σου καὶ οὐ μὴ κείρῃς τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων σου·

Δευτ. 15,19               Καθε πρωτότοκον αρσενικόν, που θα γεννηθή εις τα βόδια σου και εις τα πρόβατά σου, θα το αφιερώσης εις Κυριον τον Θεόν σου. Δεν θα χρησιμοποιήσης δι' ιδικάς σου εργασίας το πρωτότοκον μοσχάρι σου ούτε και θα κουρεύσης δια λογαριασμόν σου τα πρωτότοκα εκ των προβάτων σου.

Δευτ. 15,20        ἔναντι Κυρίου φαγῇ αὐτὸ ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.

Δευτ. 15,20               Ενώπιον του Κυρίου και στον τόπον, τον οποίον εκείνος ήθελεν εκλέξει, θα τρώγης συ και η οικογένειά σου κάθε χρόνον τα πρωτότοκα αυτά.

Δευτ. 15,21        ἐὰν δὲ ᾖ ἐν αὐτῷ μῶμος, χωλὸν ἢ τυφλὸν ἢ καὶ πᾶς μῶμος πονηρός, οὐ θύσεις αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου·

Δευτ. 15,21               Εάν όμως το προσφερόμενον πρωτότοκον έχη κάποιο ελάττωμα, είναι δηλαδή χωλόν η τυφλόν η με άλλο τι σωματικόν ελάττωμα, δεν θα το θυσιάσης εις Κυριον τον Θεόν σου.

Δευτ. 15,22        ἐν ταῖς πόλεσί σου φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον·

Δευτ. 15,22               Εις τας πόλεις σου θα το σφάξης και θα το φάγης. Από αυτό έχει το δικαίωμα να φάγη όχι μόνον ο νομικώς καθαρός αλλά και ο ακάθαρτος που μένει κοντά σου, όπως αδιαφόρως τρώγετε το κρέας της δορκάδος η της ελάφου.

Δευτ. 15,23        πλὴν αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖς αὐτὸ ὡς ὕδωρ.

Δευτ. 15,23               Το αίμα όμως δεν θα το φάγετε. Θα το χύσετε εις την γην, όπως το νερό.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 16

 

Δευτ. 16,1         Φύλαξαι τὸν μῆνα τῶν νέων καὶ ποιήσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, ὅτι ἐν τῷ μηνὶ τῶν νέων ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου νυκτός.

Δευτ. 16,1                  Να φυλάττης τον μήνα των νέων σιτηρών (τον Νισάν). Κατ' αυτόν θα εορτάσης το Πασχα εις δόξαν και τιμήν Κυρίου του Θεού σου, διότι κατά τον μήνα αυτόν των νέων σιτηρών εξήλθες ελεύθερος δια νυκτός από την Αίγυπτον.

Δευτ. 16,2         καὶ θύσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πρόβατα καὶ βόας ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ.

Δευτ. 16,2                 Προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου θα θυσιάσης κατά το Πασχα πρόβατα και βόδια στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει, δια να τιμάται εκεί και λατρεύεται το όνομά του.

Δευτ. 16,3         οὐ φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ζύμην· ἑπτὰ ἡμέρας φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἄζυμα, ἄρτον κακώσεως, ὅτι ἐν σπουδῇ ἐξήλθετε ἐξ Αἰγύπτου· ἵνα μνησθῆτε τὴν ἡμέραν τῆς ἐξοδίας ὑμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν.

Δευτ. 16,3                 Με τον πασχάλιον αμνόν δεν θα φάγης ψωμί ένζυμον. Επτά ημέρας θα τρώγης μαζή με τας πασχαλινάς θυσίας άζυμα, άρτον που θα συμβολίζη ταλαιπωρίαν και θλίψιν, διότι με πολλήν βίαν εφύγατε τότε από την Αίγυπτον. Ετσι θα πράττετε, δια να ενθυμήσθε την ημέραν της αναχωρήσεώς σας από την Αίγυπτον, όλας τας ημέρας της ζωής σας.

Δευτ. 16,4         οὐκ ὀφθήσεταί σοι ζύμη ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις σου ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ οὐ κοιμηθήσεται ἀπὸ τῶν κρεῶν, ὧν ἐὰν θύσῃς τὸ ἑσπέρας τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ εἰς τὸ πρωΐ.

Δευτ. 16,4                 Επί επτά ημέρας εντός των ορίων όλης της περιοχής σου δεν θα παρουσιασθή καν προζύμι, από δε τα κρέατα των ζώων, που θα θυσιάσης την εσπέραν της πρώτης ημέρας, δεν θα μείνη τίποτε έως το πρωϊ.

Δευτ. 16,5         οὐ δυνήσῃ θῦσαι τὸ πάσχα ἐν οὐδεμιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι,

Δευτ. 16,5                 Δεν σου επιτρέπεται να τελέσης τας θυσίας του Πασχα εις καμμίαν από τας πόλεις, που σου έδωκεν ο Κυριος,

Δευτ. 16,6         ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, θύσεις τὸ πάσχα ἑσπέρας πρὸς δυσμὰς ἡλίου ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου,

Δευτ. 16,6                 αλλά μόνον στον τόπον τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να ακούεται και τιμάται εκεί το όνομά του. Εκεί θα προσφέρης την θυσίαν του Πασχα την εσπέραν με την δύσιν του ηλίου εις ανάμνησιν της ώρας, κατά την οποίαν έφυγες από την Αίγυπτον.

Δευτ. 16,7         καὶ ἑψήσεις καὶ ὀπτήσεις καὶ φαγῇ ἐν τῷ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν, καὶ ἀποστραφήσῃ τὸ πρωΐ καὶ ἐλεύσῃ εἰς τοὺς οἴκους σου.

Δευτ. 16,7                 Θα βράσης και θα ψήσης και θα φάγης τον θυσιαζόμενον αμνόν στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου και την πρωΐαν θα επιστρέψης και θα μεταβής εις την οικίαν σου.

Δευτ. 16,8         ἓξ ἡμέρας φαγῇ ἄζυμα, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐξόδιον, ἑορτὴ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον πλὴν ὅσα ποιηθήσεται ψυχῇ.

Δευτ. 16,8                 Επί εξ ημέρας θα τρώγης άζυμον άρτον ημέρά δε η εβδόμη θα είναι η τελευταία των εορτών του Πασχα, επίσημος εορτή προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης καμμίαν εργασίαν πλην εκείνων, που είναι απαραίτητοι δια την συντήρησιν της ζωής σου.

Δευτ. 16,9         ἑπτά ἑβδομάδας ἐξαριθμήσεις σεαυτῷ· ἀρξαμένου σου δρέπανον ἐπ᾿ ἀμητόν, ἄρξῃ ἐξαριθμῆσαι ἑπτὰ ἑβδομάδας.

Δευτ. 16,9                 Θα μετρήσης επτά εβδομάδας, τεσσαράκοντα εννέα ημέρας, θα αρχίσης να μετράς από την ημέραν, που θα πάρης το δρεπάνι δια τον θερισμόν.

Δευτ. 16,10        καὶ ποιήσεις ἑορτὴν ἑβδομάδων Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου καθὼς ἡ χείρ σου ἰσχύει, ὅσα ἂν δῷ Κύριος ὁ Θεός σου·

Δευτ. 16,10               Την τελευταίαν ημέραν, δηλαδή την πεντηκαστήν, θα τελέσης την εορτήν των εβδομάδων, την Πεντηκοστής, προς χάριν Κυρίου του Θεού σου και θα προσφέρης από τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, αναλόγως με την οικονομικήν σου κατάστασιν, αναλόγως με όσα Κυριος ο Θεός σου θα σου δώση.

Δευτ. 16,11        καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ὑμῖν, ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,

Δευτ. 16,11                Κατά την εορτήν αυτήν της Πεντηκοστής θα φάγης και θα ευφρανθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο ορφανός και η χήρα, που ευρίσκεται μεταξύ σας, θα φάγετε στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να επικαλήται εκεί και λατρεύεται το Ονομά του.

Δευτ. 16,12        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἐγένου ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ φυλάξῃ καὶ ποιήσεις τὰς ἐντολὰς ταύτας.

Δευτ. 16,12               Να ενθυμηθής δε τότε, ότι υπήρξες και συ δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου. Δι' αυτό και πρέπει να φυλάξης και αφαρμόσης τας εντολάς μου αυτάς.

Δευτ. 16,13        ἑορτὴν σκηνῶν ποιήσεις σεαυτῷ ἑπτὰ ἡμέρας ἐν τῷ συναγαγεῖν σε ἐκ τῆς ἅλωνός σου καὶ ἀπὸ τῆς ληνοῦ σου·

Δευτ. 16,13               Την εορτήν των Σκηνών, δηλαδή την εορτήν της Σκηνοπηγίας, επί επτά επίσης ημέρας θα την εορτάσης, όταν συγκεντρώσης από το αλώνι σου το σιτάρι και από τον ληνόν σου τον οίνον.

Δευτ. 16,14        καὶ εὐφρανθήσῃ ἐν τῇ ἑορτῇ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ταῖς πόλεσί σου.

Δευτ. 16,14               Και κατά την εορτήν αυτήν θα ευφρανθής συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος σου και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο αρφανός και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου.

Δευτ. 16,15        ἑπτὰ ἡμέρας ἑορτάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ· ἐὰν δὲ εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς γενήμασί σου καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου, καὶ ἔσῃ εὐφραινόμενος.

Δευτ. 16,15               Επί επτά ημέρας θα εορτάσης την Σκηνοπηγίαν προς τιμήν και δόξαν Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, στον οποίον ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Ετσι δε Κυριος ο Θεός σου θα σε ευλογήση εις όλα τα προϊόντα σου, εις όλα τα έργα των χειρών σου. Και εφ' όσον θα σε έχη ευλογήσει θα είσαι ευχαριστημένος και χαρούμενος.

Δευτ. 16,16        τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν σου ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται αὐτὸν Κύριος, ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἀζύμων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἑβδομάδων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς σκηνοπηγίας. οὐκ ὀφθήσῃ ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου κενός·

Δευτ. 16,16               Εις τρεις καιρούς του έτους θα παρουσιάζεται κάθε άρρην Ισραηλίτης ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του κατά την εορτήν των αζύμων, δηλαδή το Πασχα, κατά την εορτήν των επτά εβδομάδων, δηλαδή την Πεντηκοστήν, και κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Δεν θα παρουσιασθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου με αδειανά τα χέρια.

Δευτ. 16,17        ἕκαστος κατὰ δύναμιν τῶν χειρῶν ὑμῶν, κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι.

Δευτ. 16,17               Ο καθένας θα προσφέρη τα δώρα του αναλόγως της οικονομικής του δυνατότητος, αναλόγως των ευλογιών και δωρεών, τας οποίας του έδωκεν ο Κυριος.

Δευτ. 16,18        Κριτὰς καὶ γραμματοεισαγωγεῖς ποιήσεις σεαυτῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου, αἷς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, κατὰ φυλάς, καὶ κρινοῦσι τὸν λαὸν κρίσιν δικαίαν.

Δευτ. 16,18               Θα διορίσης κατά φυλάς, δικαστάς και διδασκάλους εις τας πόλεις σου, τας οποίας Κυριος ο Θεός σου σου δίδει, δια να δικάζουν τον λαόν με δικαιοσύνην.

Δευτ. 16,19        οὐκ ἐκκλινοῦσι κρίσιν, οὐδὲ ἐπιγνώσονται πρόσωπον οὐδὲ λήψονται δῶρον· τὰ γὰρ δῶρα ἀποτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν καὶ ἐξαίρει λόγους δικαίων.

Δευτ. 16,19               Δεν θα παρεκκλίνουν κατά την απόδοσιν της δικαιοσύνης, δεν θα επηρεασθούν από πρόσωπα, ούτε και θα λάβουν δώρα, διότι τα δώρα τυφλώνουν τους οφθαλμούς των σοφών και εκτρέπουν από την αλήθειαν και την δικαιοσύνην τους λόγους και τας αποφάσεις των δικαίων.

Δευτ. 16,20        δικαίως τὸ δίκαιον διῴξῃ, ἵνα ζῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.

Δευτ. 16,20              Κατά λόγον δικαιοσύνης θα αποδίδης αυστηρώς το δίκαιον, δια να ζήτε και εισέλθετε και κληρονομήσετε την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σέ.

Δευτ. 16,21        Οὐ φυτεύσεις σεαυτῷ ἄλσος, πᾶν ξύλον, παρὰ τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ σου οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.

Δευτ. 16,21               Δεν θα φυτεύσης ιερόν άλσος, όπως φυτεύουν οι ειδωλολάτραι προς τιμήν των ειδώλων των, ούτε και κανένα δένδρον θα φυτεύσης πλησίον στο θυσιαστήριον του Θεού σου.

Δευτ. 16,22        οὐ στήσεις σεαυτῷ στήλην, ἃ ἐμίσησε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 16,22              Δεν θα κτίσης ούτε θα στήσης ειδωλολατρικήν στήλην. Αυτά τα εμίσησε και τα μισεί Κυριος ο Θεός σου.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 17

 

Δευτ. 17,1         Οὐ θύσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου μόσχον ἢ πρόβατον, ἐν ᾧ ἐστιν ἐν αὐτῷ μῶμος, πᾶν ῥῆμα πονηρόν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστιν.

Δευτ. 17,1                  Δεν θα θυσιάσης εις Κυριον τον Θεόν σου μοσχάρι η πρόβατον, στο οποίον υπάρχει κάποιο ελάττωμα η οιαδήποτε άλλη αναπηρία η ασθένεια, διότι μία τέτοια προσφορά είναι αποκρουστική ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 17,2         Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, ἀνὴρ ἢ γυνή, ὃς ποιήσει τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου παρελθεῖν τὴν διαθήκην αὐτοῦ,

Δευτ. 17,2                 Εάν εις κάποιαν από τας πόλεις, τας οποίας Κυριος ο Θεός σου δίδει, ευρεθή άνδρας η γυναίκα, που θα διαπράξουν πονηρίαν ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, ώστε να παραβούν και καταπατήσουν την εντολήν του,

Δευτ. 17,3         καὶ ἐλθόντες λατρεύσωσι θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσωσιν αὐτοῖς, τῷ ἡλίῳ ἢ τῇ σελήνῃ ἢ παντὶ τῶν ἐκ τοῦ κόσμου τοῦ οὐρανοῦ, ἃ οὐ προσέξατέ σοι,

Δευτ. 17,3                 και μεταβούν αλλού δια να λατρεύσουν άλλους θεούς και προσκυνήσουν αυτούς, τον ήλιον, την σελήνην, η ο,τιδήποτε άλλο από τον ουράνιον κόσμον, τα οποία σε διέταξεν ο Κυριος να μη λατρεύης,

Δευτ. 17,4         καὶ ἀναγγελῇ σοι, καὶ ἐκζητήσεις σφόδρα, καὶ ἰδοὺ ἀληθῶς γέγονε τὸ ῥῆμα, γεγένηται τὸ βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ,

Δευτ. 17,4                 και σου αναγγελή το γεγονός αυτό, τότε θα ερευνήσης με υπομονήν, δια να εξακριβώσης την αλήθειαν. Εάν δε διαπιστώσης ότι πράγματι έγινεν αυτή η παρανομία, τούτο σημαίνει ότι έγινε μία μισητή και αποκρουστική πράξις μεταξύ των Ισραηλιτών.

Δευτ. 17,5         καὶ ἐξάξεις τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ἢ τὴν γυναῖκα ἐκείνην καὶ λιθοβολήσετε αὐτοὺς ἐν λίθοις, καὶ τελευτήσουσιν.

Δευτ. 17,5                 Αυτόν τον άνδρα η εκείνην την γυναίκα, που διέπραξαν αυτήν την παράβασιν, θα τους βγάλετε έξω από την πόλιν και θα τους λιθοβολήσετε, ώστε να αποθάνουν.

Δευτ. 17,6         ἐπὶ δυσὶ μάρτυσιν ἢ ἐπὶ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθανεῖται ὁ ἀποθνήσκων· οὐκ ἀποθανεῖται ἐφ᾿ ἑνὶ μάρτυρι.

Δευτ. 17,6                 Κατόπιν μαρτυρίας δύο η τριών μαρτύρων θα καταδικάζεται εις θάνατον και θα εκτελήται ο ένοχος. Κανείς δεν θα καταδικάζεται εις θάνατον βάσει της μαρτυρικής καταθέσεως ενός μόνον.

Δευτ. 17,7         καὶ ἡ χεὶρ τῶν μαρτύρων ἔσται ἐπ᾿ αὐτῷ ἐν πρώτοις θανατῶσαι αὐτόν, καὶ ἡ χεὶρ τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτων· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 17,7                 Κατά δε την εκτέλεσιν του δια λιθοβολισμού θανάτου πρώτη η χειρ των μαρτύρων θα ρίψη τον λίθον κατά του καταδίκου, και κατόπιν θα ρίψουν λίθους τα χέρια του λαού. Ετσι δε θα αφαιρέσετε από ανάμεσά σας τον παραβάτην της θείας εντολής.

Δευτ. 17,8         Ἐὰν δὲ ἀδυνατήσῃ ἀπὸ σοῦ ῥῆμα ἐν κρίσει ἀναμέσον αἷμα αἵματος καὶ ἀναμέσον κρίσις κρίσεως καὶ ἀναμέσον ἁφὴ ἁφῆς καὶ ἀναμέσον ἀντιλογία ἀντιλογίας, ῥήματα κρίσεως ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, καὶ ἀναστὰς ἀναβήσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖ,

Δευτ. 17,8                 Εάν δε ως δικαστής ευρίσκεσαι εις αδυναμίαν να αποφανθής εις κάποιαν δίκην, αν πρόκειται περί φόνου και τι είδους φόνου, η υπάρχη διαφορά γνώμης μεταξύ των δικαστών και αναζητήται ποία είναι η ορθή η εις περίπτωσιν τρααματισμού περί του είδους αυτού και άρα της ενοχής του κατηγορουμένου η γενικώς εις περίπτωσιν απορίας δια την λήψιν δικαίας αποφάσεως εις δίκας που διεξάγονται εις τας πόλεις σας, θα σηκωθής και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, στον ναόν,

Δευτ. 17,9         καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τοὺς ἱερεῖς τοὺς Λευίτας καὶ πρὸς τὸν κριτήν, ὃς ἂν γένηται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ ἐκζητήσαντες ἀναγγελοῦσί σοι τὴν κρίσιν.

