Ε π ι σ τ ρ ο φ ή

 

ΤΟΥ  ΕΝ  ΑΓΙΟΙΣ  ΠΑΤΡΟΣ  ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ  ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ  ΨΥΧΗΣ  ΚΑΙ  ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ  Ο  ΛΟΓΟΣ

Ο  ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ  ΤΑ  ΜΑΚΡΙΝΙΑ

 

Εισαγωγή - Περίληψη

Ο λόγος αυτός γράφτηκε το φθινόπωρο του 379 μ.Χ., όταν ο Άγ. Γρηγόριος

επισκέφθηκε την αδελφή του Μακρίνα στον Πόντο, για να παρηγορηθεί

για το θάνατο του αδελφού τους Μεγ. Βασιλείου. Η Μακρίνα ήταν άρρωστη,

λίγο πριν το τέλος της, αλλά είχε μαζί του έναν ενδιαφέροντα διάλογο που έδωσε

αφορμή να γραφτεί ο παρών λόγος. Τα κυριώτερα σημεία του είναι τα εξής:

  Ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα· όταν το σώμα

εγκαταλειφθεί από την ψυχή, τότε αποσυντίθεται στα στοιχεία που πριν

το αποτελούσαν. Καθένα στοιχείο του σώματος επιστρέφει στο φυσικό του

στοιχείο, έτσι ώστε κανένα επιμέρους στοιχείο δεν καταστρέφεται πλήρως

ή δεν επιστρέφει στην ανυπαρξία, και το σώμα παραμένει μέσα στα όρια

αυτού του κόσμου (στο νερό, τον αέρα, το χώμα και το πυρ). Αυτό είναι

η φθορά, δηλ. αποσύνθεση και όχι καταστροφή ή μετάπτωση σε κατάσταση

ανυπαρξίας.

Η ψυχή δεν επηρεάζεται από αυτήν την αποσύνθεση, γιατί είναι απλή και

ασύνθετη και γι’ αυτό δεν μπορεί να διασπαστεί. Η ψυχή είναι αθάνατη και

εκτείνεται στην αιωνιότητα. Το μόνο που αλλάζει σ’ αυτήν κατά το θάνατο είναι

ο τρόπος υπάρξεώς της. Ακόμη και τότε η σχέση της με το φθειρόμενο σώμα δεν

διακόπτεται, και η ψυχή θα μπορέσει να βρει όλα τα στοιχεία του λόγω

της γνωστικής της δυνάμεως. Ούτε ο χώρος (απόσταση) ούτε ο χρόνος

εμποδίζει την ψυχή να βρει τα στοιχεία του σώματος κατά την ανάσταση.

Αυτό που περιμένει τους ανθρώπους μετά θάνατον είναι η κάθαρση, η

ανανέωση και αποκατάσταση του σώματος και η ανάσταση όλων. Ο

Δημιουργός δεν θέλει να μείνουμε απλά έμβρυα. Ο τελικός σκοπός της

φύσεώς μας δεν είναι η κατάσταση της νηπιακής ηλικίας ούτε οι επόμενες

ηλικίες ούτε ακόμη η καταστροφή του σώματος που έρχεται με το θάνατο.

Όλα αυτά είναι μέρος της οδού που διανύουμε. Το έσχατο τέρμα αυτής της

κινήσεως είναι η αποκατάστασή μας στην αρχέγονη κατάστασή μας.

Η ψυχή κατά την ανάσταση θα επιστρέψει στο σώμα. Οι δίκαιες

ψυχές θα δοξασθούν, αλλά οι αμαρτωλές θα τιμωρηθούν. Η καθαρή ψυχή

θ’ απολαύσει τη θέα του Θεού.

 

Στην εποχή μας αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα ο λόγος, διότι θέτει το

θέμα του θανάτου, τη φθορά και την ανάσταση του σώματος, την αθανασία

της ψυχής. Η όλη διαπραγμάτευση του θέματος οδηγεί τον αναγνώστη σε

πρακτικά συμπεράσματα, που έχουν αντίκτυπο στην προσαρμογή της

καθημερινής του ζωής στην προοπτική της αιώνιας ζωής, δηλαδή τη

βασιλεία του Θεού.

 

 

 

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ  ΨΥΧΗΣ  ΚΑΙ  ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Κείμενο – Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

 

1  ᾿Επειδὴ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου πρὸς  Θεὸν μετέστη ὁ πολὺς ἐν ἁγίοις 

Όταν ο μεγάλος μεταξύ των Αγίων Βασίλειος έφυγε από την παρούσα ζωή

Βασίλειος, καὶ κοινὴ πένθους ἀφορμὴ ταῖς ᾿Εκκλησίαις ἐγένετο, περιῆν

προς το Θεό, αποτέλεσε ο θάνατός του την αφορμή για γενικό πένθος στις

δὲ ἔτι τῷ βίῳ ἡ ἀδελφὴ καὶ διδάσκαλος, ἐγὼ μὲν ᾔειν κατὰ σπουδὴν

Εκκλησίες. Ζούσε τότε ακόμη η αδελφή και δασκάλα μου (Μακρίνα) και πήγα

κοινωνήσων ἐκείνῃ τῆς ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ συμφορᾶς. 

κοντά της για να μετάσχω μαζί της στη συμφορά του θανάτου του αδελφού μας.

 

Καί μοι περιώδυνος ἦν ἡ ψυχὴ, πρὸς τοιαύτην ζημίαν ὑπεραλγοῦσα,

Η ψυχή μου ήταν πολύ θλιμμένη, επειδή πονούσε γι’ αυτή τη μεγάλη απώλεια·

καί τινα τῶν δακρύων κοινωνὸν ἐπεζήτουν τὸν ἶσον ἔχοντά μοι τῆς

ζητούσα κάποιον που θα έχυνε δάκρυα μαζί μου και θα σήκωνε το ίδιο

λύπης ἄχθος. ῾Ως δὲ ἐν ὀφθαλμοῖς ἦμεν ἀλλήλων, ἐμοὶ μὲν ἀνεκίνει τὸ

βάρος της θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, η παρουσία της δασκάλας μου

πάθος προφανεῖσα τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡ διδάσκαλος· καὶ γὰρ ἤδη καὶ αὐτὴ

αναζωπύρωσε τη θλίψη μου· διότι ήδη και εκείνη υπέφερε από θανατηφόρα

τῇ πρὸς θάνατον ἀῤῥωστίᾳ συνείχετο.

ασθένεια.

 

῾Η δὲ κατὰ τοὺς τῆς ἱππικῆς ἐπιστήμονας ἐνδοῦσά μοι πρὸς ὀλίγον

Εκείνη τότε, αφού υποχώρησε, μιμούμενη τους δασκάλους της ιππικής τέχνης,

παρενεχθῆναι τῇ ῥύμῃ τοῦ πάθους, ἀναστομοῦν ἐπεχείρει μετὰ ταῦτα

και παραδόθηκε μαζί μου στο πάθος της θλίψεως, στη συνέχεια προσπάθησε

τῷ λόγῳ, καθάπερ χαλινῷ τινι τῷ ἰδίῳ λογισμῷ τὸ ἀτακτοῦν τῆς

με το λόγο της να με σταματήσει· σαν χαλινάρι χρησιμοποίησε τη σκέψη της,

ψυχῆς ἀπευθύνουσα, καὶ ἦν αὐτῇ τὸ ἀποστολικὸν λόγιον

για να ηρεμήσει την ταραγμένη ψυχή μου. Ανέφερε το λόγο του Αποστόλου,

προφερόμενον, τὸ μὴ δεῖν ἐπὶ τῶν κεκοιμημένων λυπεῖσθαι· μόνων

ότι δεν πρέπει να λυπούμαστε για τους κεκοιμημένους· διότι αυτό το πάθος

γὰρ τοῦτο τῶν οὐκ ἐχόντων ἐλπίδα τὸ πάθος εἶναι.

(της λύπης) χαρακτηρίζει μόνον όσους δεν έχουν ελπίδα (στον Κύριο).

 

  2. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ περιζεούσης ἔτι μοι τῆς καρδίας τῇ λύπῃ,  «Πῶς ἔστιν,

Εγώ τότε, επειδή η θλίψη πλάκωνε την καρδιά μου, είπα: «Πώς είναι δυνατόν

εἶπον, ἐν ἀνθρώποις τοῦτο κατορθωθῆναι, οὕτως ἐν ἑκάστῳ φυσικοῦ

να το πετύχουν αυτό (να μην λυπούνται) οι άνθρωποι, αφού όλοι αισθάνονται

τινος πρὸς τὸν θάνατον τῆς διαβολῆς ὑπαρχούσης, καὶ οὔτε τῶν

φυσική απέχθεια προς το θάνατο; Και δεν μπορούν ν’ αντέξουν εύκολα στη θέα

ὁρώντων τοὺς ἀποθνήσκοντας εὐκόλως καταδεχομένων τὴν θέαν, οἷς

αυτών που είναι ετοιμοθάνατοι· αλλά, και όσοι συμβαίνει να τους πλησιάζει

τε ἂν προσίῃ ὁ θάνατος ἀποφευγόντων ἐφ᾿ ὅσον οἷόν τε; ᾿Αλλὰ καὶ

ο θάνατος, τον αποφεύγουν όσο μπορούν. Ακόμη και οι ισχύοντες νόμοι

τῶν ἐπικρατούντων νόμον ἔσχατον ἐν ἀδικίαις καὶ ἔσχατον ἐν

θεωρούν το θάνατο ως τη μεγαλύτερη αδικία και την έσχατη τιμωρία.

τιμωρίαις τοῦτο κρινόντων, τίς μηχανὴ τὸ μηδὲν ἡγεῖσθαι τὴν τοῦ ζῇν

Με ποιό τρόπο, λοιπόν, όταν έλθει ο θάνατος, θα θεωρήσουμε την αναχώρηση

ἀναχώρησιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἔξω τινὸς μὴ ὅτι γε τῶν ἐπιτηδείων, ὅταν

από την παρούσα ζωή ως ένα τίποτε, έστω και για ένα ξένο πρόσωπο; Και πολύ

τοῦ βίου λήγωσιν;

περισσότερο για συγγενικό μας πρόσωπο;

 

»῾Ορῶμεν δὲ, εἶπον, καὶ πᾶσαν τὴν ἀνθρωπίνην σπουδὴν πρὸς τοῦτο

Και συνέχισα: «Παρατηρούμε άλλωστε ότι όλος ο ανθρώπινος μόχθος

βλέπουσαν, ὅπως ἂν ἐν τῷ ζῇν διαμένοιμεν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ οἶκοι

αποβλέπει σ’ αυτό, πώς δηλαδή θα διατηρηθούμε στη ζωή. Γι’ αυτό το λόγο

πρὸς διαγωγὴν ἡμῖν ἐπινενόηνται, ὡς ἂν μὴ τῷ περιέχοντι διὰ ψύξεως

έχουμε επινοήσει και τα σπίτια για διαμονή, για να μην καταπονείται το σώμα

ἢ θερμότητος καταπονοῖτο τὰ σώματα.