Δευτ. 17,9                 θα προσέλθης στους Λευΐτας ιερείς και προς τον καθωρισμένον δια τας ημέρας εκείνας δικαστήν. Αυτοί θα ερευνήσουν επιμελώς την υπόθεσιν και θα σου αναγγείλουν την δικαίαν κρίσιν.

Δευτ. 17,10        καὶ ποιήσεις κατὰ τὸ πρᾶγμα, ὃ ἂν ἀναγγείλωσί σοι ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ φυλάξῃ ποιῆσαι πάντα ὅσα ἂν νομοθετηθῇ σοι·

Δευτ. 17,10               Συ δε πρέπει να συμμορφωθής προς την απόφασιν, την οποίαν θα εκδώσουν και θα αναγγείλουν εις σε οι αρμόδιοι αυτοί εκ του τόπου, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, και θα φροντίσης να τηρήσης εκείνο πλέον, το οποίον ως νόμος θα διατυπωθή εις σέ.

Δευτ. 17,11        κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν κρίσιν, ἣν ἂν εἴπωσί σοι, ποιήσεις, οὐκ ἐκκλινεῖς ἀπὸ τοῦ ῥήματος, οὗ ἐὰν ἀναγγείλωσί σοι, δεξιὰ οὐδὲ ἀριστερά.

Δευτ. 17,11                Συμφωνα με τον νόμον και με την απόφασιν, που εξέδωκαν και ανήγγειλαν εις σε εκείνοι, θα πράξης και δεν θα παρεκκλίνης ούτε δεξιά ούτε αριστερά από την απόφασιν, που σου έχουν αναγγείλει.

Δευτ. 17,12        καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν ποιήσῃ ἐν ὑπερηφανίᾳ ὥστε μὴ ὑπακοῦσαι τοῦ ἱερέως τοῦ παρεστηκότος λειτουργεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἢ τοῦ κριτοῦ, ὃς ἂν ᾖ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ ἀποθανεῖται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ Ἰσραήλ·

Δευτ. 17,12               Ο Ισραηλίτης δε εκείνος, ο οποίος εν τω εγωϊσμώ του δεν θα ήθελε να υπακούση εις την απόφασιν του αρχιερέως του προσφέροντος τας υπηρεσίας του πλησίον του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου, η δεν ήθελε να υπακούση στον εντεταλμένον κριτήν, ο οποίος δικάζει κατά την περίοδον εκείνην, ο ανυπάκουος αυτός ο άνθρωπος θα τιμωρηθή δια θανάτου και έτσι θα αποβάλης τον πονηρόν εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού.

Δευτ. 17,13        καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐκ ἀσεβήσει ἔτι.

Δευτ. 17,13                Οι άλλοι δε Ισραηλίται, όταν ακούσουν την τιμωρίαν αυτήν, θα φοβηθούν και δεν θα εκτραπούν στο εξής εις ασεβείας.

Δευτ. 17,14        Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, καὶ κληρονομήσῃς αὐτὴν καὶ κατοικήσῃς ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ εἴπῃς· καταστήσω ἐπ᾿ ἐμαυτὸν ἄρχοντα, καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη τὰ κύκλῳ μου,

Δευτ. 17,14               Οταν δε εισέλθης εις την γην της επαγγελίας, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σέ, και την καταλάβης ως ιδικήν σου και κατοικήσης εις αυτήν και είπης· Λοιπόν θα εγκαταστήσω τώρα άρχοντα και βασιλέα μου, όπως έχουν και τα γύρω μου ειδωλολατρικά έθνη, μη λησμονήσης Κυριον τον Θεόν σου.

Δευτ. 17,15        καθιστῶν καταστήσεις ἐπὶ σεαυτὸν ἄρχοντα, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεὸς αὐτόν. ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου καταστήσεις ἐπὶ σεαυτὸν ἄρχοντα· οὐ δυνήσῃ καταστῆσαι ἐπὶ σεαυτὸν ἄνθρωπον ἀλλότριον, ὅτι οὐκ ἀδελφός σού ἐστι.

Δευτ. 17,15                Θα εγκαταστήσης βεβαίως βασιλέα δια τον εαυτόν σου, εκείνον όμως τον οποίον ο Θεός θα εκλέξη εκ μέσου των αδελφών σου και θα ορίση ως βασιλέα και άρχοντα δια σέ. Δεν θα εγκαταστήσης βασιλέα επί του εαυτού σου άνθρωπον ξένον, διότι αυτός δεν είναι αδελφός σου.

Δευτ. 17,16        διότι οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ ἵππον οὐδὲ μὴ ἀποστρέψῃ τὸν λαὸν εἰς Αἴγυπτον, ὅπως μὴ πληθύνῃ αὐτῷ ἵππον, ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· οὐ προσθήσεσθε ἀποστρέψαι τῇ ὁδῷ ταύτῃ ἔτι.

Δευτ. 17,16               Ο εκ των αδελφών σου βασιλεύς, που πιστεύει εις την προστασίαν του Θεού, δεν θα συγκροτήση ιππικόν δια τον εαυτόν του, οπότε θα επαναφέρη τον λαόν εις την Αίγυπτον δια να λάβη από εκεί και άλλο ιππικόν δια τον εαυτόν του, διότι ο Κυριος είπεν· ουδέποτε θα θελήσετε να επιστρέψετε πλέον εις την οδόν προς την Αίγυπτον.

Δευτ. 17,17        καὶ οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ γυναῖκας, ἵνα μὴ μεταστῇ αὐτοῦ ἡ καρδία· καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ σφόδρα.

Δευτ. 17,17                Ο βασιλεύς αυτός δεν θα έχη δια τον εαυτόν του πολλάς γυναίκας, δια να μη δοθή η καρδία του εις την σαρκολατρείαν. Δεν θα συγκεντρώνη πολύν χρυσόν και άργυρον δια τον εαυτόν του.

Δευτ. 17,18        καὶ ὅταν καθίσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ γράψει αὐτῷ τὸ δευτερονόμιον τοῦτο εἰς βιβλίον παρὰ τῶν ἱερέων τῶν Λευιτῶν,

Δευτ. 17,18               Οταν δε εγκατασταθή στον θρόνον και την εξουσίαν του, θα αντιγράψη δια τον εαυτόν του το δευτερονόμιον τούτο εις βιβλίον από το πρωτότυπον, το οποίον φυλάσσεται παρά των ιερέων της φυλής των Λευϊτών.

Δευτ. 17,19        καὶ ἔσται μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀναγνώσεται ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἵνα μάθῃ φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ φυλάσσεσθαι πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα ποιεῖν,

Δευτ. 17,19               Θα έχη πάντοτε μαζή του το βιβλίον τούτο, θα το μελετά όλας τας ημέρας της ζωής του, δια να μάθη να φοβήται Κυριον τον Θεόν σου και να φροντίζη, ώστε να εφαρμόζη όλας αυτάς τάςεντολάς και τους νόμους.

Δευτ. 17,20        ἵνα μὴ ὑψωθῇ ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, ἵνα μὴ παραβῇ ἀπὸ τῶν ἐντολῶν δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ὅπως ἂν μακροχρονίσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.

Δευτ. 17,20               Τούτο δέ, δια να μη αλαζονευθή η καρδία του απέναντι των αδελφών του, δια να μη παρεκκλίνη από τας εντολάς του Κυρίου, δεξιά η αριστερά, και δια να μείνη έτσι επί πολλά έτη εις την εξουσίαν του αυτός και μετ' αυτόν οι απόγονοί του εν μέσω των Ισραηλιτών.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 18

 

Δευτ. 18,1         Οὐκ ἔσται τοῖς ἱερεῦσι τοῖς Λευίταις, ὅλῃ φυλῇ Λευί, μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ Ἰσραήλ· καρπώματα Κυρίου ὁ κλῆρος αὐτῶν, φάγονται αὐτά.

Δευτ. 18,1                  Δεν θα υπάρξη και δεν θα δοθή στους ιερείς εκ της φυλής Λευϊ και εις ολόκληρον την φυλήν Λευϊ μερίδιον ούτε κληρονομία μεταξύ του ισραηλιτικού λαού. Πρόσοδος και κληρονομία αυτών και μέσα διατροφής των θα είναι αι προς Κυριον θυσίαι και προσφοραί των Ισραηλιτών.

Δευτ. 18,2         κλῆρος δὲ οὐκ ἔσται αὐτοῖς ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν· Κύριος αὐτὸς κλῆρος αὐτοῦ, καθότι εἶπεν αὐτῷ.

Δευτ. 18,2                 Δεν θα έχουν αυτοί κληροναμίαν γης μεταξύ των αδελφών των Ισραηλιτών· κληρονομία των θα είναι, ο ίδιος ο Θεός, όπως και είπεν εις αυτούς.

Δευτ. 18,3         καὶ αὕτη ἡ κρίσις τῶν ἱερέων, τὰ παρὰ τοῦ λαοῦ, παρὰ τῶν θυόντων τὰ θύματα, ἐάν τε μόσχον ἐάν τε πρόβατον· καὶ δώσεις τὸν βραχίονα τῷ ἱερεῖ καὶ τά σιαγόνια καὶ τὸ ἔνυστρον.

Δευτ. 18,3                 Τα δικαιώματα των ιερέων εκ μέρους του λαού από τας θυσίας των μόσχων και των προβάτων, που θα προσφέρουν οι Ισραηλίται, είναι τα εξής· Θα δώσετε στον ιερέα από τας θυσίας αυτάς την δεξιάν ωμοπλάτην μαζή με το πόδι, τας δύο σιαγόνας και τον στάμαχον του θυσιαζομένου ζώου.

Δευτ. 18,4         καὶ τὰς ἀπαρχὰς τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου καὶ τὴν ἀπαρχὴν τῶν κουρῶν τῶν προβάτων σου δώσεις αὐτῷ·

Δευτ. 18,4                 Επίσης θα δώσης τας απαρχάς του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου, όπως επίσης και την απαρχήν της κουράς των προβάτων σου. Θα δώσης αυτά στους Λευΐτας,

Δευτ. 18,5         ὅτι αὐτὸν ἐξελέξατο Κύριος ἐκ πασῶν τῶν φυλῶν σου παρεστάναι ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ, λειτουργεῖν καὶ εὐλογεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.

Δευτ. 18,5                 διότι αυτούς εξέλεξεν ο Κυριος από όλας τας φυλάς σας να παρίστανται πλησίον Κυρίου του Θεού, να υπηρετούν αυτόν και εν τω ονόματι αυτού να σας ευλογούν. Αυτούς και τους υιούς των μεταξύ όλων των Ισραηλιτών εξέλεξεν ο Θεός δια τα διάκονηματα αυτά.

Δευτ. 18,6         ἐὰν δὲ παραγένηται ὁ Λευίτης ἐκ μιᾶς τῶν πόλεων ἐκ πάντων τῶν υἱῶν Ἰσρήλ, οὗ αὐτὸς παροικεῖ, καθ᾿ ὅτι ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, εἰς τὸν τόπον ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος.

Δευτ. 18,6                 Εάν δε ένας Λευΐτης από κάποιαν πόλιν των Ισραηλιτών, όπου κατοικεί, έλθη, σύμφωνα με την επιθυμίαν της καρδίας του, στον τόπον τον οποίον ο Κυριος θα εκλέξη δια τον εαυτόν του,

Δευτ. 18,7         καὶ λειτουργήσει τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ, ὥσπερ πάντες οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ οἱ Λευῖται οἱ παρεστηκότες ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου·

Δευτ. 18,7                 θελήση δε και αποφασίση να υπηρετή εκεί εν ονόματι Κυρίου του Θεού καθ' όλην του την ζωήν, όπως και όλοι οι εκεί αδελφοί του Λευίται, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον Κυρίου του Θεού σου,

Δευτ. 18,8         μερίδα μεμερισμένην φάγεται, πλὴν τῆς πράσεως τῆς κατὰ πατριάν.

Δευτ. 18,8                 θα λάβη και αυτός εις διατροφήν του την κανονισμένην και δια τους άλλους Λευΐτας μερίδα, και θα εισπράττη επί πλέον τα χρήματα εκ της πωλήσεως των εισοδημάτων της πατρικής του κληρονομίας.

Δευτ. 18,9         Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐ μαθήσῃ ποιεῖν κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν ἐκείνων.

Δευτ. 18,9                 Οταν δε εισέλθης εις την γην της Επαγγελίας, την οποίαν σου προσφέρει Κυριος ο Θεός σου, πρόσεχε, μήπως τυχόν και μάθης να πράττης τα μισητά και αηδή έργα των λαών εκείνων.

Δευτ. 18,10        οὐχ εὑρεθήσεται ἐν σοὶ περικαθαίρων τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἢ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ ἐν πυρί, μαντευόμενος μαντείαν, κληδονιζόμενος καὶ οἰωνιζόμενος,

Δευτ. 18,10               Και συγκεκριμένως· δεν πρέπει να υπάρξη ποτέ μεταξύ σας Ισραηλίτης, ο οποίος, δια να εξαγνίση τάχα τον υιόν η την θυγατέρα του, θα περνά αυτούς δια του πυρός. Η άλλος ο οποίος θα ζητή μαντείας η θα λέγη μαντείας, η θα παρατηρή σημεία και οιωνούς, δια να εξακριβώνη το μέλλον.

Δευτ. 18,11        φαρμακὸς ἐπαείδων ἐπαοιδήν, ἐγγαστρίμυθος καὶ τερατοσκόπος, ἐπερωτῶν τοὺς νεκρούς.

Δευτ. 18,11                Δεν θα υπάρχη μεταξύ σας μάγος, που θα ψάλλη μαγικάς ωδάς, ούτε άνθρωπος που θα φαίνεται ομιλών από την κοιλίαν, ούτε τερατοσκόπος που θα παρατηρή τάχα τέρατα στον ουρανόν δια να προλέγη το μέλλον, ούτε άλλος (πνευματιστής) που θα ερωτά τους νεκρούς.

Δευτ. 18,12        ἔστι γὰρ βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πᾶς ποιῶν ταῦτα· ἕνεκεν γὰρ τῶν βδελυγμάτων τούτων Κύριος ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου.

Δευτ. 18,12               Εκείνος, που θα πράττη αυτά, είναι μισητός και αποκρουστικός εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου. Δια τας βδελυρίας αυτάς των κατοίκων της Χαναάν, θα εξολοθρεύση αυτούς ο Κυριος από τα μάτια σας.

Δευτ. 18,13        τέλειος ἔσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου·

Δευτ. 18,13               Θα προσπαθής να είσαι τέλειος και άμεμπτος ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 18,14        τὰ γὰρ ἔθνη ταῦτα, οὓς σὺ κατακληρονομεῖς αὐτούς, οὗτοι κληδόνων καὶ μαντειῶν ἀκούσονται, σοὶ δὲ οὐχ οὕτως ἔδωκε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 18,14               Οι ειδωλολατρικοί λαοί, τους οποίους συ θα κληρονομήσης, θέλουν να ακούουν και να συμβουλεύονται σημεία και μαντείας. Εις σε όμως δεν εδίδαξεν ούτε επιτρέπει Κυριος ο Θεός σου τοιαύτας μαγείας.

Δευτ. 18,15        προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε

Δευτ. 18,15               Κυριος ο Θεός σου θα αναδείξη ανάμεσα οπό τους αδελφούς σου Ισραηλίτας ένα προφήτην ωσάν εμέ· εις αυτόν πλέον θα υπακούετε.

Δευτ. 18,16        κατὰ πάντα, ὅσα ἠτήσῳ παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐν Χωρὴβ τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐκκλησίας λέγοντες· οὐ προσθήσομεν ἀκοῦσαι τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὸ πῦρ τοῦτο τὸ μέγα οὐκ ὀψόμεθα ἔτι, οὐδὲ μὴ ἀποθάνωμεν.

Δευτ. 18,16               Συμφωνα με όλα όσα εζητήσατε από τον Κυριον και Θεόν σας στο όρος Χωρήβ, κατά την ημέραν της γενικής σας συγκεντρώσεως, όταν είπατε να μη ομιλή κατ' ευθείαν πρας σας ο Θεός αλλ' ο Μωϋσής “διότι δεν θα ημπορέσωμεν ημείς να ακούσωμεν την φωνήν Κυρίου του Θεού ούτε θα δυνηθώμεν να αντικρύσωμεν το μέγα εκείνο πυρ και να διαφύγωμεν τον θάνατον”,

Δευτ. 18,17        καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ὀρθῶς πάντα ὅσα ἐλάλησαν πρὸς σέ·

Δευτ. 18,17               ο Κυριος είπε τότε εις εμέ· Ορθά είναι όλα όσα εκείνοι ωμίλησαν και εζήτησαν από σέ.

Δευτ. 18,18        προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ὥσπερ σέ, καὶ δώσω τὰ ῥήματα ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθ᾿ ὅτι ἂν ἐντείλωμαι αὐτῷ·

Δευτ. 18,18               Δια τούτο θα αναδείξω ένα προφήτην εκ μέσου των Ισραηλιτών όμοιον με σέ, θα βάλω τα λόγια μου στο στόμα του και αυτός θα αναγγέλλη εις εκείνους κάθε τι, το οποίον εγώ θα δίδω εις αυτόν ως εντολήν μου.

Δευτ. 18,19        καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν μὴ ἀκούσῃ ὅσα ἂν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ἐκδικήσω ἐξ αὐτοῦ.

Δευτ. 18,19               Καθε δε άνθρωπον, ο οποίος θα παρακούση όσα εν τω ονόματί μου θα είπη ο προφήτης εκείνος, εγώ θα τον τιμωρήσω.

Δευτ. 18,20        πλὴν ὁ προφήτης, ὃς ἂν ἀσεβήσῃ λαλῆσαι ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου ῥῆμα, ὃ οὐ προσέταξα λαλῆσαι, καὶ ὃς ἂν λαλήσῃ ἐν ὀνόματι θεῶν ἑτέρων, ἀποθανεῖται ὁ προφήτης ἐκεῖνος.

Δευτ. 18,20              Εάν δε και υπάρξη προφήτης, ο οποίος, ασεβών απέναντί μου, θα ομιλήση εξ ονόματός μου και θα αναγγείλη λόγον, τον οποίον εγώ δεν διέταξα, και εκείνος ο ψευδοπροφήτης ο οποίος θα ομιλήση προς τον λαόν μου εξ ονόματος άλλων θεών, θα τιμωρηθή δια θανάτου.

Δευτ. 18,21        ἐὰν δὲ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· πῶς γνωσόμεθα τὸ ῥῆμα, ὃ οὐκ ἐλάλησε Κύριος;

Δευτ. 18,21               Εάν σου γενηθή απορία και διαλογισθής, πως θα ξεχωρίσω εγώ τον λόγον που ο Κυριος ελάλησε, από τα λόγια του ψευδοπροφήτου; Σε πληροφορώ,

Δευτ. 18,22        ὅσα ἐὰν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐκεῖνος τῷ ὀνόματι Κυρίου, καὶ μὴ γένηται καὶ μὴ συμβῇ, τοῦτο τὸ ῥῆμα ὃ οὐκ ἐλάλησε Κύριος· ἐν ἀσεβείᾳ ἐλάλησεν ὁ προφήτης ἐκεῖνος, οὐκ ἀφέξεσθε αὐτοῦ.

Δευτ. 18,22              ότι όσα θα προείπη εξ ονόματος του Κυρίου ένας προφήτης και δεν πραγματοποιηθή εκείνο το οποίον είπε, να σκεφθής ότι εις αυτόν τον προφήτην δεν ωμίλησεν ο Κυριος. Ασεβώς και ψευδώς μίλησε. Αυτόν τον προφήτην δεν θα τον σεβασθήτε καθόλου ούτε και θα τον λυπηθήτε.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 19

 

Δευτ. 19,1         Ἐὰν δὲ ἀφανίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη, ἃ ὁ Θεὸς δίδωσί σοι τὴν γῆν αὐτῶν, καὶ κατακληρονομήσητε αὐτοὺς καὶ κατοικήσετε ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς οἴκοις αὐτῶν,

Δευτ. 19,1                  Οταν Κυριος ο Θεός σου εξαφανίση τους λαούς, των οποίων την χώραν θα δώση εις σας, και θα κληρονομήσετε αυτούς και θα εγκατασταθήτε εις τας πόλεις των και εις τας οικίας των,

Δευτ. 19,2         τρεῖς πόλεις διαστελεῖς σεαυτῷ ἐν μέσῳ τῆς γῆς σου, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.

Δευτ. 19,2                 θα ξεχωρίσης μέσα εις την χώραν, που σου δίδει ο Κυριος ως ιδιοκτησίαν σου, τρεις πόλεις ως καταφύγια.

Δευτ. 19,3         στόχασαί σοι τὴν ὁδὸν καὶ τριμεριεῖς τὰ ὅρια τῆς γῆς σου, ἣν καταμερίζει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ ἔσται ἐκεῖ καταφυγὴ παντὶ φονευτῇ.

Δευτ. 19,3                 Δια την θέσιν των πόλεων αυτών υπολόγισε καλά το μήκος των οδών, αι οποίαι οδηγούν εις αυτάς· μοίρασε την περιοχήν που ο Κυριος σου δίδει εις τρία ίσα μέρη, ώστε εις τας πόλεις- καταφύγια των τριών αυτών περιοχών να προλαμβάνη και καταφεύγη κάθε φονεύς.

Δευτ. 19,4         τοῦτο δὲ ἔσται τὸ πρόσταγμα τοῦ φονευτοῦ, ὃς ἂν φύγῃ ἐκεῖ καὶ ζήσεται· ὃς ἂν πατάξῃ τὸν πλησίον αὐτοῦ οὐκ εἰδὼς καὶ οὗτος οὐ μισῶν αὐτὸν πρὸ τῆς χθὲς καὶ τρίτης,

Δευτ. 19,4                 Αυτός δε είναι ο νόμος, τον οποίον θα τηρήτε προκειμένου περί του φονέως που καταφεύγει εκεί, δια να εξασφαλίση την ζωήν του· άνθρωπος ο οποίος θα φονεύση τον πλησίον του εν αγνοία του, χωρίς να έχη κανένα προηγουμένως μίσος εναντίον αυτού, θα σωθή εις την πόλιν αυτήν.

Δευτ. 19,5         καὶ ὃς ἐὰν εἰσέλθῃ μετὰ τοῦ πλησίον εἰς τὸν δρυμὸν συναγαγεῖν ξύλα, καὶ ἐκκρουσθῇ ἡ χεὶρ αὐτοῦ τῇ ἀξίνῃ κόπτοντος τὸ ξύλον, καὶ ἐκπεσὸν τὸ σιδήριον ἀπὸ τοῦ ξύλου τύχῃ τοῦ πλησίον, καὶ ἀποθάνῃ, οὗτος καταφεύξεται εἰς μίαν τῶν πόλεων τούτων καὶ ζήσεται,

Δευτ. 19,5                 Εάν π.χ. εισέλθη κανείς με κάποιον άλλον στο δάσος δια να κόψη και συλλέξη ξύλα και καθ' ον χρόνον με το τσεκούρι θα κόβη το ξύλον σκοντάψη το χέρι και ξεφύγη το σίδηρον από το στυλιάρι, επιτύχη δε τον πλησίον του και φονεύση αυτόν, ο φονεύς αυτός θα καταφύγη εις μίαν από τας τρεις πόλεις και θα ασφαλίση εκεί την ζωήν του. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον φονεύση.

Δευτ. 19,6         ἵνα μὴ διώξας ὁ ἀγχιστεύων τοῦ αἵματος ὀπίσω τοῦ φονεύσαντος, ὅτι παρατεθέρμανται τῇ καρδίᾳ, καὶ καταλάβῃ αὐτόν, ἐὰν μακροτέρα ᾖ ἡ ὁδός, καὶ πατάξῃ αὐτοῦ ψυχήν, καὶ ἀποθάνῃ, καὶ τούτῳ οὐκ ἔστι κρίσις θανάτου, ὅτι οὐ μισῶν ἦν αὐτὸν πρὸ τῆς χθές, οὐδὲ πρὸ τῆς τρίτης.

Δευτ. 19,6                 Αι αποστάσεις των καταφυγίων πόλεων θα είναι κανονικαί, ώστε ο στενώτερος συγγενής του φονευθέντος, υπό την επήρειαν της αγανακτήσεως από τας πρώτας εντυπώσεις, να μη δυνηθή να καταδιώξη και καταφθάση τον ακούσιον φονέα και τον φονεύση, ενώ είναι αθώος και ενώ δεν υπάρχει ενοχή θανάτου, διότι ο φονεύς δεν εμισούσε προηγουμένως και δεν αντιπαθούσε τον φονευθέντα. Εάν όμως είναι μακρά η οδός προς το καταφύγιον, υπάρξει φόβος να τον καταφθάση και τον φονεύση αδίκως.

Δευτ. 19,7         διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι τὸ ῥῆμα τοῦτο λέγων· τρεῖς πόλεις διαστελεῖς σεαυτῷ·

Δευτ. 19,7                 Δια να αποφευχθή, λοιπόν ένας δεύτερος άδικος θάνατος, σου δίδω εγώ αυτήν την εντολήν· Θα ξεχωρίσης τρεις πόλεις εις την περιοχήν σου εις αναλόγους αποστάσεις.

Δευτ. 19,8         ἐὰν δὲ ἐμπλατύνῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ὅριά σου, ὃν τρόπον ὤμοσε τοῖς πατράσι σου, καὶ δῷ σοι Κύριος πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν εἶπε δοῦναι τοῖς πατράσι σου,

Δευτ. 19,8                 Οταν Κυριος ο Θεός ευρύνη τα όρια της χώρας σου, όπως ωρκίσθη στους προπάτοράς σου, και δώση εις σε όλην την γην, που υπεσχέθη εις εκείνους,

Δευτ. 19,9         ἐὰν ἀκούσῃς ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Θεόν σου, πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας, προσθήσεις σεαυτῷ ἔτι τρεῖς πόλεις πρὸς τὰς τρεῖς ταύτας,

Δευτ. 19,9                 υπό την προυπόθεσιν βέβαια, ότι συ θα υπακούης και θα τηρής όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σου δίδω σήμερον, να αγαπάς δηλαδή Κυριον τον Θεόν σου, να πορεύεσαι τον δρόμον των εντολών του όλας τας ημέρας της ζωής σου, θα προσθέσης τρεις ακόμη πόλεις εις τας τρεις προηγουμένας, ώστε να είναι εν συνόλω εξ.

Δευτ. 19,10        καὶ οὐκ ἐκχυθήσεται αἷμα ἀναίτιον ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ, καὶ οὐκ ἔσται ἐν σοὶ αἵματι ἔνοχος.

Δευτ. 19,10               Τούτο δε δια να διευκολύνεται η σωτηρία των αθελήτων φονέων και να μη χύνεται αθώον αίμα εις την γην, την οποίαν σου δίδει δια κλήρου Κυριος ο Θεός σου και δια να μη υπάρχη έτσι μεταξύ σας ένοχος αθώου αίματος.

Δευτ. 19,11        ἐὰν δὲ γένηται ἐν σοὶ ἄνθρωπος μισῶν τὸν πλησίον καὶ ἐνεδρεύσῃ αὐτὸν καὶ ἐπαναστῇ ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ πατάξῃ αὐτοῦ ψυχήν, καὶ ἀποθάνῃ, καὶ φύγῃ εἰς μίαν τῶν πόλεων τούτων,

Δευτ. 19,11                Εάν όμως υπάρχη μεταξύ σας άνθρωπος, ο οποίος μισεί τον πλησίον του και στήση ενέδραν δι' αυτόν και επιτεθή εναντίον του και τον κτυπήση θανασίμως, ο κτυπηθείς δε αποθάνη και ο εκ προμελέτης φονεύς καταφύγη εις μίαν από τας πόλεις αυτάς,

Δευτ. 19,12        καὶ ἀποστελοῦσιν ἡ γερουσία τῆς πόλεως αὐτοῦ καὶ λήψονται αὐτὸν ἐκεῖθεν καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν εἰς χεῖρας τῶν ἀγχιστευόντων τοῦ αἵματος, καὶ ἀποθανεῖται·

Δευτ. 19,12               η γερουσία της πόλεως του φονέως θα στείλουν και θα συλλάβουν αυτόν από εκεί και θα τον παραδώσουν εις τα χέρια των στενωτέρων εξ αίματος συγγενών του φονευθέντος, και εκείνοι θα θανατώσουν τον ένοχον.

Δευτ. 19,13        οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ καθαριεῖς τὸ αἷμα τὸ ἀναίτιον ἐξ Ἰσραήλ, καὶ εὖ σοι ἔσται.

Δευτ. 19,13               Τον εκ προμελέτης αυτόν φονέα δεν θα τον λυπηθή το μάτι σου, αλλά θα εκπλύνης την ενοχήν του αθώου αίματος εκ μέσου των Ισραηλιτών και θα ευτυχήσης.

Δευτ. 19,14        Οὐ μετακινήσεις ὅρια τοῦ πλησίον, ἃ ἔστησαν οἱ πατέρες σου ἐν τῇ κληρονομίᾳ, ᾗ κατεκληρονομήθης ἐν τῇ γῇ, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ.

Δευτ. 19,14               Δεν θα μετακινήσης εις τα κτήματα του πλησίον σου τα σύνορα τα οποία εχάραξαν και έβαλαν οι πρόγονοί σου εις την κληρονομίαν, την οποίαν απέκτησες εις την χώραν, που ο Κυριος δια κλήρου σου έδωκε.

Δευτ. 19,15        Οὐκ ἐμμενεῖ μάρτυς εἷς μαρτυρῆσαι κατὰ ἀνθρώπου κατὰ πᾶσαν ἀδικίαν καὶ κατὰ πᾶν ἁμάρτημα καὶ κατὰ πᾶσαν ἁμαρτίαν, ἣν ἐὰν ἁμάρτῃ· ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων καὶ ἐπὶ στόματος τριῶν μαρτύρων στήσεται πᾶν ῥῆμα.

Δευτ. 19,15               Δεν θα είναι αρκετός ένας μάρτυς, δια να καταθέση μαρτυρίαν κατά ανθρώπου, ο οποίος διέπραξεν οιανδήποτε αδικίαν εναντίον του πλησίον η οιουδήποτε είδους αμαρτίαν κατά του Θεού. Η καταδικαστική απόφασις πρέπει να στηρίζεται εις την μαρτυρίαν δύο και τριών μαρτύρων.

Δευτ. 19,16        ἐὰν δὲ καταστῇ μάρτυς ἄδικος κατὰ ἀνθρώπου καταλέγων αὐτοῦ ἀσέβειαν,

Δευτ. 19,16               Εάν δε κανείς ψευδομαρτυρήση εναντίον άλλου κατηγορών ψευδώς αυτόν δι' ασέβειαν προς τον Θεόν,

Δευτ. 19,17        καὶ στήσονται οἱ δύο ἄνθρωποι, οἷς ἐστιν αὐτοῖς ἡ ἀντιλογία, ἔναντι Κυρίου καὶ ἔναντι τῶν ἱερέων καὶ ἔναντι τῶν κριτῶν, οἳ ἂν ὦσιν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις,

Δευτ. 19,17               οι δύο αυτοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων υπάρχει η αντιδικία, θα παρουσιασθούν ενώπιον του Κυρίου, δηλαδή ενώπιον των ιερέων και των εντεταλμένων δικαστών, οι οποίοι θα δικάζουν κατά τας ημέρας εκείνας.

Δευτ. 19,18        καὶ ἐξετάσωσιν οἱ κριταὶ ἀκριβῶς, καὶ ἰδοὺ μάρτυς ἄδικος ἐμαρτύρησεν ἄδικα, ἀντέστη κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ,

Δευτ. 19,18               Οι δικασταί θα εξετάσουν ακριβώς την υπόθεσιν και θα διαπιστώσουν ότι ο μάρτυς υπήρξεν άδικος και εψευδομαρτύρησε και κατεφέρθη κατά του αδελφού του.

Δευτ. 19,19        καὶ ποιήσετε αὐτῷ ὃν τρόπον ἐπονηρεύσατο ποιῆσαι κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐξαρεῖς τὸ πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 19,19               Τοτε θα κάμετε εις αυτόν ο,τι κακόν ηθέλησε να κάμη εναντίον του αθώου αδελφού του, (θα του επιβάλλετε την ποινήν, με την οποίαν θα ετιμωρούσατε τον κατηγορηθέντα, εάν ήτο αληθής η κατηγορία). Ετσι δε και θα εκλείψη το κακόν της ψευδομαρτυρίας εκ μέσου των Ισραηλιτών.

Δευτ. 19,20        καὶ οἱ ἐπίλοιποι ἀκούσαντες φοβηθήσονται καὶ οὐ προσθήσουσιν ἔτι ποιῆσαι κατὰ τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο ἐν ὑμῖν.

Δευτ. 19,20              Διότι οι άλλοι Ισραηλίται, όταν ακούσουν την τιμωρίαν, που επεβλήθη στον ψευδομάρτυρα, θα φοβηθούν και δεν θα τολμήσουν πλέον να κάμουν παρομοίαν πονηράν πράξιν μεταξύ σας.

Δευτ. 19,21        οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ· ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος, χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός.

Δευτ. 19,21               Το μάτι σου δεν θα λυπηθή τον ψευδομάρτυρα και γενικώτερον τον ένοχον. Θα τον τιμωρήσης κατά τον νόμον της ανταποδόσεως· ζωήν αντί ζωής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χέρι αντί χεριού, πόδι αντί ποδιού.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 20

 

Δευτ. 20,1         Ἐὰν δὲ ἐξέλθῃς εἰς πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ ἴδῃς ἵππον καὶ ἀναβάτην καὶ λαὸν πλείονά σου, οὐ φοβηθήσῃ ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου μετὰ σοῦ ὁ ἀναβιβάσας σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Δευτ. 20,1                 Εάν δε εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σου και ίδης ιππικόν και ιππείς και στρατόν πολυαριθμότερον από σέ, μη φοβηθής από αυτούς, διότι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε έβγαλεν από την Αίγυπτον και σε έφερε μέχρις εδώ, θα είναι μαζή σου.

Δευτ. 20,2         καὶ ἔσται ὅταν ἐγγίσῃς τῷ πολέμῳ, καὶ προσεγγίσας ὁ ἱερεὺς λαλήσει τῷ λαῷ καὶ ἐρεῖ πρὸς αὐτούς·

Δευτ. 20,2                Οταν δε πλησιάζη η ώρα του πολέμου, ο αρχιερεύς θα έλθη, θα ομιλήση προς τον λαόν και θα είπη·

Δευτ. 20,3         ἄκουε, Ἰσραήλ· ὑμεῖς πορεύεσθε σήμερον εἰς τὸν πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, μὴ ἐκλυέσθω ἡ καρδία ὑμῶν, μὴ φοβεῖσθε μηδὲ θραύεσθε μηδὲ ἐκκλίνετε ἀπὸ προσώπου αὐτῶν,

Δευτ. 20,3                Ακούσατε Ισραηλίται· σεις εξέρχεσθε σήμερον εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σας· μη λιποψυχήσετε, μη φοβηθήτε τους εχθρούς σας, μη πτοηθήτε, μη διασκορπισθήτε ενώπιον αυτών,

Δευτ. 20,4         ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ προπορευόμενος μεθ᾿ ὑμῶν συνεκπολεμῆσαι ὑμῖν τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, διασῶσαι ὑμᾶς.

Δευτ. 20,4                διότι Κυριος ο Θεός σας, ο οποίος πορεύεται εμπρός από σας, θα πολεμήση μαζή σας εναντίον των εχθρών σας και θα σας διασώση.

Δευτ. 20,5         καὶ λαλήσουσιν οἱ γραμματεῖς πρὸς τὸν λαὸν λέγοντες· τίς ὁ ἄνθρωπος ὁ οἰκοδομήσας οἰκίαν καινὴν καὶ οὐκ ἐνεκαίνισεν αὐτήν; πορευέσθω καὶ ἀποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, μὴ ἀποθάνῃ ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἄνθρωπος ἕτερος ἐγκαινιεῖ αὐτήν.

Δευτ. 20,5                Οι δε γραμματείς θα ομιλήσουν προς τον λαόν και θα είπουν· Ποιός από σας έκτισε οικίαν καινουργή και δεν την ενεκαινίασε; Ας επιστρέψη και ας υπάγη εις την οικίαν του, μήπως τυχόν και φονευθή κατά τον πόλεμον και άλλος άνθρωπος εγκαινιάση και χαρή την οικίαν του.

Δευτ. 20,6         καὶ τίς ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ οὐκ εὐφράνθη ἐξ αὐτοῦ; πορευέσθω καὶ ἀποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, μὴ ἀποθάνῃ ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἄνθρωπος ἕτερος εὐφρανθήσεται ἐξ αὐτοῦ.

Δευτ. 20,6                Ποιός από σας εφύτευσεν αμπέλι και δεν έφαγε σταφύλια, ώστε να ευφρανθή από αυτό; Ας επιστρέψη και ας μεταβή εις την οικίαν του, μήπως τυχόν φονευθή κατά τον πόλεμον και άλλος άνθρωπος χαρή το αμπέλι του.