είτε από την ψύχρα είτε από τη ζέστη.

 

»Γεωπονία δὲ τί ἄλλο καὶ οὐχὶ τοῦ ζῇν ἐστι παρασκευή; ῾Η δὲ τῆς ζωῆς

»Η γεωργία τί άλλο είναι παρά η μέριμνα για τη ζωή; Και η φροντίδα πάλι για

φροντὶς πάντως διὰ τὸν τοῦ θανάτου φόβον γίνεται. ῾Η δὲ ἰατρικὴ

τη ζωή γίνεται σίγουρα από φόβο για το θάνατο. Εξάλλου, για ποιό λόγο

πόθεν τιμία τοῖς ἀνθρώποις ἐστίν; Οὐκ ἐπειδὴ μάχεσθαί πως διὰ τῆς

εκτιμούν οι άνθρωποι την ιατρική επιστήμη; Δεν είναι επειδή καταπολεμεί με

τέχνης δοκεῖ πρὸς τὸν θάνατον;

τις μεθόδους της το θάνατο;

 

»Θώρακες δὲ, καὶ θυρεοὶ, καὶ κνημῖδες, καὶ κράνη, καὶ τὰ ἀμυντήρια

»Και για ποιό λόγο χρησιμοποιούμε τους θώρακες, τους θυρεούς, τις κνημίδες,

τῶν ὅπλων, καὶ αἱ τῶν τειχῶν περιβολαὶ καὶ σιδηρόδετοι πύλαι, καὶ

τα κράνη και τα αμυντικά όπλα; Για ποιό λόγο γίνονται τα τείχη γύρω από τις

ἡ τῶν τάφρων ἀσφάλεια καὶ τὰ τοιαῦτα, τί ἄλλο πλὴν διὰ τὸν τοῦ

πόλεις, οι σιδερόφρακτες πόρτες, οι ασφαλείς τάφροι και τα παρόμοια; Για τί

θανάτου γίνεται φόβον; Οὕτως οὖν ὄντος φοβεροῦ φυσικῶς τοῦ

άλλο γίνονται, αν όχι για το φόβο του θανάτου; Έτσι, λοιπόν, ενώ είναι από τη

θανάτου, πῶς ἔστι ῥᾳδίως πεισθῆναι τῷ κελεύοντι ἄλυπον διαμένειν

φύση του φοβερός ο θάνατος, πώς είναι εύκολο να μας πείσει εκείνος που μας

ἐπὶ τοῦ κατοιχομένου τὸν περιόντα;».

προτρέπει να μη λυπούνται οι επιζώντες για τους πεθαμένους;».

 

3. ΜΑΚΡ. «Τί δὲ, φησὶν ἡ διδάσκαλος, τί σοι μάλιστα λυπηρὸν αὐτὸ ἐφ᾿

Και η δασκάλα απάντησε: «Γιατί σου φαίνεται ιδιαίτερα λυπηρό αυτό καθ’

ἑαυτοῦ, τὸ τοῦ θανάτου δοκεῖ; οὐ γὰρ ἱκανὸν εἰς διαβολὴν ἡ τῶν

αυτό το γεγονός του θανάτου; Διότι δεν μπορεί η συνήθεια των χαμηλής

ἀλογωτέρων συνήθεια».

νοημοσύνης ανθρώπων ν’ αποτελεί κριτήριο για τη στάση απέναντι στο θάνατο».

 

ΓΡΗΓ.  «Τί μὲν οὖν οὐκ ἔστι λύπης ἄξιον, πρὸς αὐτὴν εἶπον ἐγὼ, ὅταν

Και εγώ είπα προς αυτήν: «Πώς δεν είναι άξιο λύπης, όταν βλέπουμε αυτόν

βλέπωμεν τὸν τέως ζῶντά τε καὶ φθεγγόμενον, ἄπνουν καὶ ἄναυδον

που προηγουμένως ήταν ζωντανός και μιλούσε, να μένει ξαφνικά χωρίς πνοή,

καὶ ἀκίνητον ἀθρόως γενόμενον, καὶ πάντα αὐτῶν σβεσθέντα τὰ

άφωνος και ακίνητος; Να σταματούν οι φυσικές του αισθήσεις; Να μην ενεργεί

φυσικὰ αἰσθητήρια, οὐκ ὄψεως, οὐκ ἀκοῆς ἐνεργούσης, οὐκ ἄλλου τινὸς

ούτε η όραση ούτε η ακοή ούτε τίποτε άλλο απ’ αυτά που αντιλαμβάνονται τα

ὧν ἡ αἴσθησις τὴν ἀντίληψιν ἔχει; ῟Ω κἂν πῦρ προσενέγκῃς, κἂν

αισθητήρια; Κι αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις

σίδηρον, κἂν ἀνατέμῃς διὰ ξίφους τὸ σῶμα, κἂν τοῖς σαρκοβόροις

με το ξίφος ή το ρίξεις σε σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις

προθῇς, κἂν ἐγκρύψῃς χώματι, πρὸς ἅπαντα ὁμοίως ὁ κείμενος ἔχει.

στο χώμα, απέναντι σ’ όλα αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος).

 

»῞Οταν οὖν ἐν τούτοις βλέπηται ἡ μεταβολὴ, τὸ δὲ ζωτικὸν ἐκεῖνο

»Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής

αἴτιον, ὅ τί ποτε ἦν, ἀφανές τε καὶ ἄδηλον ἀθρόως γένηται, καθάπερ

–ο,τιδήποτε είναι αυτό– φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση,

ἐπὶ λύχνου σβεσθέντος τῆς τέως ἐξαπτομένης ἐφ᾿ ἑαυτοῦ φλογὸς οὔτε

όπως συμβαίνει με σβησμένο λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα

ἐπὶ τῆς θρυαλλίδος μενούσης, οὔτε ἑτέρωθί που μεθισταμένης, ἀλλ᾿ εἰς

ούτε στο φυτίλι δεν διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται,

ἀφανισμὸν παντελῆ μεταχωρούσης, πῶς ἂν γένοιτο τὴν τοσαύτην

πώς είναι δυνατόν μια τέτοια μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη

μεταβολὴν ἐνεγκεῖν ἀλύπως μηδενὶ, προδήλως ἐπερειδόμενον;

σε κανέναν, που δεν έχει προφανώς και που να στηριχθεί;

 

»῎Εξοδον γὰρ ψυχῆς ἀκούσαντες, τὸ μὲν ὑπολειφθὲν ὁρῶμεν, τὸ δὲ

»Διότι ακούσαμε να βγαίνει η ψυχή από το σώμα και βλέπουμε να μένει το

χωρισθὲν ἀγνοοῦμεν, αὐτό τε ὅ τί ποτε κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶ, καὶ εἰς

πτώμα· δεν γνωρίζουμε αυτό που έφυγε, ούτε τί ήταν στη φύση του ούτε πού

ὅ τι μετακεχώρηκεν, οὐ γῆς, οὐκ ἀέρος, οὐχ ὕδατος, οὐκ ἄλλου τινὸς

πήγε. Και κανένα από τα στοιχεία του κόσμου μας –ούτε η γη ούτε ο αέρας

τῶν στοιχείων ἐν ἑαυτῷ δεικνύντος ἐκείνην τὴν δύναμιν τὴν τοῦ

ούτε το νερό– δείχνει να δέχτηκε μέσα του τη δύναμη που έφυγε από το σώμα·

σώματος ἐκχωρήσασαν· ἧς ὑπεξελθούσης νεκρόν ἐστι τὸ ὑπολειφθὲν

αυτήν, που με την έξοδό της άφησε νεκρό το υπόλοιπο μέρος του ανθρώπου

καὶ πρὸς διαφθορὰν ἤδη ἐκκείμενον».

(το σώμα) και έτοιμο να διαλυθεί».

 

Ταῦτα δέ μου διεξιόντος μεταξὺ κατασείσασα τῇ χειρὶ ἡ διδάσκαλος

Ενώ έλεγα αυτά, η δασκάλα κούνησε το χέρι της και μου είπε:

 

4. ΜΑΚΡ. «Μή τίς σε τοιοῦτος, φησὶ, φόβος ὑποταράσσει καὶ συνέχει

«Μήπως σε τρομάζει και κυριαρχεί στη σκέψη σου ένας τέτοιος φόβος,

τὴν διάνοιαν, ὡς οὐ διαμενούσης εἰς ἀεὶ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ

ότι η ψυχή δεν ζει αιώνια, αλλά

συγκαταληγούσης τῇ διαλύσει τοῦ σώματος;».

διαλύεται μαζί με το σώμα;».

 

ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ καὶ γὰρ οὔπω τοῦ πάθους τὸν λογισμὸν ἀνεδεξάμην

Εγώ τότε, επειδή ο λογισμός ήταν βυθισμένος στο πάθος της θλίψεως,

θρασύτερόν πως ἀπεκρινάμην, οὐ πάνυ περισκεψάμενος τὸ λεγόμενον.

απάντησα με κάποια θρασύτητα, χωρίς να σκεφτώ τι λέω.

Εἶπον γὰρ ἐπιτάγμασιν ἐοικέναι τὰς θείας φωνὰς, δι᾿ ὧν τὸ μὲν δεῖν

Είπα ότι οι θείες φωνές μοιάζουν σαν διαταγές που μας αναγκάζουν να

πεπεῖσθαι τὴν ψυχὴν εἰσαεὶ διαμένειν ἀναγκαζόμεθα, οὐ μὴν λόγῳ τινὶ

πιστέψουμε ότι η ψυχή ζει πάντοτε· σ’ αυτή την πίστη όμως δεν καταλήξαμε

τῷ τοιούτῳ προσήχθημεν δόγματι. ᾿Αλλ᾿ ἔοικεν ἡμῖν δουλικῶς ἔνδοθεν

με τη λογική. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο νους δέχεται την άποψη αυτή

ὁ νοῦς φόβῳ τὸ κελευόμενον δέχεσθαι, οὐχ ἑκουσίᾳ τινὶ ὁρμῇ τοῖς

από μέσα του, επειδή φοβάται σαν δούλος· δεν συγκατατίθεται στα λεγόμενα

λεγομένοις συντίθεσθαι.

με τη θέλησή του.