Δευτ. 20,7         καὶ τίς ὁ ἄνθρωπος, ὅστις μεμνήστευται γυναῖκα καὶ οὐκ ἔλαβεν αὐτήν; πορευέσθω καὶ ἀποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, μὴ ἀποθάνῃ ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἄνθρωπος ἕτερος λήψεται αὐτήν.

Δευτ. 20,7                Ποιός από σας έχει μνηστευθήη αλλά δεν έλαβεν ακόμη ως σύζυγον την μνηστήν του; Ας επιστρέψη και ας μεταβή εις την οικίαν του, μήπως τυχόν φονευθή κατά τον πόλεμον και άλλος άνθρωπος λάβη αυτήν ως σύζυγον.

Δευτ. 20,8         καὶ προσθήσουσιν οἱ γραμματεῖς λαλῆσαι πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἐροῦσι· τίς ὁ ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος καὶ δειλὸς τῇ καρδίᾳ; πορευέσθω καὶ ἀποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἵνα μὴ δειλιάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ὥσπερ ἡ αὐτοῦ.

Δευτ. 20,8                Επί πλέον οι γραμματείς θα ομιλήσουν προς τον λαόν και θα ειπούν· Ποιός από σας είναι φοβιτσάρης, δειλός και λιπόψυχος; Ας επιστρέψη και ας μεταβή εις το σπίτι του, δια να μη μεταδώση πανικόν εις την καρδίαν του αδελφού του και κάμη και εκείνον δειλόν, όπως είναι αυτός.

Δευτ. 20,9         καὶ ἔσται ὅταν παύσωνται οἱ γραμματεῖς λαλοῦντες πρὸς τὸν λαόν, καὶ καταστήσουσιν ἄρχοντας τῆς στρατιᾶς προηγουμένους τοῦ λαοῦ.

Δευτ. 20,9                Οταν δε θα παύσουν οι γραμματείς τας ανακοινώσεις των αυτάς προς τον λαόν, θα διορίσουν αρχηγούς του στρατού, οι οποίοι θα διοικούν αυτόν κατά τον πόλεμον.

Δευτ. 20,10        Ἐὰν δὲ προσέλθῃς πρὸς πόλιν ἐκπολεμῆσαι αὐτούς, καὶ ἐκκαλέσαι αὐτοὺς μετ᾿ εἰρήνης·

Δευτ. 20,10              Εάν δε πλησιάσετε προς μίαν πόλιν δια να πολεμήσετε αυτήν και να καταλάβετε τους κατοίκους της, πρέπει προηγουμένως να καλέσετε αυτούς εις ειρήνην.

Δευτ. 20,11        ἐὰν μὲν εἰρηνικὰ ἀποκριθῶσί σοι καὶ ἀνοίξωσί σοι, ἔσται πᾶς ὁ λαὸς οἱ εὑρεθέντες ἐν αὐτῇ ἔσονταί σοι φορολόγητοι καὶ ὑπήκοοί σου·

Δευτ. 20,11               Εάν δε οι κάτοικοι ανταποκριθούν εις τας ειρηνικάς σας προτάσεις, ανοίξουν τας πύλας και παραδοθούν εις σας, θα είναι όλοι αυτοί που κατοικούν εις την πόλιν υπήκοοί σας και φόρου υποτελείς.

Δευτ. 20,12        ἐὰν δὲ μὴ ὑπακούσωσί σοι καὶ ποιῶσι πρὸς σὲ πόλεμον, περικαθαριεῖς αὐτήν,

Δευτ. 20,12              Εάν όμως δεν δεχθούν τας ειρηνικάς σας προτάσεις και θελήσουν να κάμουν πόλεμον εναντίον σας, θα πολιορκήσετε την πόλιν,

Δευτ. 20,13        ἕως ἂν παραδῷ σοι αὐτὴν Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὰς χεῖράς σου, καὶ πατάξεις πᾶν ἀρσενικὸν αὐτῆς ἐν φόνῳ μαχαίρας,

Δευτ. 20,13               μέχρις ότου Κυριος ο Θεός σας παραδώση αυτήν εις τα χέρια σας, οπότε σεις θα περάσετε εν στόματι μαχαίρας πάντα αρσενικόν της πόλεως.

Δευτ. 20,14        πλὴν τῶν γυναικῶν καὶ τῆς ἀποσκευῆς καὶ πάντα τὰ κτήνη καὶ πάντα, ὅσα ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῇ πόλει, καὶ πᾶσαν τὴν ἀπαρτίαν προνομεύσεις σεαυτῷ καὶ φαγῇ πᾶσαν τὴν προνομὴν τῶν ἐχθρῶν σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.

Δευτ. 20,14              Τας γυναίκας όμως και τα παιδιά και τα κτήνη και όλα όσα υπάρχουν εις την πόλιν και όλην την περιουσίαν αυτής θα την πάρετε δια τον εαυτόν σας ως λείαν πολέμου, θα φάγετε και θα απολαύσετε τα τρόφιμα και τα λάφυρα των εχθρών σας, τα οποία ο Κυριος σας δίδει.

Δευτ. 20,15        οὕτω ποιήσεις πάσας τὰς πόλεις τὰς μακρὰν οὔσας σου σφόδρα, αἱ οὐχὶ ἐκ τῶν πόλεων τῶν ἐθνῶν τούτων, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομεῖν τὴν γῆν αὐτῶν.

Δευτ. 20,15               Ετσι θα πράξετε εναντίον όλων των πόλεων, αι οποίαι ευρίσκονται πολύ μακράν από σας και δεν είναι από τας πόλεις των εθνών, των οποίων την χώραν Κυριος ο Θεός σας έδωκεν εις σας ως κληρονομίαν.

Δευτ. 20,16        ἰδοὺ δὲ ἀπὸ τῶν πόλεων τῶν ἐθνῶν τούτων, ὧν ὁ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομεῖν τὴν γῆν αὐτῶν, οὐ ζωγρήσετε ἀπ᾿ αὐτῶν πᾶν ἐμπνέον,

Δευτ. 20,16              Ιδού όμως πως θα συμπεριφερθήτε προς τας πόλεις των λαών τούτων, των οποίων τας χώρας έδωσε Κυριος ο Θεός σας εις σας ως κληρονομίαν· δεν θα αφήσετε εις την ζωήν και δεν θα συλλάβετε ζωντανόν ως αιχμάλωτον κανένα, που αναπνέει,

Δευτ. 20,17        ἀλλ᾿ ἢ ἀναθέματι ἀναθεματιεῖτε αὐτούς, τὸν Χετταῖον καὶ Ἀμοῤῥαῖον καὶ Χαναναῖον καὶ Φερεζαῖον καὶ Εὐαῖον καὶ Ἰεβουσαῖον καὶ Γεργεσαῖον, ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου,

Δευτ. 20,17               αλλά θα αναθεματίσετε και θα φονεύσετε όλους αυτούς· Τους Χετταίους, τους Αμορραίους, τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους, τους Ιεβουσαίους και τους Γεργεσαίους, όπως σας έχει διατάξει Κυριος ο Θεός σας·

Δευτ. 20,18        ἵνα μὴ διδάξωσι ποιεῖν ὑμᾶς πάντα τὰ βδελύγματα αὐτῶν, ὅσα ἐποίησαν τοῖς θεοῖς αὐτῶν, καὶ ἁμαρτήσεσθε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν.

Δευτ. 20,18              και τούτο, μήπως αυτοί μένοντες εν τη ζωή και επικοινωνούντες μαζή σας σας διδάξουν και σας παρασύρουν, να πράξετε όλα τα μισητά και αηδιαστικά ενώπιον του Θεού έργα των, τα οποία αυτοί τελούν εις λατρείαν των θεών των, και αμαρτήσετε έτσι ενώπιον Κυρίου του Θεού σας.

Δευτ. 20,19        Ἐὰν δὲ περικαθήσῃς περὶ πόλιν μίαν ἡμέρας πλείους ἐκπολεμῆσαι αὐτὴν εἰς κατάληψιν αὐτῆς, οὐκ ἐξολοθρεύσεις τὰ δένδρα αὐτῆς ἐπιβαλεῖν ἐπ᾿ αὐτὰ σίδηρον, ἀλλ᾿ ἢ ἀπ᾿ αὐτοῦ φαγῇ, αὐτὸ δὲ οὐκ ἐκκόψεις. μὴ ἄνθρωπος τὸ ξύλον τὸ ἐν τῷ ἀγρῷ εἰσελθεῖν ἀπὸ προσώπου σου εἰς τὸν χάρακα;

Δευτ. 20,19              Εάν δε πολιορκήσετε κάποιαν πόλιν επί πολύν χρόνον, πολεμούντες εναντίον αυτής δια να την καταλάβετε, δεν θα βάλετε τσεκούρι και δεν θα καταστρέψετε τα καρποφόρα δένδρα αυτής, αλλά μόνον θα φάγετε από τους καρπούς αυτών. Μηπως το δένδρον που υπάρχει στον αγρόν είναι άνθρωπος, ώστε να φύγη από εμπρός σου και να εισέλθη εις αμυντικόν χαράκωμα;

Δευτ. 20,20        ἀλλὰ ξύλον, ὃ ἐπίστασαι ὅτι οὐ καρπόβρωτόν ἐστι, τοῦτο ὀλοθρεύσεις καὶ ἐκκόψεις καὶ οἰκοδομήσεις χαράκωσιν ἐπὶ τὴν πόλιν, ἥτις ποιεῖ πρὸς σὲ τὸν πόλεμον, ἕως ἂν παραδοθῇ.

Δευτ. 20,20              Τα δένδρα όμως, τα οποία γνωρίζεις ότι δεν κάμνουν φαγωσίμους καρπούς, θα τα κόψης σύρριζα και με τα ξύλα των θα κατασκευάσης πολιορκητικάς μηχανάς και θα εγείρης χαράκωμα γύρω από την πόλιν, η οποία πόλεμεί εναντίον σας, μέχρις ότου παραδοθή.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 21

 

Δευτ. 21,1         Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ τραυματίας ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομῆσαι, πεπτωκὼς ἐν τῷ πεδίῳ καὶ οὐκ οἴδασι τὸν πατάξαντα,

Δευτ. 21,1                  Εάν ευρεθή κάποιος νεκρός εξ αιτίας θανασίμου τραύματος και κείται στο υπαιθρον της χώρας, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου σου έχει δώσει ως κληρονομίαν, και κανείς δεν γνωρίζη τον φονέα αυτού,

Δευτ. 21,2         ἐξελεύσεται ἡ γερουσία σου καὶ οἱ κριταί σου καὶ ἐκμετρήσουσιν ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς κύκλῳ τοῦ τραυματίου,

Δευτ. 21,2                 θα εξέλθουν από τας πλησίον πόλεις οι γεροντότεροι και οι κριταί του λαού και θα μετρήσουν την απόστασιν των γύρω πόλεων μέχρι του τόπου, όπου κείται ο φονευθείς.

Δευτ. 21,3         καὶ ἔσται ἡ πόλις ἡ ἐγγίζουσα τῷ τραυματίᾳ καὶ λήψεται ἡ γερουσία τῆς πόλεως ἐκείνης δάμαλιν ἐκ βοῶν, ἥτις οὐκ εἴργασται, καὶ ἥτις οὐχ εἵλκυσε ζυγόν,

Δευτ. 21,3                 Οι γεροντότεροι της πόλεως εκείνης, η οποία ευρίσκεται πλησιέστερα προς τον φονευθέντα, θα λάβουν από τα βόδια δάμαλιν, η οποία δεν έχει χρησιμοποιηθή εις εργασίαν και δεν έχει σύρει ζυγόν.

Δευτ. 21,4         καὶ καταβιβάσουσιν ἡ γερουσία τῆς πόλεως ἐκείνης δάμαλιν εἰς φάραγγα τραχεῖαν, ἥτις οὐκ εἴργασται οὐδὲ σπείρεται, καὶ νευροκοπήσουσι τὴν δάμαλιν ἐν τῇ φάραγγι.

Δευτ. 21,4                 Αυτοί οι γεροντότεροι της πόλεως θα κατεβάσουν την δάμαλιν εις ανώμαλον φάραγγα η οποία δεν έχει οργωθή ούτε σπαρή, και εις την φάραγγα αυτήν θα φονεύσουν την δάμαλιν κόπτοντες το νεύρον του τραχήλου της.

Δευτ. 21,5         καὶ προσελεύσονται οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται, ὅτι αὐτοὺς ἐπέλεξε Κύριος ὁ Θεὸς παρεστηκέναι αὐτῷ καὶ εὐλογεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῷ στόματι αὐτῶν ἔσται πᾶσα ἀντιλογία καὶ πᾶσα ἁφή.

Δευτ. 21,5                 Θα προσέλθουν εκεί οι ιερείς, που ανήκουν εις την φυλήν Λευϊ, διότι αυτούς έχει εκλέξει Κυριος ο Θεός να είναι πλησίον του δια να τον υπηρετούν και να ευλογούν εξ ονόματός του τον λαόν και τους έδωσε το δικαίωμα να αποφαίνωνται επί πάσης αμφισβητήσεως και αδικίας,

Δευτ. 21,6         καὶ πᾶσα ἡ γερουσία τῆς πόλεως ἐκείνης οἱ ἐγγίζοντες τῷ τραυματίᾳ νίψονται τὰς χεῖρας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τῆς δαμάλεως τῆς νενευροκοπημένης ἐν τῇ φάραγγι

Δευτ. 21,6                 και όλοι οι άνθρωποι της γερουσίας της πόλεως εκείνης, που ευρίσκεται πλησιέστερα προς τον φονευθέντα, θα νίψουν τα χέρια των επάνω εις την κεφαλήν της δαμάλεως, η οποία έχει νευροκοπηθή εις την φάραγγα,

Δευτ. 21,7         καὶ ἀποκριθέντες ἐροῦσιν· αἱ χεῖρες ἡμῶν οὐκ ἐξέχεαν τὸ αἷμα τοῦτο, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν οὐχ ἑωράκασιν·

Δευτ. 21,7                 και θα είπουν ενώπιον όλων· “τα χέρια μας δεν έχυσαν το αίμα τούτο και τα μάτια μας δεν είδαν εκείνον, που το έχυσε,

Δευτ. 21,8         ἵλεως γενοῦ τῷ λαῷ σου Ἰσραήλ, οὓς ἐλυτρώσω, Κύριε, ἵνα μὴ γένηται αἷμα ἀναίτιον ἐν τῷ λαῷ σου Ἰσραήλ. καὶ ἐξιλασθήσεται αὐτοῖς τὸ αἷμα.

Δευτ. 21,8                 δείξε, Κυριε, την ευσπλαγχνίαν και το έλεός σου προς τον ισραηλιτικόν λαόν, τον οποίον συ ηλευθέρωσας από την Αίγυπτον, ώστε να μη καταλογισθή στον λαόν σου το αθώον αίμα”. Ετσι δε αυτοί θα εξιλεωθούν και δεν θα είναι ένοχοι δια το αθώον εκείνο αίμα.

Δευτ. 21,9         σὺ δὲ ἐξαρεῖς τὸ αἷμα· τὸ ἀναίτιον ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, ἐὰν ποιήσῃς τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 21,9                 Συ θα αποβάλης από τυν εαυτόν σου την ενοχήν δια το χυθέν αθώον αίμα, εάν πράττης το καλόν και αυάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 21,10        Ἐὰν δὲ ἐξελθὼν εἰς πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ παραδῷ σοι Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὰς χεῖράς σου καὶ προνομεύσῃς τὴν προνομὴν αὐτῶν

Δευτ. 21,10               Εάν εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σου και Κυριος ο Θεός σου παραδώση αυτούς εις τα χέρια σου, και κυριεύσης λάφυρα και αιχμαλώτους,

Δευτ. 21,11        καὶ ἴδῃς ἐν τῇ προνομῇ γυναῖκα καλὴν τῷ εἴδει καὶ ἐνθυμηθῇς αὐτῆς καὶ λάβῃς αὐτήν σεαυτῷ γυναῖκα

Δευτ. 21,11                ίδης δε μεταξύ των αιχμαλώτων γυναίκα ωραίαν εις την εμφάνισιν, και επιθυμήσης αυτήν δια να την λάβης ως γυναίκα σου.

Δευτ. 21,12        καὶ εἰσάξῃς αὐτὴν ἔνδον εἰς τὴν οἰκίαν σου, καὶ ξυρήσεις τὴν κεφαλὴν αὐτῆς καὶ περιονυχιεῖς αὐτὴν

Δευτ. 21,12               Θα την εισαγάγης εις την οικίαν σου, θα ξυρίσης την κεφαλήν της, θα κόψης τα νύχια της,

Δευτ. 21,13        καὶ περιελεῖς τὰ ἱμάτια τῆς αἰχμαλωσίας ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ καθιεῖται ἐν τῇ οἰκίᾳ σου καὶ κλαύσεται τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα μηνὸς ἡμέρας, καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσῃ πρὸς αὐτὴν καὶ συνοικισθήσῃ αὐτῇ, καὶ ἔσται σου γυνή.

Δευτ. 21,13               θα αφαιρέσης από αυτήν τα ενδύματα της αιχμαλωσίας της. Αυτή θα καθήση εις την οικίαν σου και θα κλαύση τον πατέρα και την μητέρα της επί ένα μήνα, κατόπιν δε συ θα έλθης εις συνάφειαν με αυτήν, θα συγκατοικής με αυτήν και θα είναι νόμιμος σύζυγός σου.

Δευτ. 21,14        καὶ ἔσται ἐὰν μὴ θέλῃς αὐτήν, ἐξαποστελεῖς αὐτὴν ἐλευθέραν καὶ πράσει οὐ πραθήσεται ἀργυρίου· οὐκ ἀθετήσεις αὐτήν, διότι ἐταπείνωσας αὐτήν.

Δευτ. 21,14               Εάν όμως κατόπιν δεν θέλης να κρατήσης αυτήν ως συζυγον, θα την αφήσης ελευθέραν· κατ' ουδένα δε λόγον θα πωληθή αυτή αντί χρημάτων. Δεν θα την αρνηθής, ώστε να την πωλήσης ως δούλην, διότι συ την είχες προηγουμένως ως σύζυγον και την διέφθειρες.