 

῞Οθεν καὶ βαρύτεραι ἡμῖν ἐπὶ τῶν κατοιχουμένων αἱ λύπαι γίνονται

Γι’ αυτό το λόγο και η λύπη μας για τους νεκρούς γίνεται πιο βαρειά, επειδή

οὐκ ἀκριβῶς ἐπισταμένων ἡμῶν, εἴτ᾿ ἔτι ἐστὶ καθ᾿ αὑτὸ τοῦτο τὸ

δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια, εάν εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη αυτή η αιτία

ζωοποιὸν αἴτιον, καὶ ὅπη, καὶ ὅπως, εἴτε οὐκ ἔστιν οὐδαμῆ οὐδαμῶς.

της ζωής (η ψυχή), και πού είναι, και πώς είναι· ούτε πάλι, αν δεν υπάρχει

῎Ισας γὰρ ποιεῖ τοῦ ἀληθῶς ὄντος ἀδηλία τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερον ὑπολείψεις.

πουθενά καθόλου. Η αβεβαιότητα αυτή για την πραγματική κατάσταση

Καὶ πολλοῖς μὲν τοῦτο, πολλοῖς δὲ τὸ ἐναντίον δοκεῖ. Καὶ εἰσί γέ τινες

εξισώνει τις αντιλήψεις για την κάθε άποψη (αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ψυχή).

παρὰ τοῖς ῞Ελλησιν οὐ μικρὰν ἔχοντες ἐπὶ φιλοσοφίᾳ τὴν δόξαν, οἳ

Άλλοι πιστεύουν τη μία άποψη κι άλλοι την άλλη. Και μερικοί Έλληνες, που

ταῦτα ᾠήθησάν τε καὶ ἀπεφήναντο.

έχουν μεγάλη φήμη στη φιλοσοφία, είναι που τα σκέφτηκαν και εξέφρασαν

άποψη γι’ αυτά.

 

5. ΜΑΚΡ. «῎Εα, φησὶ, τοὺς ἔξωθεν λήρους, ἐν οἷς ὁ τοῦ ψεύδους εὑρέτης

«Άφησε, μου είπε, τις ανοησίες των εχθρών (ειδωλολατρών), με τις οποίες πολύ

ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀληθείας πιθανῶς τὰς ἠπατημένας ὑπολήψεις

πιθανά ο εφευρέτης του ψεύδους (διάβολος) επινοεί τις απατηλές φιλοσοφίες,

συντίθησιν· σὺ δὲ πρὸς τοῦτο βλέπε, ὅτι τὸ οὕτως περὶ ψυχῆς ἔχειν,

για να προσβάλλει την αλήθεια. Συ πρόσεξε το εξής, ότι μια τέτοια άποψη για

οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀλλότριον πρὸς τὴν ἀρετὴν ἔχειν, καὶ πρὸς τὸ

την ψυχή δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά απομάκρυνση από την αρετή και

παρὸν ἡδὺ μόνον βλέπειν· τὴν δὲ τοῖς αἰῶσιν ἐνθεωρουμένην ζωὴν ἀπ᾿

προσκόλληση στην ηδονή του παρόντος· σημαίνει απόρριψη της ελπίδας για

ἐλπίδος ποιεῖσθαι, καθ᾿ ἣν μόνη ἡ ἀρετὴ τὸ πλεῖον ἔχει».

την αιώνια ζωή, στην οποία κυριαρχεί μόνον η αρετή».

 

ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, ἔφην, γένοιτ᾿ ἂν ἡμῖν παγία τις καὶ ἀμετάθετος ἡ περὶ

«Και πώς, απάντησα, θα έχουμε σταθερή και αμετάβλητη πίστη ότι η ψυχή

τοῦ διαμένειν τὴν ψυχὴν δόξα; Αἰσθάνομαι γὰρ καὶ αὐτὸς, ὅτι τοῦ

παραμένει και μετά το θάνατο; Διότι αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος ότι, εάν

καλλίστου τῶν κατὰ τὴν ζωὴν τῆς ἀρετῆς λέγω ὁ τῶν ἀνθρώπων

δεν κυριαρχήσει μέσα μας χωρίς αμφιβολία η πίστη γι’ αυτό (αιωνιότητα

χηρεύσει βίος, εἰ μή τις ἀναμφίβολος ἡ περὶ τούτου πίστις ἐν ἡμῖν

ψυχής), τότε ο βίος των ανθρώπων χάνει το καλύτερό του στη ζωή, την αρετή.

κρατυνθείη. Πῶς γὰρ ἔστι τὴν ἀρετὴν χώραν ἔχειν ἐφ᾿ ὧν ἡ παροῦσα

Διότι, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει αρετή εκεί που η ύπαρξη περιορίζεται

ζωὴ περιγράφειν τὸ εἶναι ὑπείληπται, καὶ πλέον ἐλπίζεται μετὰ

μόνον στην παρούσα ζωή, και μετά απ’ αυτήν δεν ελπίζουμε σε τίποτε;».

ταύτην οὐδέν;».

 

6. ΜΑΚΡ. «Οὐκοῦν ζητῆσαι χρὴ, φησὶν ἡ διδάσκαλος, ὅθεν ἂν ἡμῖν τὴν

«Λοιπόν, πρέπει να αναζητήσουμε, λέει η δασκάλα, ποιό είναι το κατάλληλο

δέουσαν περὶ τούτων ἀρχὴν ὁ λόγος λάβῃ. Καὶ εἰ δοκεῖ, παρὰ σοῦ

σημείο, για ν’ αρχίσει η συνομιλία μας. Και αν θέλεις, μπορείς να

γενέσθω τῶν ἐναντίων δογμάτων ἡ συμμαχία· ὁρῶ γὰρ ὅτι σοι καὶ

υπερασπιστείς τα αντίθετα επιχειρήματα· διότι, παρατηρώ ότι η σκέψη σου

ὑποκεκίνηται πρὸς τοιαύτην καταφορὰν ἡ διάνοια. Εἶθ᾿ οὕτως ὁ τῆς

προς αυτά γέρνει. Έπειτα, μετά την έκθεση των αντίθετων επιχειρημάτων,

ἀληθείας μετὰ τὴν ἀντίθεσιν ἀναζητηθήσεται λόγος.

θ’ αναζητήσουμε την αλήθεια.

 

ΓΡΗΓ. ᾿Επειδὴ τοῦτο ἐκέλευσε, παραιτησάμενος αὐτὴν μὴ κατὰ

Επειδή εκείνη έδωσε αυτή την εντολή, την παρακάλεσα να μην νομίζει

ἀλήθειαν οἰηθῆναι τὰ παρ᾿ ἡμῶν ἀντιλέγεσθαι, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τοῦ βεβαίως

ότι θεωρούσα τις αντιρρήσεις ως αληθείς· αλλά χρησιμοποιούσα τις απόψεις

κατασκευασθῆναι τὸ περὶ ψυχῆς δόγμα, τῶν ἀντιπιπτόντων πρὸς τὸν

των αντιτιθεμένων σκόπιμα, για να αποδειχθεί απόλυτα στέρεο το δόγμα

σκοπὸν τοῦτον ὑπεκλυθέντων·

για την αθανασία της ψυχής.

 

«῏Η που, ἔφην, ταῦτα ἂν εἴποιεν οἱ τῷ ἐναντίῳ παριστάμενοι λόγῳ,

«Στ’ αλήθεια, ρώτησα, όσοι δέχονται τις αντίθετες απόψεις δεν λένε ότι το

ὅτι τὸ σῶμα σύνθετον ὂν, πάντως εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε, διαλύεται;

σώμα είναι σύνθετο και διαλύεται οπωσδήποτε στα μέρη από τα οποία

Λυθείσης δὲ τῶν στοιχείων τῆς ἐν τῷ σώματι συμφυΐας, ἐπὶ τὸ οἰκεῖον

συνίσταται; Και όταν το σώμα διαλυθεί στα συστατικά του στοιχεία, το καθένα

ἐν ἑκάστῳ γίνεται κατὰ τὸ εἰκὸς ἡ ῥοπὴ αὐτῆς φύσεως τῶν στοιχείων,

πηγαίνει προς το όμοιό του σύμφωνα με τη φυσική του ροπή και αποδίδει το

δι᾿ ὁλκῆς τινος ἀναγκαίας τῇ ὁμογενεῖ τὸ οἰκεῖον ἀποδιδούσης. Τῷ τε

όμοιο στο όμοιο με βάση τον φυσικό προσανατολισμό του. Η θερμότητα π.χ.

γὰρ θερμῷ πάλιν τὸ ἐν ἡμῖν ἑνωθήσεται, καὶ τῷ στεῤῥῷ τὸ γεῶδες,

του δικού μας (σώματος) θα ενωθεί πάλι με τη θερμότητα, και το γήϊνο στοιχείο

καὶ τῶν λοιπῶν ἑκάστῳ πρὸς τὸ συγγενὲς ἡ μεταχώρησις γίνεται.

με τα στερεά στοιχεία· και τα υπόλοιπα στοιχεία θα ενωθούν με τα συγγενικά

τους.

 

»῾Η οὖν ψυχὴ μετὰ τοῦτο ποῦ ἔσται; Εἰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναί

»Η ψυχή, όμως, μετά τη διάλυση, πού θα είναι; Εάν κάποιος πει ότι είναι με τα

τις λέγοι, τὴν αὐτὴν εἶναι τούτοις κατ᾿ ἀνάγκην συνθήσεται. Οὐ γὰρ

στοιχεία, τότε υποχρεωτικά θα έχει την ίδια σύσταση μ’ αυτά. Διότι δεν μπορεί

ἂν γένοιτό τις τοῦ ἑτεροφυοῦς πρὸς τὸ ἀλλότριον μίξις, καὶ, εἰ ταῦτα

να γίνει ανάμειξη δύο διαφορετικών στη φύση τους στοιχείων· και αν γίνει 

εἴη, ποικίλη τις πάντως ἀναφανήσεται ἡ πρὸς τὰς ἐναντίας μεμιγμένη

μεταξύ αυτών, τότε η ψυχή θα φανεί να έχει ποικιλία στη φύση της, διότι θα

ποιότητας, τὸ δὲ ποικίλον ἁπλοῦν οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἐν συνθέσει

είναι αναμειγμένη με πολλά αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία· και το ποικίλο δεν

θεωρεῖται πάντως. Πᾶν δὲ τὸ σύνθετον καὶ διαλυτὸν ἐξ ἀνάγκης· ἡ δὲ

είναι απλό, αλλά σύνθετο σε κάθε περίπτωση. Και κάθε σύνθετο αναγκαστικά

διάλυσις φθορὰ τοῦ συνεστῶτός ἐστι.

διαλύεται· και η διάλυση αποτελεί τη φθορά του συνθέτου όντος.

 

»Τὸ δὲ φθειρόμενον οὐκ ἀθάνατον· ἢ οὕτως γε ἂν καὶ ἡ σὰρξ ἀθάνατος

»Και ό,τι φθείρεται δεν είναι αθάνατο. Διαφορετικά, και το σώμα θα ήταν

λέγοιτο, εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε, λυομένη. Εἰ δὲ ἄλλο τί που παρὰ

αθάνατο, εφόσον ως σύνθετο θα διαλύονταν στα στοιχεία του. Εάν όμως

ταῦτά ἐστι, ποῦ λόγος αὐτὴν εἶναι ὑποτίθεται, ἐν μὲν τοῖς στοιχείοις

υπάρχει κάτι άλλο εκτός απ’ αυτά (τα διαλυόμενα στοιχεία), δηλαδή η ψυχή,

διὰ τοῦ ἑτεροφυῶς αὐτὴν ἔχειν οὐχ εὑρισκομένην; ἄλλου δὲ οὐδενὸς ἐν

πού θα τη βάλει να υπάρχει η σκέψη μας; Διότι, μέσα στα στοιχεία, λόγω της

τῷ κόσμῳ ὄντος, ἐν ᾧ γένοιτ᾿ ἂν ἡ ψυχὴ καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ φύσει

ανομοιότητας της φύσεώς της, δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Δεν υπάρχει επίσης

ἐμβιοτεύουσα; ῝Ο δὲ μηδαμῆ ἐστιν, οὐδέ ἐστι πάντως.

τίποτε άλλο στον κόσμο, στο οποίο μέσα να μπορεί να ζήσει η ψυχή σύμφωνα

με τη φύση της. Και εκείνο που δεν υπάρχει πουθενά, δεν υφίσταται και καθόλου.

 

7. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος ἠρέμα τοῖς ῥηθεῖσιν ἐπιστενάξασα, «Τάχα

Και η δασκάλα, ακούγοντας αυτά, αφού αναστέναξε απάντησε ήρεμα: «Ίσως

που ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, φησὶ, πρὸς τὸν ᾿Απόστολον ἐν ᾿Αθήναις

αυτά και παρόμοια μ’ αυτά έλεγε η σύναξη των Στωϊκών και οι Επικουρείων

ποτὲ συστάντες προέφερον Στωϊκοί τε καὶ ᾿Επικούρειοι. Καὶ γὰρ

στον Απόστολο (Παύλο) στην Αθήνα. Διότι ακούω

ἀκούω πρὸς ταῦτα μάλιστα τὸν ᾿Επίκουρον ταῖς ὑπολήψεσι φέρεσθαι,

ότι ο Επίκουρος υποστήριζε αυτές τις θεωρίες,

τις καὶ αὐτόματος ἡ τῶν ὄντων ὑπενοήθη φύσις, ὡς

ότι δηλαδή η φύση των όντων δημιουργήθηκε αυτόματα και τυχαία και ότι

οὐδεμιᾶς προνοίας διὰ τῶν πραγμάτων διηκούσης. Καὶ διὰ τοῦτο

καμία πρόνοια δεν μεριμνά για τα πράγματα. Γι’ αυτό το λόγο, ως συνέπεια

κατὰ τὸ ἀκόλουθον καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν πομφόλυγος δίκην

αυτής της θεωρίας, θεωρούσε την ανθρώπινη ζωή σαν μια φούσκα από αέρα·

ᾤετο πνεύματί τινι τοῦ σώματος ἡμῶν περιταθέντος, ἕως ἂν

θεωρούσε το σώμα ως περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, για να κρατάει καλά

περικρατῆται τὸ πνεῦμα τῷ περιέχοντι, τῇ δὲ διαπτώσει τοῦ ὄγκου

ως περιέχον το πνεύμα· και όταν ο όγκος του σώματος θα κατέρρεε,

καὶ τὸ ἐναπειλημμένον συγκατασβέννυσθαι.

κι αυτό που υπήρχε μέσα (περιεχόμενο) χανόταν.

 

»῞Ορος γὰρ τούτῳ τῆς τῶν ὄντων φύσεως τὸ φαινόμενον ἦν, καὶ

»Γι’ αυτόν (τον Επίκουρο) βάση της φύσεως των όντων αποτελούσε το

μέτρον τῆς τοῦ παντὸς καταλήψεως ἐποιεῖτο τὴν αἴσθησιν, μεμυκὼς

φαινόμενο· και μέτρο της κατανοήσεως όλων ήταν η αίσθηση. Είχε κλείσει εξ

παντάπασι τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια, καὶ πρὸς οὐδὲν τῶν νοητῶν τε

ολοκλήρου τα αισθητήρια της ψυχής και γι’ αυτό δεν μπορούσε να δει κανένα

καὶ ἀσωμάτων βλέπειν οἷός τε ὢν, ὥσπερ ὁ οἰκίσκῳ τινὶ καθειργμένος

νοητό ή ασώματο ον· όπως αυτός που είναι κλεισμένος σ’ ένα σπιτάκι και δεν

τῶν οὐρανίων θαυμάτων ἀθέατος μένει, τοῖς τοίχοις καὶ τῷ ὀρόφῳ

μπορεί να δει κανένα από τα ουράνια θαύματα, διότι τον εμποδίζουν οι τοίχοι

πρὸς τὴν τῶν ἔξω θέαν ἐμποδιζόμενος. ᾿Ατεχνῶς γὰρ γήϊνοί τινές εἰσι

και η οροφή να δει προς τα έξω. Όλα τα αισθητά που φαίνονται είναι σαν

τοῖχοι τὰ αἰσθητὰ πάντα, ὅσα ἐν τῷ παντὶ καθορᾶται, πρὸς τὴν τῶν

γήϊνοι τοίχοι, οι οποίοι εμποδίζουν τους πιο μικρόψυχους να δουν με τον

νοητῶν θεωρίαν δι᾿ ἑαυτῶν τοὺς μικροψυχοτέρους διατειχίζοντες.

εαυτό τους τη θεωρία των νοητών.

 

8. »Γῆν ὁ τοιοῦτος βλέπει μόνην, καὶ ὕδωρ, καὶ ἀέρα, καὶ πῦρ· ὅθεν δὲ

»Ο Επίκουρος βλέπει μόνο γη, νερό, αέρα και φωτιά. Από μικροψυχία όμως

τούτων ἕκαστον, ἢ ἐν τίνι ἐστὶν, ἢ ὑπὸ τίνος περικρατεῖται, διιδεῖν ὑπὸ

δεν μπορεί να δει από που προέρχεται το καθένα ή σε τί είναι ή από ποιό

μικροψυχίας οὐ δύναται. Καὶ ἱμάτιον μέν τις ἰδὼν τὸν ὑφάντην

κρατιέται γύρω γύρω. Και όταν δει κάποιος ένα ρούχο, σκέφτεται τον

ἀνελογίσατο, καὶ διὰ τῆς νηὸς τὸν ναυπηγὸν ἐνενόησεν, ἥ τε αὐτοῦ

υφαντουργό που το έκανε· και με το πλοίο σκέφτεται τον ναυπηγό· με τη θέα

οἰκοδόμου χεὶρ ὁμοῦ τῇ τοῦ οἰκοδομήματος ὄψει τῇ διανοίᾳ τῶν

πάλι του οικοδομήματος, έρχεται στο νου όσων το βλέπουν το χέρι του

θεωμένων ἐγγίνεται.

οικοδόμου.

 

»Οἱ δὲ πρὸς τὸν κόσμον ὁρῶντες πρὸς τὸν διὰ τούτων δηλούμενον

»Αλλά αυτοί, ενώ βλέπουν προς τον κόσμο, κλείνουν τα μάτια προς Αυτόν τον

ἀμβλυωποῦσιν, ὅθεν τὰ σοφὰ ταῦτα καὶ δριμέα παρὰ τῶν τὸν

οποίο φανερώνουν τα πάντα· έτσι παρουσιάζονται αυτά τα δήθεν σοφά και

ἀφανισμὸν ψυχῆς δογματιζόντων προφέρεται· σῶμα ἐκ στοιχείων,

έξυπνα δόγματα από εκείνους που διδάσκουν ότι η ψυχή χάνεται· λένε ότι το

καὶ στοιχεῖα ἐκ σώματος, καὶ τὸ μὴ δύνασθαι τὴν ψυχὴν καθ᾿ ἑαυτὴν

σώμα είναι από τα στοιχεία και τα στοιχεία από το σώμα· ότι δεν μπορεί η ψυχή

εἶναι, εἰ μήτε τούτων τι εἴη, μήτε ἐν τούτοις.

να υπάρξει από μόνη της, εάν δεν είναι ένα από τα στοιχεία ή μέσα σ’ αυτά.

 

»Εἰ γὰρ ὅτι μὴ ὁμοφυὴς τοῖς στοιχείοις ἐστὶν ἡ ψυχὴ, διὰ τοῦτο

»Διότι, εάν νομίζουν οι αντιρρησίες ότι δεν υπάρχει πουθενά η ψυχή, εφόσον

οὐδαμοῦ εἶναι αὐτὴν οἱ ἀντιλέγοντες οἴονται· οὗτοι πρῶτον μὲν καὶ

δεν έχει την ίδια φύση με τα στοιχεία, πρέπει αυτοί πρώτα πρώτα να δεχτούν

τὴν ἐν σαρκὶ ζωὴν ἄψυχον εἶναι δογματιζέτωσαν. Οὐ γὰρ ἄλλο τι τὸ

ότι και η ζωή του σώματος είναι άψυχη. Διότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο

σῶμά ἐστιν, εἰ μὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων· μὴ τοίνυν μηδ᾿ ἐν τούτοις

παρά σύνθεση στοιχείων. Ας μη λένε, λοιπόν, ότι η ψυχή υπάρχει μέσα στα

τὴν ψυχὴν εἶναι λεγέτωσαν δι᾿ ἑαυτῆς ζωοποιοῦσαν τὸ σύγκριμα·

στοιχεία και ότι από μόνη της δίνει τη ζωή στο σύνθετο σώμα· διότι εάν, όπως

εἴπερ οὐκ ἔστι μετὰ ταῦτα δυνατὸν, καθὼς οἴονται, τῶν στοιχείων

νομίζουν, δεν είναι δυνατό μετά (τη διάλυση) να υπάρχει η ψυχή, εφόσον

ὄντων καὶ τὴν ψυχὴν εἶναι, ὡς μηδὲν ἄλλο ἢ νεκρὰν τὴν ζωὴν ἡμῶν

υπάρχουν μόνο τα στοιχεία, τότε οι ίδιοι αποδεικνύουν ότι η ζωή μας είναι

παρ᾿ αὐτῶν ἀποδείκνυσθαι. 