Δευτ. 21,15        Ἐὰν δὲ γένωνται ἀνθρώπῳ δύο γυναῖκες, μία αὐτῶν ἠγαπημένη καὶ μία αὐτῶν μισουμένη, καὶ τέκωσιν αὐτῷ ἡ ἠγαπημένη καὶ ἡ μισουμένη καὶ γένηται υἱὸς πρωτότοκος τῆς μισουμένης,

Δευτ. 21,15               Εάν ένας Ισραηλίτης λάβη δύο γυναίκας, την μίαν εκ των οποίων αγαπά την δε άλλην μισεί, γεννήσουν δε και αι δύο η αγαπωμένη και η μισουμένη, η δε μισουμένη γεννήση πρώτη υιόν πρωτότοκον, έπειτα δε από αυτήν γεννήση η αγαπωμένη,

Δευτ. 21,16        καὶ ἔσται ᾗ ἂν ἡμέρᾳ κατακληρονομῇ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, οὐ δυνήσεται πρωτοτοκεῦσαι τῷ υἱῷ τῆς ἠγαπημένης, ὑπεριδὼν τὸν υἱὸν τῆς μισουμένης τὸν πρωτότοκον,

Δευτ. 21,16               κατά την ημέραν κατά την οποίαν ο πατήρ ούτος θα διανείμη εις τα παιδιά του την περιουσίαν του, δεν θα δώση τα πρωτοτόκια στον πρωτότοκον της ηγαπημένης του, καταφρονών έτσι τον πρωτότοκον υιόν της μισουμένης,

Δευτ. 21,17        ἀλλὰ τὸν πρωτότοκον υἱὸν τῆς μισουμένης ἐπιγνώσεται δοῦναι αὐτῷ διπλᾶ ἀπὸ πάντων, ὧν ἂν εὑρεθῇ αὐτῷ, ὅτι οὗτός ἐστιν ἀρχὴ τέκνων αὐτοῦ, καὶ τούτῳ καθήκει τὰ πρωτοτοκεῖα.

Δευτ. 21,17               αλλά ως πρωτότοκον υιόν του θα αναγνωρίση τον υιόν της μισουμένης και θα δώση διπλάσιον εις αυτόν μερίδιον από όλα τα υπάρχοντά του, διότι αυτός είναι η αρχή των τέκνων του και εις αυτόν ανήκουν τα δικαιώματα ως πρωτοτόκου.

Δευτ. 21,18        Ἐὰν δέ τινι ᾖ υἱὸς ἀπειθὴς καὶ ἐρεθιστής, οὐχ ὑπακούων φωνὴν πατρὸς καὶ φωνὴν μητρός, καὶ παιδεύωσιν αὐτὸν καὶ μὴ εἰσακούῃ αὐτῶν,

Δευτ. 21,18               Εάν ένας Ισραηλίτης έχη υιόν απειθή, φιλόνεικον και υβριστήν, ανυπάκουον εις τα λόγια του πατρός και της μητρός του και ο οποίος, παρά τας παιδαγωγικάς τιμωρίας εκ μέρους των γονέων του, δεν σέβεται και δεν υπακούει εις αυτούς,

Δευτ. 21,19        καὶ συλλαβόντες αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἐξάξουσιν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γερουσίαν τῆς πόλεως αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν πύλην τοῦ τόπου

Δευτ. 21,19               θα τον πάρουν ο πατέρας και η μητέρα του και θα τον οδηγήσουν εις την γερουσίαν της πόλεως, η οποία ευρίσκεται εις την πύλην της πόλεως, τόπον του δικαστηρίου.

Δευτ. 21,20        καὶ ἐροῦσι τοῖς ἀνδράσι τῆς πόλεως αὐτῶν· ὁ υἱὸς ἡμῶν οὗτος ἀπειθεῖ καὶ ἐρεθίζει, οὐχ ὑπακούει τῆς φωνῆς ἡμῶν, συμβολοκοπῶν οἰνοφλυγεῖ·

Δευτ. 21,20              Εκεί οι γονείς θα είπουν στους πρεσβυτέρους και δικαστάς της πόλεώς των· Αυτός ο υιός μας είναι απειθής, φιλόνεικος και υβριστής, δεν υπακούει εις τα λόγια μας και μεθοκοπάει εις συμπόσια.

Δευτ. 21,21        καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτοῦ ἐν λίθοις, καὶ ἀποθανεῖται· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐπίλοιποι ἀκούσαντες φοβηθήσονται.

Δευτ. 21,21               Οι άνδρες της πόλεως θα καταδικάσουν τον απειθή υιόν να εκτελεσθή δια λιθοβολισμού. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα βγάλετε τον απειθή υιόν από ανάμεσά σας, οι δε άλλοι υιοί, όταν ακούσουν, θα καταληφθούν από φόβον και θα προσέχουν την συμπεριφοράν των.

Δευτ. 21,22        Ἐὰν δὲ γένηται ἔν τινι ἁμαρτία κρίμα θανάτου καὶ ἀποθάνῃ καὶ κρεμάσητε αὐτὸν ἐπὶ ξύλου,

Δευτ. 21,22              Εάν κανείς διαπράξη βαρύ αμάρτημα συνεπαγόμενον την ποινήν του θανάτου και καταδικασθή εις θάνατον, και τον κρεμάσετε στο ξύλον,

Δευτ. 21,23        οὐ κοιμηθήσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ξύλου, ἀλλὰ ταφῇ θάψετε αὐτὸ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅτι κεκατηραμένος ὑπὸ Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου· καὶ οὐ μὴ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ.

Δευτ. 21,23               το πτώμα αυτού δεν θα παραμείνη έτη του ξύλου κατά το διάστημα της νυκτός, αλλά θα το θάψετε κατά την ιδίαν ημέραν της εκτελέσεώς του, διότι κάθε κρεμάμενος επί ξύλου είναι κατηραμένος από τον Θεόν. Ετσι δε δεν θα μολύνετε την χώραν, την οποίαν ο Κυριος σας έχει δώσει ως κληρονομίαν.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 22

 

Δευτ. 22,1         Μὴ ἰδὼν τὸν μόσχον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ τὸ πρόβατον αὐτοῦ πλανώμενα ἐν τῇ ὁδῷ ὑπερίδῃς αὐτά· ἀποστροφῇ ἀποστρέψεις αὐτὰ τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ ἀποδώσεις αὐτῷ.

Δευτ. 22,1                 Μη αδιαφορήσης, όταν ίδης το μοσχάρι του αδελφού σου η το προβάτον αυτού να πλανώνται στον δρόμον. Θα ενδιαφερθής να επιστρέψης αυτά στον αδελφόν σου τον Ισραηλίτην και θα τα παραδώσης εις αυτόν.

Δευτ. 22,2         ἐὰν δὲ μὴ ἐγγίζῃ ὁ ἀδελφός σου πρὸς σὲ μηδὲ ἐπίστῃ αὐτόν, συνάξεις αὐτὰ ἔνδον εἰς τὴν οἰκίαν σου, καὶ ἔσται μετά σοῦ, ἕως ἂν ζητήσῃ αὐτὰ ὁ ἀδελφός σου, καὶ ἀποδώσεις αὐτῷ.

Δευτ. 22,2                Εάν όμως ο ομοεθνής αδελφός σου δεν μένη πλησίον σου και δεν τον γνωρίζης, θα φυλάξης αυτά τα πλανώμενα ζώα εντός του περιβόλου της οικίας σου και θα είναι μαζή σου, μέχρις ότου τα αναζητήση ο αδελφός σου ο Ισραηλίτης, στον οποίον και θα τα αποδώσης.

Δευτ. 22,3         οὕτω ποιήσεις τὸν ὄνον αὐτοῦ καὶ οὕτω ποιήσεις τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ οὕτω ποιήσεις κατὰ πᾶσαν ἀπώλειαν τοῦ ἀδελφοῦ σου, ὅσα ἐὰν ἀπολῆται παρ᾿ αὐτοῦ καὶ εὕρῃς· οὐ δυνήσῃ ὑπεριδεῖν.

Δευτ. 22,3                Το ίδιο θα κάμης και δια τον όνον του αδελφού σου και δια το ένδυμά του και δια κάθε τι, το οποίον εκείνος έχασε και το οποίον ευρήκες συ. Δεν πρέπει να αδιαφορήσης δι' αυτά.

Δευτ. 22,4         οὐκ ὄψῃ τὸν ὄνον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ τὸν μόσχον αὐτοῦ πεπτωκότας ἐν τῇ ὁδῷ, μὴ ὑπερίδῃς αὐτούς· ἀνιστῶν ἀναστήσεις μετ᾿ αὐτοῦ.

Δευτ. 22,4                Δεν θα αδιαφορήσης επίσης δια τον όνον του αδελφού σου η δια το μοσχάρι αυτού, όταν τα ίδης να έχουν πέσει στον δρόμον. Αλλά μαζή με τον αδελφόν σου θα βοηθήσης να τα σηκώσετε.

Δευτ. 22,5         Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα.

Δευτ. 22,5                Δεν επιτρέπεται εις γυναίκα να φορή ανδρικά ενδύματα, ούτε στον άνδρα να φορή γυναικεία ενδύματα, διότι καθένας που κάμνει αυτά, είναι αποκρουστικός και αηδιαστικός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 22,6         Ἐὰν δὲ συναντήσῃς νοσσιᾷ ὀρνέων πρὸ προσώπου σου ἐν τῇ ὁδῷ ἢ ἐπὶ παντὶ δένδρῳ ἢ ἐπὶ τῆς γῆς, νεοσσοῖς ἢ ὠοῖς, καὶ ἡ μήτηρ θάλπῃ ἐπὶ τῶν νεοσσῶν ἢ ἐπὶ τῶν ὠῶν, οὐ λήψῃ τὴν μητέρα μετὰ τῶν τέκνων·

Δευτ. 22,6                Εάν συναντήσης φωληά μικρών πουλιών στον δρόμον σου η επάνω εις δένδρον η κάτω εις την γην, μέσα εις την οποίαν υπάρχουν πουλάκια η αυγά και η μητέρα θερμαίνη τα πουλάκια η τα αυγά, δεν θα πάρης την μητέρα με τα παιδιά της.

Δευτ. 22,7         ἀποστολῇ ἀποστελεῖς τὴν μητέρα, τὰ δὲ παιδία λήψῃ σεαυτῷ, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ πολυήμερος γένῃ.

Δευτ. 22,7                Θα αφήσης ελευθέραν την μητέρα και θα πάρης δια τον εαυτόν σου μόνον τα πουλιά της και έτσι θα ζήσης ευτυχής και μακροχρόνιος εις την γην.

Δευτ. 22,8         Ἐὰν δὲ οἰκοδομήσῃς οἰκίαν καινήν, καὶ ποιήσεις στεφάνην τῷ δώματί σου· καὶ οὐ ποιήσεις φόνον ἐν τῇ οἰκίᾳ σου, ἐὰν πέσῃ ὁ πεσὼν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Δευτ. 22,8                Εάν κτίσης καινούργια οικία, πρέπει να κάμης στηθαίον γύρω από την ταράτσαν, μήπως τυχόν και πέση κανείς από την ταράτσαν και λάβη χώραν φόνος εις την οικίας σου (δια τον οποίον λόγω αμελείας συ θα είσαι υπεύθυνος).

Δευτ. 22,9         Οὐ κατασπερεῖς τὸν ἀμπελῶνά σου διάφορον, ἵνα μὴ ἁγιασθῇ τὸ γένημα καὶ τὸ σπέρμα, ὃ ἐὰν σπείρῃς μετὰ τοῦ γενήματος τοῦ ἀμπελῶνός σου.

Δευτ. 22,9                Δεν θα σπείρης στο αμπέλι σου άλλο είδος σποράς, διότι δεν θα είναι δυνατόν να προσφερθούν κατά την ιδίαν ημέραν προς αγιασμόν αι απαρχαί του αμπελώνος και της άλλης σποράς.

Δευτ. 22,10        οὐκ ἀροτριάσεις ἐν μόσχῳ καὶ ὄνῳ ἐπὶ τὸ αὐτό.

Δευτ. 22,10              Δεν πρέπει να οργώσης το χωράφι σου χρησιμοποιών στον ίδιον ζυγόν βόδι και όνον.

Δευτ. 22,11        οὐκ ἐνδύσῃ κίβδηλον, ἔρια καὶ λίνον, ἐν τῷ αὐτῷ.

Δευτ. 22,11               Δεν θα φορέσης ένδυμα κίβδηλον, το οποίον είναι υφασμένον με λινήν και μαλλίνην κλωστήν.

Δευτ. 22,12        Στρεπτὰ ποιήσεις σεαυτῷ ἐπὶ τῶν τεσσάρων κρασπέδων τῶν περιβολαίων σου, ἃ ἐὰν περιβάλῃ ἐν αὐτοῖς.

Δευτ. 22,12              Θα κατασκευάσης κρόσσια εις τα τέσσαρα κάτω άκρα του ιματίου σου, με το οποίον ενδύεσαι.

Δευτ. 22,13        Ἐὰν δέ τις λάβῃ γυναῖκα καὶ συνοικήσῃ αὐτῇ καὶ μισήσῃ αὐτὴν

Δευτ. 22,13               Εάν κανείς λάβη σύζυγον και συνοικήση με αυτήν, κατόπιν δε την αποστραφή και την μισήση,

Δευτ. 22,14        καὶ ἐπιθῇ αὐτῇ προφασιστικοὺς λόγους καὶ κατενέγκῃ αὐτῆς ὄνομα πονηρὸν καὶ λέγῃ· τὴν γυναῖκα ταύτην εἴληφα καὶ προσελθὼν αὐτῇ οὐκ εὕρηκα αὐτῆς τὰ παρθένια,

Δευτ. 22,14              και επιβαρύνη αυτήν με ψευδείς κατηγορίας και προσάψη εις αυτήν δυσφημισμένον και ανυπόληπτον όνομα και είπη· Ελαβαν την γυναίκα αυτήν ως σύζυγόν μου και ελθών εις επαφήν με αυτήν, δεν την ευρήκα παρθένον,

Δευτ. 22,15        καὶ λαβὼν ὁ πατὴρ τῆς παιδὸς καὶ ἡ μήτηρ ἐξοίσουσι τὰ παρθένια τῆς παιδὸς πρὸς τὴν γερουσίαν ἐπὶ τὴν πύλην,

Δευτ. 22,15               τότε ο πατήρ και η μήτηρ της γυναικός αυτής θα λάβουν τα δείγματα της παρθενικότητός της και θα τα φέρουν εις την γερουσίαν κοντά εις την πύλην της πόλεως.

Δευτ. 22,16        καὶ ἐρεῖ ὁ πατὴρ τῆς παιδὸς τῇ γερουσίᾳ· τὴν θυγατέρα μου ταύτην δέδωκα τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ γυναῖκα, καὶ μισήσας αὐτὴν

Δευτ. 22,16              Εκεί θα είπη ο πατήρ της γυναικός αυτής εις την γερουσίαν· έδωκα την κόρην μου αυτήν ως σύζυγον στον άνθρωπον αυτόν. Και αυτός, επειδή την εμίσησεν,

Δευτ. 22,17        νῦν οὗτος ἐπιτίθησιν αὐτῇ προφασιστικοὺς λόγους λέγων· οὐχ εὕρηκα τῇ θυγατρί σου παρθένια, καὶ ταῦτα τὰ παρθένια τῆς θυγατρός μου· καὶ ἀναπτύξουσι τὸ ἱμάτιον ἐναντίον τῆς γερουσίας τῆς πόλεως.

Δευτ. 22,17               επιρρίπτει εναντίον της ψευδείς κατηγορίας λέγων· δεν ευρήκα την κόρην σου παρθένον. Εκείνος θα είπη αυτά είναι τα σημάδια της παρθενίας της κόρης μου και οι γονείς θα ξεδιπλώσουν το ιμάτιον της θυγατρός των ενώπιον της γερουσίας της πόλεως.

Δευτ. 22,18        καὶ λήψεται ἡ γερουσία τῆς πόλεως ἐκείνης τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον καὶ παιδεύσουσιν αὐτὸν

Δευτ. 22,18              Η γερουσία της πόλεως θα συλλάβη τον άνθρωπον εκείνον και θα τον τιμωρήση.

Δευτ. 22,19        καὶ ζημιώσουσιν αὐτὸν ἑκατὸν σίκλους καὶ δώσουσι τῷ πατρὶ τῆς νεάνιδος, ὅτι ἐξήνεγκεν ὄνομα πονηρὸν ἐπὶ παρθένον Ἰσραηλῖτιν· καὶ αὐτοῦ ἔσται γυνή, οὐ δυνήσεται ἐξαποστεῖλαι αὐτὴν τὸν ἅπαντα χρόνον.

Δευτ. 22,19              Θα καταδικάσουν αυτόν εις πρόστιμον εκατόν σίκλων (1120        γραμμάρια) αργυρίου, το οποίον θα δώσουν στον πατέρα της νεάνιδος, διότι διέβαλε και εξηυτέλισε το όνομα αυτής της παρθένου Ισραηλίτιδος. Επί πλέον δε θα υποχρεωθήη να κρατήση αυτήν ισοβίως ως σύζυγόν του, χωρίς να δυνηθή ποτέ να την διαζευχθή.

Δευτ. 22,20        ἐὰν δὲ ἐπ᾿ ἀληθείας γένηται ὁ λόγος οὗτος καὶ μὴ εὑρεθῇ παρθένια τῇ νεάνιδι,

Δευτ. 22,20              Εάν όμως η κατηγορία του συζύγου είναι αληθής και όντως δεν ευρεθή παρθένος η νεάνις,

Δευτ. 22,21        καὶ ἐξάξουσι τὴν νεᾶνιν ἐπὶ τὰς θύρας τοῦ οἴκου τοῦ πατρὸς αὐτῆς, καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὴν ἐν λίθοις, καὶ ἀποθανεῖται, ὅτι ἐποίησεν ἀφροσύνην ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐκπορνεῦσαι τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτῆς· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 22,21              θα οδηγήσουν την γυναίκα αυτήν εις την θύραν της οικίας του πατρός της και θα την θανατώσουν δια λιθοβολισμού, διότι διέπραξεν αυτήν την αφροσύνην μεταξύ των Ισραηλιτών, και εξετράπη εις πορνείαν, όταν ευρίσκετο στον οίκον του πατρός της. Ετσι θα βγάλετε από ανάμεσά σας τον πονηρόν αυτόν άνθρωπον.

Δευτ. 22,22        Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἄνθρωπος κοιμώμενος μετὰ γυναικὸς συνῳκισμένης ἀνδρί, ἀποκτενεῖτε ἀμφοτέρους, τὸν ἄνδρα τὸν κοιμώμενον μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τὴν γυναῖκα· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ Ἰσραήλ.