νεκρή.

 

»Εἰ δὲ νῦν ἐν τῷ σώματι τὴν ψυχὴν εἶναι οὐκ ἀμφιβάλλουσι, πῶς τοῦ

Εάν όμως δεν αμφιβάλλουν ότι υπάρχει τώρα η ψυχή μέσα στο σώμα, τότε πώς

σώματος εἰς τὰ στοιχεῖα τὸν ἀφανισμὸν αὐτῆς δογματίζουσι, ἔπειτα

διδάσκουν την απώλειά της, ενώ το σώμα διατηρείται στα στοιχεία; Εξάλλου,

δὲ καὶ κατὰ ταύτης τῆς θείας φύσεως τὰ ἶσα τολμάτωσαν. Πῶς γὰρ

πρέπει στη συνέχεια να τολμήσουν να πουν τα ίδια και για τη φύση του Θεού.

ἐροῦσι τὴν νοεράν τε καὶ ἄϋλον καὶ ἀειδῆ φύσιν εἰς τὰ ὑγρά τε καὶ

Διότι πώς θα πουν ότι η νοερή, άϋλη και αιώνια Φύση εισχωρεί στα υγρά, τα

μαλακὰ καὶ στερέμνια διαδυομένην ἐν τῷ εἶναι συνέχειν τὰ ὄντα, οὔτε

μαλακά και τα σκληρά, για να δίνει συνοχή στα όντα, ενώ ούτε συγγενεύει μ’

συγγενῶς ἔχουσαν πρὸς τὰ ἐν οἷς γίνεται, οὔτε διὰ τὸ ἑτερογενὲς ἐν

αυτά που έρχεται σε επαφή, αλλά ούτε και αδυνατεί να είναι μέσα σ’ αυτά με

αὐτοῖς εἶναι ἀδυνατοῦσαν; Οὐκοῦν ἐξῃρήσθω καθόλου τοῦ δόγματος

οποία διαφέρει στη φύση. Λοιπόν, ας πετάξουν έξω από το πιστεύω τους και

αὐτῶν καὶ αὐτὸ τὸ Θεῖον, ᾧ διακρατεῖται τὰ ὄντα».

το Θεό, ο οποίος κυβερνά όλα τα όντα».

 

9. ΓΡΗΓ.  «Αὐτὸ δὲ τοῦτο, εἶπον ἐγὼ, πῶς ἂν τοῖς ἀντιλέγουσιν

«Αυτό ακριβώς, είπα εγώ, θέλω να μάθω: πώς είναι δυνατόν αυτοί που έχουν

ἀναμφίβολον γένοιτο, τὸ ἐκ Θεοῦ εἶναι τὰ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ

αντιρρήσεις να πιστέψουν χωρίς αμφιβολία ότι ο Θεός έκανε τα πάντα;

περικρατεῖσθαι τὰ ὄντα, ἢ καὶ ὅλως τὸ εἶναί τι Θεῖον τῆς τῶν ὄντων

Να πιστέψουν ότι Αυτός όλα τα κυβερνά και ότι γενικά υπάρχει Θεός, ο οποίος

ὑπερκείμενον φύσεως;».

ξεπερνά τη φύση των δημιουργημάτων;».

 

ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ σιωπᾷν μὲν ἦν, φησὶν, ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἁρμοδιώτερον,

Εκείνη απάντησε: «Είναι προτιμότερο να σιωπά κανείς σ’ αυτές τις

μηδὲ ἀξιοῦν ἀποκρίσεως τὰς μωράς τε καὶ ἀσεβεῖς τῶν προτάσεων,

αντιρρήσεις· ν’ απαξιεί ν’ απαντά σε ανόητες και ασεβείς απόψεις, επειδή και

ἐπεὶ καί τις τῶν θείων ἀπαγορεύει λόγος μὴ ἀποκρίνεσθαι ἄφρονι ἐν τῇ

ο θείος λόγος δεν επιτρέπει ν’ απαντάμε στην ανοησία ενός ανόητου·

ἀφροσύνῃ αὐτοῦ· ἄφρων δὲ πάντως ἐστὶ, κατὰ τὸν Προφήτην, ὁ μὴ

διότι, σύμφωνα με τον Προφήτη, είναι ανόητος όποιος λέει ότι δεν υπάρχει

εἶναι λέγων Θεόν.

Θεός.

 

»᾿Επεὶ δὲ χρὴ καὶ τοῦτο εἰπεῖν, ἐρῶ σοι, φησὶ, λόγον, ἐμὸν οὐχὶ, ἀλλ᾿

»Επειδή, όμως, πρέπει κι σ’ αυτό να απαντήσω, θα σου πω όχι δικό μου λόγο

οὐδὲ ἄλλου τινὸς ἀνθρώπου· μικρὸς γὰρ οὗτος, ὅστις δ᾿ ἂν ᾖ· ἀλλ᾿

ούτε κάποιου άλλου ανθρώπου· διότι θα ήταν πολύ λίγος, όποιος κι αν ήταν.

αὐτὸν ὃν ἡ κτίσις τῶν ὄντων διὰ τῶν ἐν αὐτῇ θαυμάτων διέξεισιν,

Θα σου πω λόγο που διηγείται η δημιουργία των κτισμάτων με τα θαύματά της·

ἀκροατὴς ὀφθαλμὸς γίνεται, διὰ τῶν φαινομένων, ἐνηχοῦντος τῇ

θα σου πω για τα φαινόμενα που βλέπει το μάτι και γι’ αυτά που ηχούν με

καρδίᾳ τοῦ σοφοῦ τε καὶ τεχνικοῦ λόγου. Βοᾷ γὰρ ἄντικρυ τὸν

σοφία και καλλιτεχνία μέσα στην καρδιά. Διότι η δημιουργία φωνάζει καθαρά

ποιητὴν ἡ κτίσις, αὐτῶν τῶν οὐρανῶν, καθώς φησιν ὁ Προφήτης, ταῖς

για το δημιουργό της· όπως λέει ο Προφήτης, ο ίδιος ο ουρανός με ανείπωτες

ἀλαλήτοις φωναῖς τὴν δόξαν τοῦ  Θεοῦ διηγουμένων.

φωνές διηγείται τη δόξα του Θεού (Ψαλμ. 18,2).

 

»Τίς γὰρ βλέπων τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν, τῶν τε οὐρανίων καὶ

»Διότι, ποιός βλέπει την αρμονία του σύμπαντος και τα θαύμασια φαινόμενα

τῶν κατὰ γῆν θαυμάτων, καὶ ὡς ἐναντίως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα τὰ

του ουρανού και της γης; Ότι δηλαδή, ενώ τα στοιχεία τους είναι από τη φύση

στοιχεῖα κατὰ τὴν φύσιν, πρὸς τὸν αὐτὸν τὰ πάντα σκοπὸν διά τινος

αντίθετα μεταξύ τους, όμως όλα συνδέονται με αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ

ἀῤῥήτου κοινωνίας συμπλέκεται, τὴν παρ᾿ ἑαυτοῦ δύναμιν ἕκαστον

τους για τον ίδιο σκοπό; Ποιός δεν βλέπει ότι το καθένα συνεισφέρει τη δική

πρὸς τὴν τοῦ παντὸς διαμονὴν συνεισφέροντα, καὶ οὔτε τὰ ἀμικτά τε

του δύναμη για τη συντήρηση του σύμπαντος; Ποιός δεν βλέπει ότι δεν  

καὶ ἀκοινώνητα κατὰ τὴν ἰδιότητα τῶν ποιοτήτων διαχωρεῖ

χωρίζονται οι άμικτες και ακοινώνητες ατομικές ιδιότητες του ενός από το

ἀπ᾿ ἀλλήλων, οὔτε ἐν ἀλλήλοις φθείρεται κατακιρνάμενα πρὸς ἄλληλα

άλλο; Αλλά ούτε διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο με την ανάμιξη αντίθετων

ταῖς ἐναντίαις ποιότησιν, ἀλλὰ καὶ οἷς ἀνωφερής ἐστιν ἡ φύσις, ἐπὶ τὰ

ιδιοτήτων; Διότι συμβαίνει, όσα η φύση τους τα οδηγεί προς τα πάνω να

κάτω φέρεται, τῆς ἡλιακῆς θερμότητος διὰ τῶν ἀκτίνων

πηγαίνουν προς τα κάτω, όπως η ηλιακή θερμότητα που πέφτει προς τα κάτω

καταῤῥεούσης· τά τε ἐμβριθῆ τῶν σωμάτων ἀνακουφίζεται διὰ τῶν

με τις ακτίνες του ήλιου. Τα βαριά πάλι σώματα ανυψώνονται με την

ἀτμῶν λεπτυνόμενα, ὡς καὶ τὸ ὕδωρ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν

ελαφρύτητα των ατμών, όπως το νερό που αντίθετα στη φύση του ανεβαίνει

ἀνωφερὲς γίνεσθαι, δι᾿ ἀέρος ἐπὶ πνευμάτων ὀχούμενον, καὶ τὸ

προς τα πάνω και το σπρώχνει ο αέρας με τα σύννεφα. Η φωτιά επίσης, που

αἰθέριον πῦρ πρόσγειον γίνεσθαι, ὡς καὶ τὸ βάθος μὴ ἀμοιρεῖν τῆς

είναι αέρας, γίνεται γήϊνο σώμα, για να μη μένει το βάθος γης χωρίς θερμότητα.

θερμότητος, ἐπιχεομένην δὲ τῇ γῇ τὴν ἐκ τῶν ὄμβρων ἰκμάδα μίαν

Από την άλλη, η υγρασία που πέφτει στη γη με τις βροχές, ενώ έχει μία φυσική

οὖσαν τῇ φύσει, μυρίας γεννᾷν βλαστημάτων διαφορὰς πᾶσι

ιδιότητα, προκαλεί μυριάδες είδη διαφορετικών φυτών, προσφέροντας στο

κατάλληλον τοῖς ὑποκειμένοις ἐμφυομένην· τήν τε ὀξυτάτην τοῦ πόλου

καθένα την κατάλληλη συνθήκη αναπτύξεως. Βλέπει ακόμη κανείς την

περιφορὰν καὶ τῶν ἐντὸς κύκλων τὴν ἐπὶ τὸ ἔμπαλιν κίνησιν, τάς τε

ταχύτατη περιστροφή του πόλου και την αντίστροφη κίνηση μέσα στους

ὑποδρομὰς καὶ τὰς συνόδους, καὶ τὰς ἐναρμονίους ἀποστάσεις τῶν

αστρικούς κύκλους, τις εκλείψεις, τις συνδρομές και τις αρμονικές αποστάσεις

ἄστρων·

των αστέρων.

 

»ὁ ταῦτα βλέπων τῷ διανοητικῷ τῆς ψυχῆς ὀφθαλμῷ, ἆρα οὐχὶ

»Αυτός που τα βλέπει αυτά με το νοερό οφθαλμό της ψυχής του, άραγε δεν

φανερῶς ἐκ τῶν φαινομένων διδάσκεται, ὅτι θεία δύναμις ἔντεχνός τε

μαθαίνει ξεκάθαρα από τα φαινόμενα, ότι υπάρχει κάποια θεία δύναμη,

καὶ σοφὴ τοῖς οὖσιν ἐμφαινομένη, καὶ διὰ πάντων ἥκουσα τὰ μέρη

δημιουργική και σοφή, που φανερώνεται στα όντα; Μια δύναμη που διαπερνά

συναρμόζει τῷ ὅλῳ, καὶ τὸ ὅλον συμπληροῖ ἐν τοῖς μέρεσι, καὶ μιᾷ τινι

όλα τα μέρη ώστε να συναπαρτίζουν το όλο, και συμπληρώνει το όλο με τα

περικρατεῖται δυνάμει τὸ πᾶν, αὐτὸ ἐν ἑαυτῷ μένον καὶ περὶ ἑαυτὸ

μέρη; Δεν μαθαίνει ότι μια δύναμη τα συγκρατεί όλα; Ότι όλα μένουν στον

κινούμενον, καὶ οὔτε λῆγόν ποτε τῆς κινήσεως, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ

εαυτό τους και κινούνται γύρω του· δεν σταματούν ποτέ την κίνηση και δεν

τόπον παρὰ τὸν, ἐν ᾧ ἐστι, μεθιστάμενον;».

αλλάζουν τόπο πέρα απ’ αυτόν που βρίσκονται;».

 

10. ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, εἶπον, ἡ περὶ τὸ εἶναι τὸν Θεὸν πίστις, καὶ τὴν

«Και πώς, ρώτησα, η πίστη στο Θεό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την ύπαρξη

ψυχὴν εἶναι τὴν ἀνθρωπίνην συναποδείκνυσιν; Οὐ γὰρ δὴ ταὐτόν ἐστι

της ανθρώπινης ψυχής; Διότι η ψυχή δεν είναι κάτι το ίδιο με το Θεό ώστε,

τῷ Θεῷ ἡ ψυχὴ, ὥστε εἰ τὸ ἓν ὁμολογοῖτο εἶναι συνομολογεῖσθαι

εάν ομολογηθεί ότι υπάρχει το ένα, να παραδεχτούμε οπωσδήποτε ότι υπάρχει

πάντως καὶ τὸ λειπόμενον».

και το άλλο».  

 

ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Λέγεται, φησὶ, παρὰ τῶν σοφῶν μικρός τις εἶναι κόσμος

Εκείνη τότε μου απάντησε: «Λένε οι σοφοί ότι ο άνθρωπος είναι ένας

ὁ ἄνθρωπος, ταῦτα περιέχων ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα, οἷς τὸ πᾶν

μικρόκοσμος καθώς περιέχει μέσα του στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα

συμπεπλήρωται. Εἰ δὲ ἀληθὴς οὗτος ὁ λόγος ἔοικε δὲ, τάχα οὐκ ἂν

όντα. Αν ο λόγος αυτός, όπως φαίνεται, είναι αληθινός, τότε δεν θα

ἑτέρας ἐδεήθημεν συμμαχίας εἰς τὸ βεβαιωθῆναι ἡμῖν ὃ περὶ ψυχῆς

χρειαζόμασταν καμμιά επιπλέον απόδειξη για να βεβαιώσουμε αυτό που

ὑπειλήφαμεν.

πιστεύουμε για την ψυχή.

 

»῾Υπειλήφαμεν δὲ τὸ εἶναι αὐτὴν καθ᾿ ἑαυτὴν ἐν ἐξηλλαγμένῃ τε καὶ

»Πιστεύουμε ότι η ψυχή υπάρχει καθ’ εαυτή με φύση ιδιαίτερη και

ἰδιαζούσῃ φύσει, παρὰ τὴν σωματικὴν παχυμέρειαν. ῾Ως γὰρ πάντα

διαφορετική από την παχύτητα του σώματος. Διότι, όπως αντιλαμβανόμαστε

τὸν κόσμον διὰ τῆς αἰσθητικῆς ἀντιλήψεως ἐπιγινώσκοντες, δι᾿ αὐτῆς

όλο τον κόσμο με τις αισθήσεις, με την ίδια

τῆς κατὰ τὴν αἴσθησιν ἡμῶν ἐνεργείας εἰς τὴν τοῦ ὑπὲρ αἴσθησιν

την ενέργεια των αισθητηρίων οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής

πράγματος καὶ νοήματος ἔννοιαν ὁδηγούμεθα, καὶ γίνεται ἡμῖν ὁ

και νοητής πραγματικότητας· τότε γίνεται το μάτι μας

ὀφθαλμὸς ἑρμηνεὺς τῆς παντοδυνάμου σοφίας, τῆς τῷ παντὶ μὲν

ερμηνευτής της παντοδύναμης σοφίας (του Θεού), την οποία θεωρούμε στο

ἐνθεωρουμένης, τὸν δὲ κατ᾿ αὐτὴν τοῦ παντὸς περιδεδραγμένον

κάθε ον και η οποία μας φανερώνει Εκείνον που συγκρατεί το σύμπαν.

δι᾿ ἑαυτῆς μηνυούσης, οὕτω καὶ πρὸς τὸν ἐν ἡμῖν βλέποντες κόσμον,

Με τον ίδιο τρόπο κι εμείς, βλέποντας τον εσωτερικό μας κόσμο,

οὐ μικρὰς ἔχομεν ἀφορμὰς πρὸς τὸ διὰ τῶν φαινομένων καὶ τοῦ

δεν έχουμε και λίγες αφορμές να στοχαστούμε μέσα από τα φαινόμενα

κεκρυμμένου καταστοχάσασθαι. Κέκρυπται δὲ ἐκεῖνο, ὃ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ ὂν

αυτό που κρύβεται από πίσω. Και κρύβεται εκείνο το οποίο, όντας από τον

νοητόν τε καὶ ἀειδὲς διαφεύγει τὴν αἰσθητικὴ κατανόησιν».

εαυτό του νοητό και αόρατο, ξεφεύγει από την κατανόηση των αισθήσεων». 

 

11. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ εἶπον· «᾿Αλλὰ τὴν τοῦ παντὸς ὑπερκειμένην σοφίαν

Είπα κι εγώ: «Σίγουρα είναι δυνατόν να δεχθούμε με το συλλογισμό τη σοφία

διὰ τῶν ἐνθεωρουμένων τῇ φύσει τῶν ὄντων σοφῶν τε καὶ τεχνικῶν

που ξεπερνά κάθε ον, με τη θεωρία των σοφών και καλλιτεχνικών ιδιοτήτων

λόγων, ἐν τῇ ἁρμονίᾳ ταύτῃ καὶ διακοσμήσει δυνατόν ἐστιν

που υπάρχουν στη φύση των όντων και αποτελεί την αρμονική διακόσμησή

ἀναλογίσασθαι· ψυχῆς δὲ γνῶσις διὰ τῶν κατὰ τὸ σῶμα δεικνυμένων

τους. Ποιά όμως γνώση της ψυχής είναι δυνατόν να προέλθει από τις σωματικές

τίς ἂν γένοιτο τοῖς ἀπὸ τῶν φαινομένων τὸ κρυπτὸν ἀνιχνεύουσιν;».

ιδιότητες σ’ αυτούς που ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα;».

 

ΜΑΚΡ. «Καὶ μάλιστα μέν τοι, φησὶν ἡ παρθένος, τοῖς κατὰ τὸ σοφὸν

«Βέβαια, λέει η παρθένα, για εκείνους που, σύμφωνα με το σοφό παράγγελμα,

ἐκεῖνο παράγγελμα γινώσκειν ἑαυτοὺς ἐπιθυμοῦσιν· εἰ κἂν ἡ

επιθυμούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, η ίδια η ψυχή γίνεται δασκάλα για

διδάσκαλος τῶν περὶ ψυχῆς ὑπολήψεων αὐτὴ ἡ ψυχὴ, ὅτι ἄϋλός τις

τα ζητήματα της ψυχής· διότι, ενώ είναι άϋλη και ασώματη,

καὶ ἀσώματος, καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ φύσει ἐνεργοῦσά τε καὶ κινουμένη,

ενεργεί και κινείται ανάλογα στη φύση της

καὶ διὰ τῶν σωματικῶν ὀργάνων τὰς ἰδίας κινήσεις ἐνδεικνυμένη.

και με τα όργανα του σώματος μαρτυρεί τις κινήσεις της.

 

»῾Η γὰρ ὀργανικὴ τοῦ σώματος αὕτη διασκευὴ, ἔστι μὲν οὐδὲν ἧττον

»Η κατασκευή αυτή των οργάνων του σώματος διατηρείται το ίδιο

καὶ ἐπὶ τῶν ἀπονεκρωθέντων διὰ θανάτου, ἀλλ᾿ ἀκίνητος μένει καὶ

και σ’ αυτούς που έχουν ήδη πεθάνει· μένει όμως ακίνητη και ανενέργητη,

ἀνενέργητος, τῆς ψυχικῆς δυνάμεως ἐν αὐτῇ μὴ οὔσης. Κινεῖται δὲ τότε

διότι δεν υπάρχει μέσα της η δύναμη της ψυχής. Τότε μόνον κινείται, όταν

ὅταν ἥ τε αἴσθησις ἐν τοῖς ὀργάνοις ᾖ, καὶ διὰ τῆς αἰσθήσεως ἡ νοητὴ

υπάρχουν οι αισθήσεις στα σωματικά όργανα και μέσω των αισθήσεων

δύναμις διήκῃ ταῖς ἰδίαις ὁρμαῖς συγκινοῦσα πρὸς τὸ δοκοῦν τὰ

διαπερνά η νοητική δύναμη (της ψυχής) με την ορμή της και κινεί τις

ὀργανικὰ αἰσθητήρια».

σωματικές αισθήσεις εκεί που θέλει».