Δευτ. 22,22              Εάν ευρεθή ανήρ κοιμώμενος με γυναίκα υπανδρευμένην, θα φονεύσετε και τους δύο, τον άνδρα που εκοιμήθη με την γυναίκα και την γυναίκα. Ετσι θα βγάλετε από ανάμεσά σας τον πονηρόν άνθρωπον.

Δευτ. 22,23        Ἐὰν δὲ γένηται παῖς παρθένος μεμνηστευμένη ἀνδρὶ καὶ εὑρὼν αὐτὴν ἄνθρωπος ἐν πόλει κοιμηθῇ μετ᾿ αὐτῆς,

Δευτ. 22,23              Εάν κόρην παρθένον μνηστευμένην την συναντήση ένας ανήρ εντός της πόλεως και κοιμηθή μαζή της,

Δευτ. 22,24        ἐξάξετε ἀμφοτέρους ἐπὶ τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ λιθοβοληθήσονται ἐν λίθοις καὶ ἀποθανοῦνται· τὴν νεᾶνιν, ὅτι οὐκ ἐβόησεν ἐν τῇ πόλει, καὶ τὸν ἄνθρωπον, ὅτι ἐταπείνωσε τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 22,24              θα οδηγήσετε και τους δύο εις την πύλην της πόλεως, όπου το δικαστήριον της γερουσίας, και θα καταδικάσετε αυτούς στον δια λιθοβολισμού θάνατον. Την μεν κόρην διότι, καίτοι ευρισκομένη εις την πόλιν, δεν εφώναξε, τον δε άνδρα διότι διέφθειρε την μνηστήν του πλησίον. Ετσι θα βγάλετε εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού τον πονηρόν.

Δευτ. 22,25        ἐὰν δὲ ἐν πεδίῳ εὕρῃ ἄνθρωπος τὴν παῖδα τὴν μεμνηστευμένην καὶ βιασάμενος κοιμηθῇ μετ᾿ αὐτῆς, ἀποκτενεῖτε τὸν κοιμώμεμον μετ᾿ αὐτῆς μόνον

Δευτ. 22,25              Εάν ένας ανήρ συναντήση εις την ύπαιθρον κόρην μνηστευμένην και χρησιμοποιών βίαν κοιμηθή μαζή της, θα φονεύσετε μόνον τον άνδρα, που εκοιμήθη με αυτήν.

Δευτ. 22,26        καὶ τῇ νεάνιδι οὐ ποιήσετε οὐδέν· οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα θανάτου, ὅτι ὡς εἴ τις ἐπαναστῇ ἄνθρωπος ἐπὶ τὸν πλησίον καὶ φονεύσῃ αὐτοῦ ψυχήν, οὕτω τὸ πρᾶγμα τοῦτο,

Δευτ. 22,26              Εις την κόρην δεν θα επιβάλετε καμμίαν τιμωρίαν. Δεν διέπραξεν αυτή αμάρτημα συνεπαγόμενον τον θάνατον· διότι το πάθημα της νεάνιδος είναι, ως εάν ένας ωπλισμένος άνθρωπος επιτεθή εναντίον αόπλου και τον φονεύση.

Δευτ. 22,27        ὅτι ἐν τῷ ἀγρῷ εὗρεν αὐτήν, ἐβόησεν ἡ νεᾶνις ἡ μεμνηστευμένη, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθήσων αὐτῇ.

Δευτ. 22,27              Εις τον αγρόν ευρήκεν εκείνος την μνηστευμένην κόρην. Εφώναξεν εκείνη, αλλά δεν υπήρχε κανείς να σπεύση εις βοήθειάν της.

Δευτ. 22,28        Ἐὰν δέ τις εὕρῃ τὴν παῖδα τὴν παρθένον, ἥτις οὐ μεμνήστευται, καὶ βιασάμενος κοιμηθῇ μετ᾿ αὐτῆς καὶ εὑρεθῇ,

Δευτ. 22,28              Εάν ανήρ τις συναντήση κόρην παρθένον, η οποία δεν είναι μνηστεαμένη και βιάση αυτήν κοιμηθείς μαζή της, και ανακαλυφθή ο διαπράξας το αδίκημα αυτό,

Δευτ. 22,29        δώσει ὁ ἄνθρωπος ὁ κοιμηθεὶς μετ᾿ αὐτῆς τῷ πατρὶ τῆς νεάνιδος πεντήκοντα δίδραχμα ἀργυρίου, καὶ αὐτοῦ ἔσται γυνή, ἀνθ᾿ ὧν ἐταπείνωσεν αὐτήν· οὐ δυνήσεται ἐξαποστεῖλαι αὐτὴν τὸν ἅπαντα χρόνον.

Δευτ. 22,29              θα δώση ο άνθρωπος αυτός στον πατέρα της παρθένου κόρης πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου και θα λάβη αυτήν ως σύζυγόν του, διότι την διέφθειρε. Δεν θα δυνηθή δε αυτός ποτέ να την διαζευχθή.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 23

 

Δευτ. 23,1         Οὐ λήψεται ἄνθρωπος τὴν γυναῖκα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀποκαλύψει συγκάλυμμα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Δευτ. 23,1                 Δεν επιτρέπεται εις κανένα να λάβη ως σύζυγόν του την γυναίκα του πατρός του και να ανασύρη έτσι από αυτήν το κάλυμμα του πατρός του.

Δευτ. 23,2         Οὐκ εἰσελεύσεται θλαδίας οὐδὲ ἀποκεκομμένος εἰς τὴν ἐκκλησίαν Κυρίου.

Δευτ. 23,2                Δεν επιτρέπεται εις συγκεντρώσεις ενώπιον του Κυρίου να προσέρχεται άνθρωπος, του οποίου τα απόκρυφα μέλη είναι σπασμένα η κομμένα.

Δευτ. 23,3         οὐκ εἰσελεύσεται ἐκ πόρνης εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου.

Δευτ. 23,3                 Επίσης εις τας συναθροίσεις αυτάς δεν επιτρέπεται να προσέλθη νόθος, υιός πόρνης.

Δευτ. 23,4         οὐκ εἰσελεύσεται Ἀμμανίτης καὶ Μωαβίτης εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου· καὶ ἕως δεκάτης γενεᾶς οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν Κυρίου καὶ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα,

Δευτ. 23,4                Εις την ενώπιον του Κυρίου συνάθροισιν δεν επιτρέπεται να προσέλθη Αμμανίτης και Μωαβίτης και έως δεκάτης ακόμη γενεάς. Εις τον αιώνα τον άπαντα δεν θα εισέλθη κανείς από αυτούς εις συγκέντρωσιν Κυρίου.

Δευτ. 23,5         παρὰ τὸ μὴ συναντῆσαι αὐτοὺς ὑμῖν μετὰ ἄρτων καὶ ὕδατος ἐν τῇ ὁδῷ, ἐκπορευομένων ὑμῶν ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ὅτι ἐμισθώσαντο ἐπὶ σὲ τὸν Βαλαὰμ υἱὸν Βεὼρ ἐκ τῆς Μεσοποταμίας καταρᾶσθαί σε·

Δευτ. 23,5                 Και τούτο, διότι αυτοί δέν σας υπήντησαν με άρτους και ύδωρ στον δρόμον σας, όταν εφεύγατε από την Αίγυπτον, και διότι ακόμη επλήρωσαν τον Βαλαάμ, υιόν του Βεώρ από την Μεσοποταμίαν, δια να σας καταρασθή.

Δευτ. 23,6         καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ὁ Θεός σου εἰσακοῦσαι τοῦ Βαλαάμ, καὶ μετέστρεψε Κύριος ὁ Θεός σου τὰς κατάρας εἰς εὐλογίαν, ὅτι ἠγάπησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 23,6                Κυριος όμως ο Θεός σου δεν ηθέλησε να ακούση τον Βαλαάμ, αλλά μετέστρεψε τας κατάρας του Βαλαάμ εις ευλογίαν, διότι σε ηγάπησε Κυριος ο Θεός σου.

Δευτ. 23,7         οὐ προσαγορεύσεις εἰρηνικὰ αὐτοῖς καὶ συμφέροντα αὐτοῖς πάσας τὰς ἡμέρας σου εἰς τὸν αἰῶνα.

Δευτ. 23,7                 Δεν θα έχης ειρηνικάς ομιλίας και σχέσεις με αυτούς· ούτε και θα επιδιώξης ποτέ στον αιώνα να εξυπηρετήσης τα συμφέροντά των.

Δευτ. 23,8         οὐ βδελύξῃ Ἰδουμαῖον, ὅτι ἀδελφός σού ἐστιν· οὐ βδελύξῃ Αἰγύπτιον, ὅτι πάροικος ἐγένου ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ·

Δευτ. 23,8                Δεν θα μισήσης όμως τον Ιδουμαίον, διότι είναι αδελφός σου. Δεν θα μισήσης ακόμη ούτε τον Αιγύπτιον, διότι είχες φιλοξενηθή εις την χώραν του.

Δευτ. 23,9         υἱοὶ ἐὰν γεννηθῶσιν αὐτοῖς, γενεᾷ τρίτῃ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου.

Δευτ. 23,9                Οι απόγονοι, οι οποίοι ενδεχομένως θα γεννηθούν από αυτούς, γενεά τρίτη, θα έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν εις τας συγκεντρώσεις σας ενώπιον του Κυρίου, στον ναόν.

Δευτ. 23,10        Ἐὰν δὲ ἐξέλθῃς παρεμβαλεῖν ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου, καὶ φυλάξῃ ἀπὸ παντὸς ῥήματος πονηροῦ.

Δευτ. 23,10               Εάν πρόκειται να εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σου, πρόσεξε να αποφύγης κάθε μολυσμόν, τον οποίον απαγορεύει ο Θεός.

Δευτ. 23,11        ἐὰν ᾖ ἐν σοὶ ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔσται καθαρὸς ἐκ ῥύσεως αὐτοῦ νυκτός, καὶ ἐξελεύσεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς καὶ οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν·

Δευτ. 23,11               Εάν δηλαδή υπάρξη μεταξύ του λαού άνθρωπος, ο οποίος εξ αιτίας νυκτερινής ρεύσεως δεν είναι καθαρός, θα εξέλθη από το στρατόπεδον και δεν θα επανέλθη εις αυτό.

Δευτ. 23,12        καὶ ἔσται τὸ πρὸς ἑσπέραν λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι καὶ δεδυκότος ἡλίου εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν.

Δευτ. 23,12               Οταν δε πλησιάζη η εσπέρα θα λούση το σώμα του με νερό και μετά την δύσιν του ηλίου θα εισέλθη στο στρατόπεδον.

Δευτ. 23,13        καὶ τόπος ἔσται σοι ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐξελεύσῃ ἐκεῖ ἔξω·

Δευτ. 23,13               Εξω από το στρατόπεδον θα υπάρχη ωρισμένος τόπος δια τας ανάγκας σας και εκεί θα εξέρχεσθε.

Δευτ. 23,14        καὶ πάσσαλος ἔσται σοι ἐπὶ τῆς ζώνης σου, καὶ ἔσται ὅταν διακαθιζάνῃς ἔξω, καὶ ὀρύξεις ἐν αὐτῷ καὶ ἐπαγαγὼν καλύψεις τὴν ἀσχημοσύνην σου ἐν αὐτῷ·

Δευτ. 23,14               Θα έχεις εις την ζώνην σου ένα πάσσαλον, και όταν πρόκειται να καθήσης εκεί έξω προς σωματικήν σου ανάγκην, θα ανοίξης δια του πασσάλου λάκκον και στραφείς προς τα εκεί κατόπιν θα σκεπάσης την ακαθαρσίαν σου με χώματα χρησιμοποιών προς τούτο τον πάσσαλον.

Δευτ. 23,15        ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου ἐμπεριπατεῖ ἐν τῇ παρεμβολῇ σου ἐξελέσθαι σε καὶ παραδοῦναι τὸν ἐχθρόν σου πρὸ προσώπου σου, καὶ ἔσται ἡ παρεμβολή σου ἁγία, καὶ οὐκ ὀφθήσεται ἐν σοὶ ἀσχημοσύνη πράγματος καὶ ἀποστρέψει ἀπὸ σοῦ.

Δευτ. 23,15               Τούτο δέ, διότι Κυριος ο Θεός σου ευρίσκεται και τρόπον τινά περιπατεί στο στρατόπεδόν σου, δια να σε απελευθερώση από τον εχθρόν σου και να παραδώση αυτόν εις την εξουσίαν σου. Το στρατόπεδον είναι άγιον και δεν πρέπει να εμφανίζεται εις αυτό κανένα άσχημον πράγμα και απομακρυνθή έτσι ο Θεός από σέ.

Δευτ. 23,16        Οὐ παραδώσεις παῖδα τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὃς προστέθειταί σοι παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ·

Δευτ. 23,16               Δούλον, ο οποίος οικειοθελώς έφυγεν από τον τυραννικόν κύριόν του και ήλθε να μένη πλησίον σου, δεν πρέπει να τον παραδώσης στον κύριόν του.

Δευτ. 23,17        μετὰ σοῦ κατοικήσει, ἐν ὑμῖν κατοικήσει οὗ ἂν ἀρέσῃ αὐτῷ, οὐ θλίψεις αὐτόν.

Δευτ. 23,17               Θα κατοική μαζή σου, θα μένη εις την πόλιν σας, όπου αρέσει εις αυτόν. Δεν θα τον καταπιέσης.

Δευτ. 23,18        Οὐκ ἔσται πόρνη ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἔσται πορνεύων ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ· οὐκ ἔσται τελεσφόρος ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἔσται τελισκόμενος ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ.

Δευτ. 23,18               Δεν πρέπει να υπάρξη πόρνη μεταξύ των θυγατέρων του Ισραήλ, και δεν πρέπει να υπάρξη πόρνος μεταξύ των Ισραηλιτών. Δεν θα υπάρξη ιερόδουλος μεταξύ των θυγατέρων του ισραηλιτικού λαού και δεν πρέπει να υπάρξη προαγωγός εις πορνείαν μεταξύ των Ισραηλιτών.

Δευτ. 23,19        οὐ προσοίσεις μίσθωμα πόρνης οὐδὲ ἄλλαγμα κυνὸς εἰς τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου πρὸς πᾶσαν εὐχήν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι καὶ ἀμφότερα.

Δευτ. 23,19               Συ, η γυναίκα, δεν θα προσφέρης δώρον στον οίκον του Κυρίου την αμοιβήν σου ως πόρνης, ούτε συ ο οποίος είσαι ανήρ, χρήματα που έλαβες ως κίναιδος, δεν θα προσφέρετε αυτά στον οίκον του Θεού δι' οιονδήποτε τάξιμόν σας, διότι και αι δύο αυταί πρώξεις είναι μισηταί και αποκρουστικαί ενώπιον του Κυρίου.

Δευτ. 23,20        Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καὶ τόκον βρωμάτων καὶ τόκον παντὸς πράγματος, οὗ ἐὰν ἐκδανείσῃς.

Δευτ. 23,20              Δεν θα δώσης στον αδελφόν σου τον Ισραηλίτην δάνειον χρημάτων με τόκον, ούτε θα ζητήσης τόκον δια τα τρόφιψια η δι' οιονδήποτε άλλο πράγμα, που εδάνεισες εις αυτόν.

Δευτ. 23,21        τῷ ἀλλοτρίῳ ἐκτοκιεῖς, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου οὐκ ἐκτοκιεῖς, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν.

Δευτ. 23,21               Εις τον ξένον όμως, στον αλλοεθνή, θα δανείσης χρήματα επί τόκω όχι όμως στον αδελφόν σου, δια να σε ευλογήση ο Κυριος εις όλα τα έργα σου, εις την χώραν, προς την οποίαν εισέρχεσαι δια να την κληρονομήσης.

Δευτ. 23,22        Ἐὰν δὲ εὔξῃ εὐχὴν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, οὐ χρονιεῖς ἀποδοῦναι αὐτήν, ὅτι ἐκζητῶν ἐκζητήσει Κύριος ὁ Θεός σου παρὰ σοῦ, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία·

Δευτ. 23,22              Εάν δε κάμης τάξιμον εις Κυριον τον Θεόν σου, δεν πρέπει να βραδύνης εις την εκπλήρωσίν του· διότι άλλως θα σου ζητήση ευθύνην Κυριος ο Θεός σου και θα είναι ενοχή παραβάσεως εις σέ.

Δευτ. 23,23        ἐὰν δὲ μὴ θέλῃς εὔξασθαι, οὐκ ἔστιν ἐν σοὶ ἁμαρτία.

Δευτ. 23,23              Εάν όμως δεν θέλης να κάμης τάξιμον, δεν έχεις καμμίαν ενοχήν.

Δευτ. 23,24        τὰ ἐκπορευόμενα διὰ τῶν χειλέων σου φυλάξῃ καὶ ποιήσεις ὃν τρόπον ηὔξω Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου δόμα, ὃ ἐλάλησας τῷ στόματί σου.

Δευτ. 23,24              Ο,τι εξέρχεται από τα χείλη σου ως τάξιμον θα φροντίσης να το εκπληρώσης. Οπως έταξες έτσι και θα δώσης το δώρον εις Κυριον τον Θεόν σου, ο,τι υπεσχέθης με το στόμα σου.

Δευτ. 23,25        Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου, καὶ συλλέξῃς ἐν ταῖς χερσί σου στάχυς καὶ δρέπανον οὐ μὴ ἐπιβάλῃς ἐπ᾿ ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου.

Δευτ. 23,25              Εάν συ ο πτωχός εισέλθης στον αγρόν του πλησίον σου κατά την ώραν του θερισμού, ημπορείς να μαζεύσης με τα χέρια σου στάχυα. Δρεπάνι όμως δεν θα βάλης στον θερισμόν του αγρού του πλησίον σου.

Δευτ. 23,26        ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ πλησίον σου, φαγῇ σταφυλὴν ὅσον ψυχήν σου ἐμπλησθῆναι, εἰς δὲ ἄγγος οὐκ ἐμβαλεῖς.

Δευτ. 23,26              Εάν δε εισέλθης στο αμπέλι του πλησίον σου, θα φάγης σταφύλια, έως ότου χορτάσης· δεν θα βάλης όμως εις δοχείον δια να πάρης μαζή σου.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 24

 

Δευτ. 24,1         Ἐὰν δέ τις λάβῃ γυναῖκα καὶ συνοικήσῃ αὐτῇ, καὶ ἔσται ἐὰν μὴ εὕρῃ χάριν ἐναντίον αὐτοῦ, ὅτι εὗρεν ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα, καὶ γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου καὶ δώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς καὶ ἐξαποστελεῖ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ,

Δευτ. 24,1                 Εάν κανείς λάβη σύζυγον και συγκατοικήση με αυτήν, βραδύτερον δε δεν του αρέση διότι ευρήκεν εις αυτήν άσχημον πράγμα, (κάτι που του είναι αποκρουστικόν) δύναται να δώση εις αυτήν γραπτόν διαζύγιον και αφού της το εγχειρίση θα την διώξη από το σπίτι του.