 

12. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, ἐστὶν ἡ ψυχή; εἰ δυνατὸν λόγῳ τινὶ τὴν φύσιν

«Τί, λοιπόν, είναι η ψυχή; ρώτησα. Είναι δυνατόν με κάποια λόγια να

ὑπογραφῆναι, ὡς ἄν τις γένοιτο ἡμῖν τοῦ ὑποκειμένου διὰ τῆς

περιγραφεί η φύση της, ώστε να μπορούμε με τον λεκτικό ορισμό ν’

ὑπογραφῆς κατανόησις».

αντιληφθούμε τί είναι;».

 

 

ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «ἄλλοι μὲν ἄλλως, φησὶ, τὸν περὶ αὐτῆς

Και η δασκάλα απάντησε: «Προσπάθησαν πολλοί, με διαφορετικό τρόπο ο

ἀπεφήναντο λόγον, κατὰ τὸ δοκοῦν ἕκαστος ὁριζόμενοι, ἡ δὲ ἡμετέρα

καθένας, σύμφωνα με την αντίληψη τους, να ορίσουν τον ορισμό της· ο δικός

περὶ αὐτῆς δόξα οὕτως ἔχει· Ψυχή ἐστιν οὐσία γεννητὴ, οὐσία ζῶσα,

μας ορισμός γι’ αυτήν είναι ο εξής: Η ψυχή είναι κτιστή ουσία, ζώσα, νοερή

νοερὰ, σώματι ὀργανικῷ καὶ αἰσθητικῷ, δύναμιν ζωτικὴν καὶ τῶν

που μεταδίδει από μόνη της στα όργανα και τις αισθήσεις του σώματος δύναμη

αἰσθητῶν ἀντιληπτικὴν δι᾿ ἑαυτῆς ἐνιοῦσα, ἕως ἂν ἡ δεκτικὴ τούτων

ζωής και αντίληψη των αισθητών, έως εκεί που φτάνει η συνεκτική φύση τους».

συνέστηκε φύσις».

 

Καὶ ἅμα ταῦτα λέγουσα δείκνυσι τῇ χειρὶ τὸν ἰατρὸν τὸν ἐπὶ θεραπείᾳ

Και ενώ έλεγε αυτά, δείχνει με το χέρι το γιατρό που καθόταν δίπλα της για τη

τοῦ σώματος αὐτῇ προσκαθήμενον, καί φησιν· «᾿Εγγὺς ἡμῖν τῶν

τη θεραπεία του σώματός της και είπε: «Η απόδειξη των όσων λέμε είναι

εἰρημένων ἡ μαρτυρία. Πῶς γὰρ, εἶπεν, οὗτος ἐπιβαλὼν τῇ ἀρτηρίᾳ

μπροστά μας. Πές μου, πώς αυτός (ο γιατρός) ακουμπώντας με τα δάχτυλα την

τὴν τῶν δακτύλων ἁφὴν, ἀκούει τρόπον τινὰ διὰ τῆς ἁπτικῆς

αρτηρία, ακούει κατά κάποιο τρόπο με την αίσθηση της αφής

αἰσθήσεως τῆς φύσεως πρὸς αὐτὸν βοώσης, καὶ τὰ ἴδια πάθη

τον οργανισμό να του φωνάζει και να του διηγείται τις ασθένειές του;

διηγουμένης, ὅτι ἐν ἐπιτάσει ἐστὶ τῷ σώματι τὸ ἀῤῥώστημα, καὶ ἀπὸ

Να διηγείται δηλαδή ότι η αρρώστια βρίσκεται σε έξαρση στο σώμα και

τῶνδε τῶν σπλάγχνων ἡ νόσος ὥρμηται, καὶ ἐπὶ τοσόνδε παρατείνει

ξεκίνησε από το τάδε σπλάγχνο και για τόσο καιρό θα παραταθεί η κρίση του

τοῦ φλογμοῦ ἡ ἐπίτασις; 

πυρετού;

 

»Διδάσκεται δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἄλλα τοιαῦτα, πρός τε τὸ

»Εξίσου μ’ αυτά ο γιατρός διδάσκεται και από το μάτι, παρατηρώντας από τη

σχῆμα τῆς κατακλίσεως βλέπων, καὶ πρὸς τὴν τῶν σαρκῶν τηκεδόνα.

μια το σχήμα της κατακλίσεώς του κι από την άλλη την αδυναμία του σώματος.

Καὶ ὡς ἐπισημαίνει τὴν ἔνδον διάθεσιν, τό τε εἶδος τοῦ χρώματος,

Παρατηρεί την εσωτερική κατάσταση του σώματος, το είδος του χρώματός του,

ὕπωχρόν τε ὂν καὶ χολῶδες, καὶ ἡ τῶν ὀμμάτων βολὴ περὶ τῶν

αν αν είναι ωχρό ή πρασινωπό, και το βλέμμα των οφθαλμών, που αυτόματα

λυπούντων καὶ ἀλγύνον αὐτομάτως ἐγκλινομένη.

φανερώνει τη λύπη και τον πόνο.

 

»῾Ωσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ τῶν ὁμοίων διδάσκαλος γίνεται, τῷ δὲ

Αλλά και η ακοή διδάσκει το γιατρό για παρόμοια πράγματα· κάνει

πυκνῷ τοῦ ἄσθματος, καὶ τῷ συνεκδιδομένῳ μετὰ τῆς ἀναπνοῆς

διάγνωση της νόσου με την πυκνότητα της αναπνοής και με το στεναγμό που

στεναγμῷ τὸ πάθος ἐπιγινώσκουσα. Εἴποι δ᾿ ἄν τις μηδὲ τὴν ὄσφρησιν

βγαίνει ταυτόχρονα μ’ αυτήν. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ούτε η όσφρηση του

τοῦ ἐπιστήμονος ἀνεπίσκεπτον εἶναι τοῦ πάθους, ἀλλὰ διὰ τῆς ποιᾶς

επιστήμονα μένει αχρησιμοποίητη στη διάγνωση της ασθένειας· με την

τοῦ ἄσθματος ἰδιότητος ἐπιγινώσκειν τὸ ἐγκεκρυμμένον τοῖς

ποιότητα της αναπνοής βρίσκει την αρρώστεια που κρύβεται στα σπλάγχνα

σπλάγχνοις ἀῤῥώστημα.

του σώματος.

 

»῏Αρ᾿ οὖν εἰ μή τις δύναμις ἦν νοητὴ ἡ ἑκάστῳ τῶν αἰσθητηρίων

»Άρα, λοιπόν, αν δεν ήταν παρούσα σε κάθε αισθητήριο μια δύναμη νοητική,

παροῦσα; Τί ἂν ἡμᾶς ἡ χεὶρ ἀφ᾿ ἑαυτῆς ἐδιδάξατο, μὴ τῆς ἐννοίας πρὸς

τί θα μπορούσε να μας διδάξει από μόνο του το χέρι, αφού δεν θα καθοδηγούσε

τὴν τοῦ ὑποκειμένου γνῶσιν τὴν ἁφὴν ὁδηγούσης; Τί δ᾿ ἂν ἡ ἀκοὴ

η νόηση την αφή στη γνώση του υποκειμένου; Σε τί, επίσης, θα συνέβαλε στη

διανοίας διεζευγμένη, ἢ ὀφθαλμὸς, ἢ μυκτὴρ, ἢ ἄλλο τι αἰσθητήριον

γνώση του ζητουμένου η ακοή, εφόσον ήταν ξέχωρα από τη νόηση, ή το μάτι

πρὸς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ζητουμένου συνήργησεν, εἰ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ μόνου

ή η μύτη ή κάποια άλλη αίσθηση, εάν η καθεμιά ενεργούσε από μόνη της;

τούτων ἕκαστον ἦν; ᾿Αλλ᾿ ὃ πάντων ἐστὶν ἀληθέστατον, ὃ καλῶς τις

Αλλά, το πιο αληθινό είναι εκείνο το οποίο αναφέρουν ότι είπε κάποιος από

τῶν ἔξω πεπαιδευμένων εἰπὼν μνημονεύεται, τὸν νοῦν εἶναι τὸν

τους μορφωμένους της κοσμικής (έξω, θύραθεν) παιδείας· ότι, δηλαδή, ο νους

ὁρῶντα, καὶ νοῦν τὸν ἀκούοντα.

είναι εκείνος που βλέπει και ακούει.

 

»Εἰ γὰρ μὴ τοῦτο δοίη τις ἀληθὲς εἶναι, πῶς, εἰπὲ σὺ, πρὸς τὸν ἥλιον

»Και εάν κανείς δεν δεχόταν ότι αυτό είναι αλήθεια, πές μου, πώς εσύ,

βλέπων, καθὼς ἐδιδάχθης παρὰ τοῦ διδασκάλου βλέπειν, οὐχ ὅσος

βλέποντας τον ήλιο, όπως σου έμαθε να τον βλέπεις ο δάσκαλός σου, θα έλεγες

φαίνεται τοῖς πολλοῖς, τοσοῦτον αὐτὸν φῂς εἶναι τῷ μεγέθει τοῦ

ότι αυτός στο μέγεθος της περιφέρειάς του δεν είναι τόσο μεγάλος όσο

κύκλου, ἀλλ᾿ ὑπερβαλεῖν πολλαπλάσια τῷ μέτρῳ πᾶσαν τὴν γῆν;

νομίζουν οι πολλοί, αλλά ξεπερνά σε πολλαπλάσιο αριθμό το μέγεθος όλης

Οὐκ ἐπειδὴ τῇ ποίᾳ κινήσει, καὶ τοῖς χρονικοῖς τε καὶ τοπικοῖς

της γης; Δεν ισχυρίζεσαι με αυτοπεποίθηση ότι έτσι είναι τα πράγματα, διότι

διαστήμασι, καὶ ταῖς ἐκλειπτικαῖς αἰτίαις τῇ διανοία διὰ τῶν

μελέτησες με τη νόηση τα φαινομένα, την οποιαδήποτε κίνηση, τα χρονικά και

φαινομένων ἀκολουθήσας, θαῤῥῶν ἀποφαίνων τὸ οὕτως ἔχειν;

τοπικά διαστήματα και τις αιτίες των εκλείψεων;

 

»Καὶ τῆς σελήνης μείωσίν τε καὶ αὔξησιν βλέπων, ἄλλα διδάσκει διὰ

»Και όταν βλέπεις την έλλειψη ή το γέμισμα της σελήνης, διδάσκεσαι άλλες

τοῦ φαινομένου περὶ τὸ στοιχεῖον σχημάτων, τὸ, ἀφεγγῆ τε εἶναι

αλήθειες από τα φαινόμενα του σχήματος της σελήνης· ότι στη φύση της είναι

αὐτὴν κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, καὶ τὸν πρόσγειον κύκλον περιπολεῖν·

είναι αφεγγής (ετερόφωτη) και περιφέρεται γύρω από τη γη· λάμπει με το φως

λάμπει δὲ ἀπὸ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων, ὡς ἐπὶ τῶν κατόπτρων γίνεσθαι

που δέχεται από τις ακτίνες του ήλιου –όπως συμβαίνει με τους καθρέφτες που

πεφυκέναι τὸν ἥλιον, ἐφ᾿ ἑαυτῶν δεχόμενα οὐκ ἰδίας αὐγὰς

δέχονται πάνω τους τον ήλιο και δεν εκπέμπουν δικό τους φως,

ἀντιδίδωσιν, ἀλλὰ τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς ἐκ τοῦ λείου καὶ στίλβοντος

αλλ’ αντανακλούν προς τα πίσω το ηλιακό φως εξαιτίας τη λείας και στιλπνής

σώματος εἰς τὸ ἔμπαλιν ἀνακλωμένου. ῞Ωσπερ τοῖς ἀνεξετάστως

επιφάνειάς τους. Αυτοί όμως που βλέπουν τα πράγματα χωρίς να τα εξετάσουν

βλέπουσιν ἐξ αὐτῆς δοκεῖ τῆς σελήνης εἶναι τὸ φέγγος.