Δευτ. 24,2         καὶ ἀπελθοῦσα γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ,

Δευτ. 24,2                Εκείν όταν φύγη από τον πρώτον σύζυγήν της, δύναται να υπανδρευθή άλλον.

Δευτ. 24,3         καὶ μισήσῃ αὐτὴν ὁ ἀνὴρ ὁ ἔσχατος καὶ γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου καὶ δώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς καὶ ἐξαποστελεῖ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἢ ἀποθάνῃ ὁ ἀνὴρ ὁ ἔσχατος, ὃς ἔλαβεν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα,

Δευτ. 24,3                Εάν όμως και ο δεύτερος ανήρ την αποστραφή και γραψη δι' αυτήν διαζύγιον και το παραδώση εις τα χέρια της και την διώξη από την οικίαν του, η εάν συμβή να αποθάνη ο δεύτερος αυτός ανήρ, που την είχε λάβει ως σύζυγόν του,

Δευτ. 24,4         οὐ δυνήσεται ὁ ἀνὴρ ὁ πρότερος ὁ ἐξαποστείλας αὐτὴν ἐπαναστρέψας λαβεῖν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα, μετὰ τὸ μιανθῆναι αὐτήν, ὅτι βδέλυγμά ἐστιν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· καὶ οὐ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρω.

Δευτ. 24,4                ο πρώτος σύζυγός της, ο οποίος την είχεν αποπέμψει, δεν επιτρέπεται να επανέλθη και να την πάρη πάλιν ως σύζυγόν του, αφού αυτή ήλθεν εις συζυγικήν ένωσιν με άλλον, διότι τούτο είναι μισητόν ενώπιον Κυρίου του Θεού σου. Δεν πρέπει να μολύνετε την χώραν, την οποίαν ο Κυριος σας δίδει ως κληρονομίαν.

Δευτ. 24,5         Ἐὰν δέ τις λάβῃ γυναῖκα προσφάτως, οὐκ ἐξελεύσεται εἰς πόλεμον, καὶ οὐκ ἐπιβληθήσεται αὐτῷ οὐδὲν πρᾶγμα· ἀθῷος ἔσται ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἐνιαυτὸν ἕνα, εὐφρανεῖ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἣν ἔλαβεν.

Δευτ. 24,5                Αυτός που μόλις προ ολίγου καιρού έχει νυμφευθή, δεν θα λάβη μέρος εις πόλεμον και δεν θα επιβληθή εις αυτόν κανένα άλλο δημόσιον καθήκον. Θα είναι ελεύθερος και ανένοχος να μείνη εις την οικίαν του επί ένα έτος, δια να δώση χαράν εις την συζυγον, την οποίαν έλαβε.

Δευτ. 24,6         Οὐκ ἐνεχυράσεις μύλον, οὐδὲ ἐπιμύλιον, ὅτι ψυχὴν οὗτος ἐνεχυράζει.

Δευτ. 24,6                Δεν θα πάρης ως ενέχυρον, δια δάνειον που έδωσες, τον χειρόμυλον η την επάνω πέτρα του χειρομύλου, διότι έτσι είναι ως εάν λαμβάνης ενέχυρον αυτήν την ζωήν του πτωχού.

Δευτ. 24,7         Ἐὰν δὲ ἁλῷ ἄνθρωπος κλέπτων ψυχὴν ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ καταδυναστεύσας αὐτὸν ἀποδῶται, ἀποθανεῖται ὁ κλέπτης ἐκεῖνος· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 24,7                Εάν υπάρξη άνθρωπος Ισραηλίτης και αρπάξη δολίως η βιαίως τον αδελφόν του και αφού τον κατατυραννήση, τον πωλήση ως δούλον, αυτός ο κλέπτης πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου. Ετσι θα βγάλης τον πονηρόν ανάμεσα από τους Ισραηλίτας.

Δευτ. 24,8         Πρόσεχε σαυτῷ ἐν τῇ ἁφῇ τῆς λέπρας· φυλάξῃ σφόδρα ποιεῖν κατὰ πάντα τὸν νόμον, ὃν ἂν ἀναγγείλωσιν ὑμῖν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται· ὃν τρόπον ἐνετειλάμην ὑμῖν, φυλάξασθε ποιεῖν.

Δευτ. 24,8                Πρόσεχε κατά την εμφάνισιν της λέπρας. Φρόντισε επιμελώς να τηρήσης όλα όσα λέγει ο Νομος, τον οποίον οι ιερείς Λευΐται θα σας διδάξουν. Οπως σας διέταξα, έτσι και θα φροντίσετε να τον τηρήσετε.

Δευτ. 24,9         μνήσθητι ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός σου τῇ Μαριὰμ ἐν τῇ ὁδῷ, ἐκπορευομένων ὑμῶν ἐξ Αἰγύπτου.

Δευτ. 24,9                Ενθυμήσου την τιμωρίαν, την οποίαν επέβαλε Κυριος ο Θεός σου εις την Μαριάμ καθ' οδόν, όταν εβγαίνατε από την Αίγυπτον.

Δευτ. 24,10        Ἐὰν ὀφείλημα ᾖ ἐν τῷ πλησίον σου, ὀφείλημα ὁτιοῦν, οὐκ εἰσελεύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐνεχυράσαι τὸ ἐνέχυρον αὐτοῦ·

Δευτ. 24,10              Εάν ο πλησίον σου οφείλη κάτι εις σέ, οιονδήποτε και αν είναι αυτό το χρέος, δεν θα εισέλθης εις την οικίαν του, δια να λάβης ενέχυρον απέναντι του χρέους.

Δευτ. 24,11        ἔξω στήσῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗ τὸ δάνειόν σού ἐστιν ἐν αὐτῷ, ἐξοίσει σοι τὸ ἐνέχυρον ἔξω.

Δευτ. 24,11               Θα σταθής έξω από την οικίαν, και ο άνθρωπος, που έλαβεν από σε το δάνειον, θα φέρη έξω και θα δώση εις σε το ενέχυρον.

Δευτ. 24,12        ἐὰν δὲ ὁ ἄνθρωπος πένηται, οὐ κοιμηθήσῃ ἐν τῷ ἐνεχύρῳ αὐτοῦ·

Δευτ. 24,12              Εάν δε ο άνθρωπος αυτός είναι πτωχός, δεν θα κοιμηθής με το ενέχυρόν του, το οποίον αυτός χρησιμοποιεί ως σκέπασμά του.

Δευτ. 24,13        ἀποδόσει ἀποδώσεις τὸ ἐνέχυρον αὐτοῦ πρὸς δυσμὰς ἡλίου, καὶ κοιμηθήσεται ἐν τῷ ἱματίῳ αὐτοῦ καὶ εὐλογήσει σε, καὶ ἔσται σοι ἐλεημοσύνη ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 24,13               Θα αποδώσης εις αυτόν το ενέχυρόν του κατά την δύσιν του ηλίου, δια να σκεπασθή και κοιμηθή με το ιμάτιόν του, να σε ευλογήση και προσευχηθή δια σε και έτσι η ελεημοσύνη σου αυτή προς τον πτωχόν θα είναι προς τιμήν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 24,14        Οὐκ ἀπαδικήσεις μισθὸν πένητος καὶ ἐνδεοῦς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἢ ἐκ τῶν προσηλύτων τῶν ἐν ταῖς πόλεσί σου·

Δευτ. 24,14              Δεν θα ελαττώσης ούτε θα κατακρατήσης το ημεραμίσθιον πτωχού και ενδεούς τόσον εκ των αδελφών σου των Ισραηλιτών, όσον και από τους ξένους που ευρίσκονται εις τας πόλεις σας.

Δευτ. 24,15        αὐθημερὸν ἀποδώσεις τὸν μισθὸν αὐτοῦ, οὐκ ἐπιδύσεται ὁ ἥλιος ἐπ᾿ αὐτῷ, ὅτι πένης ἐστὶ καὶ ἐν αὐτῷ ἔχει τὴν ἐλπίδα· καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία.

Δευτ. 24,15               Θα πληρώσης αυτόν την ιδίαν ημέραν. Δεν θα δύση ο ήλιος, χωρίς αυτός να έχη λάβει το ημεραμίσθιόν του, διότι είναι πτωχός και εις αυτό στηρίζει την ελπίδα του. Εάν δεν τον πληρώσης εγκαίρως, θα φωνάξη κατά σου με αγανάκτησιν προς τον Κυριον και θα καταλογισθή εις σε αμαρτία.

Δευτ. 24,16        Οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων, καὶ οἱ υἱοὶ οὐκ ἀποθανοῦνται ὑπὲρ πατέρων· ἕκαστος ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται.

Δευτ. 24,16              Δεν θα τιμωρηθούν δια θανάτου πατέρες εξ αιτίας των τέκνων των, ούτε και τα παιδιά εξ αιτίας των πατέρων των. Ο καθένας θα τιμωρήται δια την ιδικήν του αμαρτίαν.

Δευτ. 24,17        Οὐκ ἐκκλινεῖς κρίσιν προσηλύτου καὶ ὀρφανοῦ καὶ χήρας, οὐκ ἐνεχυράσεις ἱμάτιον χήρας·

Δευτ. 24,17               Δεν θα διαστρέψης το δίκαιον του ξένου, του ορφανού και της χήρας. Δεν θα λάβης ως ενέχυρον το ιμάτιον της χήρας.

Δευτ. 24,18        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐλυτρώσατό σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖθεν· διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Δευτ. 24,18              Να ενθυμήσαι δε ότι υπήρξες και συ δούλος εις την Αίγυπτον, ο δε Κυριος και Θεός σου σε απηλευθέρωσεν από εκεί. Δια τούτο εγώ σε διατάσσω να τηρής αυτάς τας εντολάς μου.

Δευτ. 24,19        Ἐὰν δὲ ἀμήσῃς ἀμητὸν ἐν τῷ ἀγρῷ σου καὶ ἐπιλάθῃ δράγμα ἐν τῷ ἀγρῷ σου, οὐκ ἀναστραφήσῃ λαβεῖν αὐτό· τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ χήρᾳ ἔσται, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν σου.

Δευτ. 24,19              Εάν θερίσης τον αγρόν σου και λησμονήσης εκεί ένα δεμάτι, δεν θα επιστρέψης να το πάρης. Αυτό θα είναι δια τον ξένον, δια το ορφανόν και την χήραν, δια να σε ευλογήση Κυριος ο Θεός σου εις όλα τα έργα των χειρών σου.

Δευτ. 24,20        ἐὰν δὲ ἐλαιολογῇς, οὐκ ἐπαναστρέψεις καλαμήσασθαι τὰ ὀπίσω σου· τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ χήρᾳ ἔσται καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Δευτ. 24,20              Εάν δε μαζεύης τις εληές σου, δεν θα επιστρέψης να μαζέψης και εκείνες που έμειναν πίσω. Αυτές θα είναι δια τον ξένον και το ορφανόν και την χήραν· να ενθυμηθής δε ότι και συ υπήρξες δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου, δια τούτο και εγώ σε διατάσσω να πράττης αυτά.

Δευτ. 24,21        ἐὰν δὲ τρυγήσῃς τὸν ἀμπελῶνά σου, οὐκ ἐπανατρυγήσεις αὐτὸν τὰ ὀπίσω σου· τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ χήρᾳ ἔσται·

Δευτ. 24,21              Εάν δε τρυγήσης το αμπέλι σου, δεν θα γυρίσης να το ξανατρυγήσης, δια να μαζεύσης όσα τυχόν απέμειναν· αυτά θα είναι δια τον ξένον, δια το ορφανόν και την χήραν.

Δευτ. 24,22        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Δευτ. 24,22              Να ενθυμηθής ότι και συ ήσουνα δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου, δια τούτο εγώ σου δίδω την εντολήν να πράττης έτσι.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 25

 

Δευτ. 25,1         Ἐὰν δὲ γένηται ἀντιλογία ἀνὰ μέσον ἀνθρώπων καὶ προσέλθωσιν εἰς κρίσιν καὶ κρίνωσι καὶ δικαιώσωσι τὸ δίκαιον καὶ καταγνῶσι τοῦ ἀσεβοῦς,

Δευτ. 25,1                 Εάν δύο άνθρωποι έλθουν εις αντίθεσιν και φιλονεικίαν, θα παρουσιασθούν αυτοί στο δικαστήριον και θα κριθούν. Οι δικασταί θα αθωώσουν τον δίκαιον και θα καταδικάσουν τον ένοχον.

Δευτ. 25,2         καὶ ἔσται ἐὰν ἄξιος ᾖ πληγῶν ὁ ἀσεβῶν, καθιεῖς αὐτὸν ἔναντι τῶν κριτῶν καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν ἐναντίον αὐτῶν κατὰ τὴν ἀσέβειαν αὐτοῦ.

Δευτ. 25,2                Εάν δε ο ένοχος καταδικασθή με την ποινήν του ραβδισμού, θα τον καθίσετε ενώπιον των δικαστών, και ενώπιον αυτών θα τον μαστιγώσουν αναλόγως της ενοχής του.

Δευτ. 25,3         ἀριθμῷ τεσσαράκοντα μαστιγώσουσιν αὐτόν, οὐ προσθήσουσιν· ἐὰν δὲ προσθῇς μαστιγῶσαι ὑπὲρ ταύτας τὰς πληγὰς πλείους, ἀσχημονήσει ὁ ἀδελφός σου ἐναντίον σου.

Δευτ. 25,3                 Με τεσσαράκοντα ραβδισμούς θα τον μαστιγώσουν· δεν θα προσθέσουν κανένα επί πλέον. Εάν δε τυχόν και θελήσης να καταφέρης εναντίον αυτού ραβδισμούς περισσοτέρους, θα σκυθρωπάση και θα δυσφορήση ο αδελφός σου εναντίον σου.

Δευτ. 25,4         Οὐ φιμώσεις βοῦν ἁλοῶντα.

Δευτ. 25,4                Δεν πρέπει να βάλης φύμωτρον στο βόδι που αλωνίζει.

Δευτ. 25,5         Ἐὰν δὲ κατοικῶσιν ἀδελφοὶ ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀποθάνῃ εἷς ἐξ αὐτῶν, σπέρμα δὲ μὴ ᾖ αὐτῷ, οὐκ ἔσται ἡ γυνὴ τοῦ τεθνηκότος ἔξω ἀνδρὶ μὴ ἐγγίζοντι· ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς εἰσελεύσεται πρὸς αὐτὴν καὶ λήψεται αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα καὶ συνοικήσει αὐτῇ.

Δευτ. 25,5                 Εάν δύο αδελφοί κατοικούν μαζή και αποθάνη ο ένας από αυτούς, χωρίς να αφήση τέκνον, η χήρα του αποθανόντος δεν θα υπανδρευθή άνδρα έξω από την συγγένειαν του ανδρός της. Αλλά ο αδελφός του ανδρής της θα εισέλθη προς αυτήν, θα την λάβη συζυγον και θα συγκατοικήση μαζή της.

Δευτ. 25,6         καὶ ἔσται τὸ παιδίον, ὃ ἐὰν τέκῃ, κατασταθήσεται ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ τετελευτηκότος, καὶ οὐκ ἐξαλειφθήσεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξ Ἰσραήλ.

Δευτ. 25,6                Το δε πρώτο παιδί, το οποίον αυτή θα γεννήση, θα λάβη την θέσιν και το όνομα του αποθανόντος και έτσι δεν θα εξαλειφθή εκ μέσου των Ισραηλιτών το όνομα του αποθανόντος.

Δευτ. 25,7         ἐὰν δὲ μὴ βούληται ὁ ἄνθρωπος λαβεῖν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ ἀναβήσεται ἡ γυνὴ ἐπὶ τὴν πύλην ἐπὶ τὴν γερουσίαν καὶ ἐρεῖ· οὐ θέλει ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνδρός μου ἀναστῆσαι τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἐν Ἰσραήλ, οὐκ ἠθέλησεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνδρός μου.

Δευτ. 25,7                 Εάν όμως ο αδελφός δεν θέλη να λάβη σύζυγον την γυναίκα του αποθανόντος αδελφού του, τότε η χήρα θα μεταβη εις την πύλην της πόλεως, όπου η γερουσία δικάζει, και θα είπη· Ο αδελφός του ανδρός μου δεν θέλει να αναστήση και να δώση συνέχειαν στο όνομα του αδελφού του μεταξύ των Ισραηλιτών· δεν θέλει ο αδελφός του ανδρός μου να με λάβη ως σύζυγον και να αποκτήσω τέκνον δια τον αποθανόντα.

Δευτ. 25,8         καὶ καλέσουσιν αὐτὸν ἡ γερουσία τῆς πόλεως αὐτοῦ καὶ ἐροῦσιν αὐτῷ, καὶ στὰς εἴπῃ· οὐ βούλομαι λαβεῖν αὐτήν·

Δευτ. 25,8                Οι αποτελούντες την γερουσίαν της πόλεως πρεσβύτεροι θα καλέσουν αυτόν και θα του ανακοινώσουν όσα η χήρα είπεν. Εάν εκείνος όρθιος ενώπιόν των είπη· Δεν θέλω να λάβω αυτήν σύζυγόν μου,

Δευτ. 25,9         καὶ προσελθοῦσα ἡ γυνὴ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἔναντι τῆς γερουσίας καὶ ὑπολύσει τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ποδὸς αὐτοῦ καὶ ἐμπτύσεται κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἀποκριθεῖσα ἐρεῖ· οὕτω ποιήσουσι τῷ ἀνθρώπῳ, ὃς οὐκ οἰκοδομήσει τὸν οἶκον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἐν Ἰσραήλ·

Δευτ. 25,9                τότε η νύμφη του θα έλθη ενώπιον της γερουσίας, θα λύση το ένα υπόδημα από το πόδι του ανθρώπου αυτού, θα τον πτύση κατά πρόσωπον και θα διακηρύξη “έτσι θα κάμουν εις εκείνον τον άνθρωπον, ο οποίος δεν θέλει να δώση συνέχειαν εις την οικογένειαν του αδελφού του μεταξύ των Ισραηλιτών” !

Δευτ. 25,10        καὶ κληθήσεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν Ἰσραὴλ Οἶκος τοῦ ὑπολυθέντος τὸ ὑπόδημα.

Δευτ. 25,10               Θα ονομασθή δε το όνομα του ανθρώπου αυτού μεταξύ των Ισραηλιτών “οίκος εκείνου που του αφηρέθη το ένα υπόδημα” (οίκος μονοσανδάλου).

Δευτ. 25,11        Ἐὰν δὲ μάχωνται ἄνθρωποι ἐπὶ τὸ αὐτό, ἄνθρωπος μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ προσέλθη ἡ γυνὴ ἑνὸς αὐτῶν ἐξελέσθαι τὸν ἄνδρα αὐτῆς ἐκ χειρὸς τοῦ τύπτοντος αὐτὸν καὶ ἐκτείνασα τὴν χεῖρα ἐπιλάβηται τῶν διδύμων αὐτοῦ,

Δευτ. 25,11               Εάν συμπλακούν δύο άνθρωποι, Ισραηλίτης με Ισραηλίτην, και η σύζυγος του ενός δια να απαλλάξη τον σύζυγόν της από τα χέρια εκείνου που τον δέρει, πλησιάση και απλώση το χέρι της και συλλάβη τα απόκρυφα μέλη του δέροντος,

Δευτ. 25,12        ἀποκόψεις τὴν χεῖρα αὐτῆς· οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῇ.

Δευτ. 25,12               θα κόψετε το χέρι της γυναικός αυτής· δεν θα την λυπηθη το μάτι σας.

Δευτ. 25,13        Οὐκ ἔσται ἐν τῷ μαρσίππῳ σου στάθμιον καὶ στάθμιον, μέγα ἢ μικρόν·

Δευτ. 25,13               Δεν πρέπει να υπάρχουν στο σακκούλι σου δύο ζύγια, το ένα βαρύτερον από το κανονικόν και το άλλο ελαφρότερον.

Δευτ. 25,14        οὐκ ἔσται ἐν τῇ οἰκίᾳ σου μέτρον καὶ μέτρον, μέγα ἢ μικρόν·

Δευτ. 25,14               Δεν πρέπει να υπάρχουν στο σπίτι σου δύο μέτρα, το ένα μεγαλύτερον και το άλλο μικρότερον από το κανονικόν.

Δευτ. 25,15        στάθμιον ἀληθινὸν καὶ δίκαιον ἔσται σοι, καὶ μέτρον ἀληθινὸν καὶ δίκαιον ἔσται σοι, ἵνα πολυήμερος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ·

Δευτ. 25,15               Ζυγια αληθινά και δίκαια θα υπάρχουν εις σέ, μέτρα αληθινά και δίκαια θα χρησιμοποιής, δια να ζήσης χρόνια πολλά εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου έδωκεν εις σε ως κληρονομίαν·

Δευτ. 25,16        ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πᾶς ποιῶν ταῦτα, πᾶς ποιῶν ἄδικον.

Δευτ. 25,16               διότι είναι μισητός και αποκρουστικός εις Κυριον τον Θεόν σου εκείνος, που χρησιμοποιεί δόλια ζύγια και διαπράττει αδικίαν.

Δευτ. 25,17        Μνήσθητι ὅσα ἐποίησέ σοι Ἀμαλὴκ ἐν τῇ ὁδῷ ἐκπορευομένου σου ἐκ γῆς Αἰγύπτου,

Δευτ. 25,17               Ενθυμήσου όσα σου εκαμαν οι Αμαληκίται στον δρόμον σου, όταν έβγαινες από την Αίγυπτον,

Δευτ. 25,18        πῶς ἀντέστη σοι ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ἔκοψέ σου τὴν οὐραγίαν, τοὺς κοπιῶντας ὀπίσω σου, σὺ δὲ ἐπείνας καὶ ἐκοπίας, καὶ οὐκ ἐφοβήθη τὸν Θεόν.

Δευτ. 25,18               πως αντεστάθησαν καθ' οδόν εναντίον σου, πως εφόνευσαν τους βραδυπορούντας, αυτούς που ένεκα κοπώσεως έμειναν οπίσω σου, συ δε τότε επεινούσες και υπέφερες και εκείνοι δεν εφοβήθησαν τον Θεόν,

Δευτ. 25,19        καὶ ἔσται ἡνίκα ἐὰν καταπαύσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν σου τῶν κύκλῳ σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομῆσαι, ἐξαλείψεις τὸ ὄνομα Ἀμαλὴκ ἐκ τῆς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ οὐ μὴ ἐπιλάθῃ.

Δευτ. 25,19               Δια τούτο, όταν σε αναπαύση Κυριος ο Θεός σου εκ των κόπων σου και σε ασφαλίση από τους γύρω εχθρούς σου εις την χώραν την οποίαν ο Κυριος σου δίδει ως κληρονομίαν, τότε θα εξαλείψστο όνομα των Αμαληκιτών εις την υπό τον ουρανόν. Αυτό δεν πρέπει να το λησμονήσης.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 26

 

Δευτ. 26,1         Καὶ ἔσται ἐὰν εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομῆσαι, καὶ κατακληρονομήσῃς αὐτὴν καὶ κατοικήσῃς ἐπ᾿ αὐτῆς,

Δευτ. 26,1                 Οταν δε εισέλθης εις την γην, την οποίον Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σε ως κληρονομίαν, και κατακτήσης αυτήν και εγκατασταθής εις αυτήν,

Δευτ. 26,2         καὶ λήψῃ ἀπὸ τῆς ἀπαρχῆς τῶν καρπῶν τῆς γῆς σου, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, καὶ ἐμβαλεῖς εἰς κάρταλλον καὶ πορεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,

Δευτ. 26,2                θα λάβης ένα μέρος από τα πρωτογεννήματα των καρπών της χώρας, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου έχει δώσει εις σέ, θα τα θέσης εις ένα κάνιστρον και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον Κυριος ο Θεός σου θα έχη εκλέξει, δια να ακούεται εκεί και δοξάζεται το όνομά του.

Δευτ. 26,3         καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τὸν ἱερέα, ὃς ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτόν· ἀναγγέλλω σήμερον Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου ὅτι εἰσελήλυθα εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ἡμῶν δοῦναι ἡμῖν.

Δευτ. 26,3                Θα προσέλθης στον ιερέα, ο οποίος κατά τας ημέρας εκείνας θα υπηρετή εκεί, και θα του είπης· “διακηρύττω σήμερον και ομολογώ προς Κυριον τον Θεόν μου ότι έχω εισέλθει εις την χώραν, την οποίαν ο Κυριος ωρκίσθη στους προπάτοράς μας ότι θα δώση εις ημάς”.

Δευτ. 26,4         καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς τὸν κάρταλλον ἐκ τῶν χειρῶν σου καὶ θήσει αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου,

Δευτ. 26,4                Ο ιερεύς θα πάρη από τα χέρια σου το κάνιστρον και θα το θέση απέναντι από το θυσιαστήριον του Θεού σου.

Δευτ. 26,5         καὶ ἀποκριθεὶς ἐρεῖς ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· Συρίαν ἀπέβαλεν ὁ πατήρ μου καὶ κατέβη εἰς Αἴγυπτον καὶ παρῴκησεν ἐκεῖ ἐν ἀριθμῷ βραχεῖ καὶ ἐγένετο ἐκεῖ εἰς ἔθνος μέγα καὶ πλῆθος πολύ·

Δευτ. 26,5                Επειτα συ θα διακηρύξης και θα ομολογήσης ενώπιον Κυρίου του Θεού σου ότι “ο προγονός μου, ο Ιακώβ, εγκατέλειψε την Συρίαν, κατέβη εις την Αίγυπτον, εγκατεστάθη εκεί ως ξένος μαζή με ολίγους ιδικούς του, και ανεδείχθη εκεί έθνος μέγα και πολυάριθμον.

Δευτ. 26,6         καὶ ἐκάκωσαν ἡμᾶς οἱ Αἰγύπτιοι καὶ ἐταπείνωσαν ἡμᾶς καὶ ἐπέθηκαν ἡμῖν ἔργα σκληρά·

Δευτ. 26,6                Οι Αιγύπτιοι όμως μας κατέθλιψαν και μας εξηυτέλισαν και μας υπεχρέωσαν να κάμνωμεν έργα βαρειά και επίπονα.

Δευτ. 26,7         καὶ ἀνεβοήσαμεν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς ἡμῶν καὶ εἶδε τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν καὶ τὸν μόχθον ἡμῶν καὶ τὸν θλιμμὸν ἡμῶν·

Δευτ. 26,7                Εκράξαμεν τότε προς Κυριον τον Θεόν μας και ο Κυριος ήκουσε την ικεσίαν μας, είδε τον εξευτελισμόν μας, τον μόχθον μας και την θλίψιν μας,

Δευτ. 26,8         καὶ ἐξήγαγεν ἡμᾶς Κύριος ἐξ Αἰγύπτου αὐτὸς ἐν ἰσχύϊ αὐτοῦ τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐν ὁράμασι μεγάλοις καὶ ἐν σημείοις καὶ ἐν τέρασι

Δευτ. 26,9         καὶ εἰσήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸν τόπον τοῦτον καί ἔδωκεν ἡμῖν τὴν γῆν ταύτην, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι·

Δευτ. 26,9                αυτός, μας εισήγαγεν στον τόπον τούτον και μας έδωκε την χώραν αυτήν, η οποία ρέει γάλα και μέλι.

Δευτ. 26,10        καὶ νῦν ἰδοὺ ἐνήνοχα τὴν ἀπαρχὴν τῶν γενημάτων τῆς γῆς, ἧς ἔδωκάς μοι, Κύριε, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι. καὶ ἀφήσεις αὐτὰ ἀπέναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ προσκυνήσεις ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου·

Δευτ. 26,10              Και τώρα, ιδού, έχω φέρει τα πρωτογεννήματα της χώρας, την οποίαν συ, Κυριε, μου έχεις δώσει και η οποία ρέει γάλα και μέλι”. Θα αφήσης αυτά ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, θα προσκυνήσης ενώπιον αυτού,

Δευτ. 26,11        καὶ εὐφρανθήσῃ ἐν πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἔδωκέ σοι Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ ἡ οἰκία σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος ὁ ἐν σοί.

Δευτ. 26,11               και έπειτα θα απολαύσης και θα χαρής όλα τα αγαθά, που σου έδωκε Κυριος ο Θεός σου, συ, η οικογένειά σου, ο Λευΐτης και ο ξένος που τυχόν θα ευρίσκεται κοντά σου.

Δευτ. 26,12        Ἐὰν δὲ συντελέσῃς ἀποδεκατῶσαι πᾶν τὸ ἐπιδέκατον τῶν γενημάτων σου ἐν τῷ ἔτει τῷ τρίτῳ, τὸ δεύτερον ἐπιδέκατον δώσεις τῷ Λευίτῃ καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ χήρᾳ, καὶ φάγονται ἐν ταῖς πόλεσί σου καὶ εὐφρανθήσονται.

Δευτ. 26,12              Οταν δε κάθε τρίτον έτος τελειώσης την συγκέντρωσιν των δεκάτων, το δεύτερον τούτο είδος από τα δέκατά σου, θα τα δώσης στον Λευΐτην, στον ξένον και το ορφανόν και την χήραν και θα φάγουν αυτά εις τας πόλεις σου και θα ευφρανθούν.

Δευτ. 26,13        καὶ ἐρεῖς ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· ἐξεκάθαρα τὰ ἅγια ἐκ τῆς οἰκίας μου καὶ ἔδωκα αὐτὰ τῷ Λευίτῃ καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ χήρᾳ κατὰ πάσας τάς ἐντολάς, ἃς ἐνετείλω μοι, οὐ παρῆλθον τὴν ἐντολήν σου καὶ οὐκ ἐπελαθόμην·

Δευτ. 26,13               Θα είπης τότε ενώπιον Κυρίου του Θεού σου· “έξεχώρισα και έβγαλα από το σπίτι μου τα προς αφιέρωσιν προορισμένα αυτά δέκατα και τα έδωσα στον Λευΐτην, στον ξένον, εις το ορφανόν και την χήραν, σύμφωνα με όλας τας εντολάς, τας οποίας συ μου έδωκες. Δεν παρέβην καμμίαν εντολήν σου και δεν ελησμόνησα καμμίαν.

Δευτ. 26,14        καὶ οὐκ ἔφαγον ἐν ὀδύνῃ μου ἀπ᾿ αὐτῶν, οὐκ ἐκάρπωσα ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς ἀκάθαρτον, οὐκ ἔδωκα ἀπ᾿ αὐτῶν τῷ τεθνηκότι· ὑπήκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐποίησα καθὰ ἐνετείλω μοι.

Δευτ. 26,14              Εις καιρόν πόνου και πένθους δεν έφαγα τίποτε από αυτά· δεν προσέφερα εις ακάθαρτον άνθρωπον· δεν έδωσα από αυτά στο σπίτι πεθαμένου. Υπήκουσα εις την εντολήν σου, του Κυρίου και Θεού μας, και έπραξα, όπως με διέταξες.

Δευτ. 26,15        κάτιδε ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ ἁγίου σου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εὐλόγησον τὸν λαόν σου τὸν Ἰσραὴλ καὶ τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας αὐτοῖς, καθὰ ὤμοσας τοῖς πατράσιν ἡμῶν δοῦναι ἡμῖν γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι.

Δευτ. 26,15               Και τώρα, Κυριε, επίβλεψε από τον άγιον οίκον σου, από τον ουράνιον θρόνον σου, και ευλόγησε τον ισραηλιτικόν λαόν και την γην, την οποίαν έδωκες εις αυτόν, όπως είχες ορκισθή στους προπάτοράς μας, ότι εις ημάς θα δώσης χώραν, την οποίαν θα ρέη γάλα και μέλι”.

Δευτ. 26,16        Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ Κύριος ὁ Θεός σου ἐνετείλατό σοι ποιῆσαι πάντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, καὶ φυλάξεσθε καὶ ποιήσετε αὐτὰ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὑμῶν.

Δευτ. 26,16              Κατά την ημέραν αυτήν Κυριος ο Θεός σου σε διέταξε να τηρήσης όλους τους νόμους του και τα προστάγματά του· θα φυλάξετε αυτά και θα τα εφαρμόσετε με όλην σας την καρδιά και με όλην σας την ψυχήν.

Δευτ. 26,17        τὸν Θεὸν εἵλου σήμερον εἶναί σου Θεὸν καὶ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φυλάσσεσθαι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα καὶ ὑπακούειν τῆς φωνῆς αὐτοῦ.

Δευτ. 26,17               Τον αληθινόν Θεόν εξέλεξες σήμερον να είναι Θεός σου, να πορεύεσαι εις όλας τας οδούς των εντολών του, να φυλάσσης τον Νομον του και τα προστάγματά του και να υπακούης εις την φωνήν του.

Δευτ. 26,18        καὶ Κύριος εἵλατό σε σήμερον γενέσθαι σε αὐτῷ λαὸν περιούσιον, καθάπερ εἶπέ σοι, φυλάττειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ

Δευτ. 26,18              Αλλά και ο Θεός εξέλεξε σε σήμερον να γίνης λαός εκλεκτός ιδικός του, όπως σου είχεν υποσχεθή, εάν φυλάττης τας εντολάς του,

Δευτ. 26,19        καὶ εἶναί σε ὑπεράνω πάντων τῶν ἐθνῶν, ὡς ἐποίησέ σε ὀνομαστὸν καὶ καύχημα καὶ δοξαστόν, εἶναί σε λαὸν ἅγιον Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, καθὼς ἐλάλησε.

Δευτ. 26,19              και να είσαι ανώτερος από όλα τα έθνη, όπως άλλωστε και σε έκαμεν ονομαστόν και καύχημα και δοξασμένον, δια να είσαι λαός αφιερωμένος εις Κυριον τον Θεόν σου, όπως σου έχει υποσχεθή.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ 27

 

Δευτ. 27,1         Καὶ προσέταξε Μωυσῆς καὶ ἡ γερουσία Ἰσραὴλ λέγων· φυλάσσεσθε πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον.

Δευτ. 27,1                 Ο Μωϋσής επί παρουσία και της γερουσίας των Ισραηλιτών διέταξε τους Ισραηλίτας λέγων· “να φυλάσσετε όλας αυτάς τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας δίδω.

Δευτ. 27,2         καὶ ἔσται ᾗ ἂν ἡμέρᾳ διαβῆτε τὸν Ἰορδάνην εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, καὶ στήσεις σεαυτῷ λίθους μεγάλους καὶ κονιάσεις αὐτοὺς κονίᾳ

Δευτ. 27,2                Την ημέραν δέ, κατά την οποίαν θα διαβήτε τον Ιορδάνην, δια να εισέλθετε εις την γην που Κυριος ο Θεός σας δίδει εις σας, θα στήσετε λίθους μεγάλους, θα συνδέσετε και θα χρίσετε αυτούς με αμμοκονίαμα.

Δευτ. 27,3         καὶ γράψεις ἐπὶ τῶν λίθων τούτων πάντας τοὺς λόγους τοῦ νόμου τούτου, ὡς ἂν διαβῆτε τὸν Ἰορδάνην, ἡνίκα ἂν εἰσέλθητε εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου δίδωσί σοι, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι, ὃν τρόπον εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σού σοι·

Δευτ. 27,3                 Επάνω δε στο ασβεστοκονίαμα αυτών των λίθων θα γράψετε όλας τας εντολάς του νόμου τούτου, αμέσως μόλις διαβήτε τον Ιορδάνην και εισέλθετε εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει εις σας, χώραν ρέουσαν γάλα και μέλι, όπως Κυριος ο Θεός των πατέρων σας υπεσχέθη εις σας.

Δευτ. 27,4         καὶ ἔσται ὡς ἂν διαβῆτε τὸν Ἰορδάνην, στήσετε τοὺς λίθους τούτους, οὓς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἐν ὄρει Γαιβὰλ καὶ κονιάσεις αὐτοὺς κονίᾳ.

Δευτ. 27,4                Οταν λοιπόν διαβήτε τον Ιορδάνην θα κτίσετε εις στήλην τους λίθους αυτούς, όπως εγώ σήμερον σας διατάσσω, στο όρος Γαιβάλ και θα τους χρίσετε με ασβεστοκονίαμα.

Δευτ. 27,5         καὶ οἰκοδομήσεις ἐκεῖ θυσιαστήριον Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, θυσιαστήριον ἐκ λίθων, οὐκ ἐπιβαλεῖς ἐπ᾿ αὐτὸ σίδηρον·

Δευτ. 27,5                 Εκεί θα οικοδομήσετε θυσιαστήριον προς τιμήν και λατρείαν Κυρίου του Θεού σου, θυσιαστήριον από λίθους, χωρίς να χρησ