καλά, πιστεύουν ότι το φως προέρχεται από την ίδια τη σελήνη.

 

»Δείκνυται δὲ τὸ μὴ ἔχειν, ὅτι γινομένη μὲν ἀντιπρόσωπος τῷ ἡλίῳ

»Αποδεικνύεται βέβαια ότι η σελήνη δεν έχει δικό της φως από το ότι, όταν

κατὰ διάμετρον ὅλῳ τῷ πρὸς ἡμᾶς βλέποντι κύκλῳ καταφωτίζεται·

βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετα στον ήλιο, φωτίζεται σ’ όλο της τον κύκλο

ἐν ἐλάττονι δὲ τῷ κατ᾿ αὐτὴν τόπῳ θᾶττον περιοῦσα τὸν ἐν ᾧ ἐστι

που βλέπουμε εμείς· επειδή όμως το διάστημα που περιφέρεται είναι μικρότερο,

κύκλον, πρὶν ἅπαξ τὸν ἥλιον περιοδεῦσαι τὸν ἴδιον δρόμον, πλέον ἢ

κάνει πιο γρήγορα τον κύκλο του εαυτού της, προτού ο ήλιος κάνει το δικό του

δωδεκάκις αὐτὴ τὸν κατ᾿ αὐτὴν περιέρχεται.

μία φορά· έτσι περιτρέχει τον εαυτό της περισσότερο από δώδεκα φορές.

 

»Διὸ συμβαίνει μὴ ἀεὶ πεπληρῶσθαι φωτὸς τὸ στοιχεῖον· οὐ γὰρ μένει

»Γι’ αυτό συμβαίνει να μην είναι γεμάτη πάντα με φως η σελήνη· διότι η θέση

ἐν τῷ πυκνῷ τῆς περιόδου διηνεκῶς ἀντιπρόσωπος τῷ διά πολλοῦ

της δεν διατηρείται συνεχώς απέναντι στον ήλιο λόγω της ταχείας περιστροφής

περιιόντι τόν ἴδιον πόλον, ἡ δι᾿ ὀλίγου πολλάκις τόν ἑαυτῆς

της. Ενώ ο ήλιος κάνει πολύ χρόνο να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό του, η

περιθέουσα· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ κατ᾿ εὐθεῖαν ὡς πρός τόν ἥλιον

σελήνη κάνει πολύ λίγο και περιστρέφεται πολλές φορές. Έτσι, όπως η θέση

ἀντιπρόσωπος θέσις, ἅπαν τὸ πρὸς ἡμᾶς τῆς σελήνης μέρος διὰ τῶν

ακριβώς απέναντι από τον ήλιο, κάνει να φωτίζεται από τις ακτίνες του όλο το

ἡλιακῶν ἀκτίνων πεφωτισμένον ἐποίησεν, οὕτως ὅταν ἐπὶ τὰ πλάγια

μέρος της σελήνης που βλέπουμε εμείς, έτσι και όταν βρίσκεται στα πλάγια

γίνεται τοῦ ἡλίου τοῦ ἀεὶ κατ᾿ αὐτὸν γινομένου τῆς σελήνης

του ήλιου, τότε το ημισφαίριο της σελήνης που βρίσκεται απέναντι από τον

ἡμισφαιρίου διαλαμβανομένου τῇ τοῦ ἀκτίνων περιβολῇ, τὸ πρὸς

ήλιο δέχεται τις ακτίνες του, ενώ το στραμμένο σε μας αναγκαστικά

ἡμᾶς κατ᾿ ἀνάγκην ἀποσκιάζεται, ἀντιμεθισταμένης τῆς λαμπηδόνος

βρίσκεται στη σκιά· η λαμπρότητα αφαιρείται από το μέρος εκείνο της

ἀπὸ τοῦ μὴ δυναμένου πρὸς τὸν ἥλιον βλέπειν μέρους ἐπὶ τὸν ἀεὶ κατ᾿

σελήνης που δεν μπορεί να βλέπει προς τον ήλιο καί δίνεται σ’εκείνο το μέρος

ἐκεῖνον γινόμενον, ἕως ἂν ὑποβᾶσα κατ᾿ εὐθεῖαν τὸν ἡλιακὸν κύκλον

που είναι πάντα απέναντι από τον ήλιο· έως ότου η σελήνη περάσει κατευθείαν

κατὰ νώτου τὴν ἀκτῖνα δέξηται, καὶ οὕτω τοῦ ἄνωθεν ἡμισφαιρίου

απέναντι στον ήλιο και δεχθεί τις ακτίνες του στο νότιο μέρος της, οπότε

περιλαμφθέντος ἀόρατον ποιεῖ τὸ πρὸς ἡμᾶς μέρος, τὸ εἶναι καθόλου

φωτίζεται το πάνω απ’ αυτό ημισφαίριο και γίνεται αόρατο το δικό μας, διότι

τῇ ἰδίᾳ φύσει ἀφεγγὲς καὶ ἀφώτιστον· ὅπερ δὴ παντελὴς τοῦ στοιχείου

από τη φύση του το δεύτερο είναι χωρίς φως. Το φαινόμενο αυτό λέγεται

μείωσις λέγεται. Εἰ δὲ παρέλθῃ πάλιν τὸν ἥλιον κατὰ τὴν ἰδίαν τοῦ

ολική μείωση του σώματος της σελήνης. Εάν πάλι περάσει τον ήλιο στη

δρόμου κίνησιν, καὶ ἐκ πλαγίου γένοιτο τῇ ἀκτῖνι, τὸ πρὸ ὀλίγου

διαδρομή της κινήσεώς της και δεχθεί πλάγια τις ακτίνες του, τότε αυτό που

ἀλαμπὲς ὑπολάμπειν ἄρχεται, τῆς ἀκτῖνος ἀπὸ τοῦ πεφωτισμένου

πριν λίγο ήταν αφώτιστο αρχίζει να λάμπει, διότι οι ακτίνες πέφτουν από το

πρὸς τὸ τέως ἀφανὲς μετιούσης.

φωτισμένο στο πρώην αφώτιστο μέρος της.

 

»῾Ορᾷς οἷόν σοι γίνεται ἡ ὄψις διδάσκαλος, οὐκ ἄν σοι παρασχομένη δι᾿

»Βλέπεις πόσα πράγματα σου διδάσκει η όραση; Μόνη της δεν θα σου

ἑαυτῆς τῶν τοιούτων τὴν θεωρίαν, εἰ μή τι οὖν τὸ διὰ τῶν ὄψεων

πρόσφερε τη γνώση όλων αυτών, εάν δεν υπήρχε κάτι που βλέπει με τα μάτια·

βλέπων, ὃ τοῖς κατ᾿ αἴσθησιν γινωσκομένοις οἷόν τισιν ὁδηγοῖς

αυτό χρησιμοποιεί τα δεδομένα των αισθήσεων σαν κάποιο οδηγό ώστε να

κεχρημένον διὰ τῶν φαινομένων, ἐπὶ τὰ μὴ βλεπόμενα διαδύεται; Τί

να εισέλθει μ’ αυτά που βλέπει σ’ αυτά που δεν βλέπει. Πρέπει ακόμη να

δεῖ προστιθέναι τὰς γεωμετρικὰς ἐφόδους διὰ τῶν αἰσθητῶν

προσθέσουμε τις γεωμετρικές μεθόδους, οι οποίες με τα φαινομενικά σχήματα

χαραγμάτων, πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν ἡμᾶς χειραγωγούσας, καὶ μυρία

μας οδηγούν στα υπεραισθητά· και πέρα απ’ αυτές μύρια άλλα,

ἐπὶ τούτοις ἄλλα, δι᾿ ὧν συνίσταται διὰ τῶν ἐν ἡμῖν σωματικῶς

τα οποία αποδεικνύουν ότι με τις σωματικές μας ενέργειες κατανοούμε

ἐνεργουμένων τῆς ἐγκεκρυμμένης τῇ φύσει ἡμῶν νοερᾶς οὐσίας τὴν

την κρυφή μέσα μας νοερή ουσία».

κατάληψιν γίνεσθαι».

 

13. ΓΡΗΓ. «Τί δὲ, εἶπον, εἰ ὥσπερ κοινὸν μέν ἐστιν ἐπὶ τῆς αἰσθητῆς τῶν

«Τί, είπα εγώ, εάν όπως είναι κοινό στοιχείο στη φύση των αισθητών η ύλη

στοιχείων φύσεως τὸ ὑλῶδες, διαφορὰ δὲ κατὰ τὸ ἰδίαζον ἐν ἑκάστῳ

αλλά και η διαφορά της ύλης σε κάθε είδος είναι μεγάλη εξαιτίας της

εἴδει τῆς ὕλης πολλὴ ἥ τε γὰρ κίνησις αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐστὶν,

ιδιαιτερότητας των χαρακτηριστικών του και η κίνησή τους παρουσιάζει

τοῦ μὲν ἀνωφεροῦς ὄντος, τοῦ δὲ ἐπὶ τοῦ κάτω βρίθοντος, τὸ δὲ εἶδος

αντιθέσεις, διότι άλλο πάει προς τα πάνω, άλλο πάλι πάει προς τα κάτω και το

οὐ τὸ αὐτὸ, καὶ ἡ ποιότης διάφορος ἔν τινι, τούτων κατὰ τὸν λόγον

είδος τους δεν είναι το ίδιο και η ποιότητά τους διαφορετική, θα μπορούσε να

συνουσιωμένην τις εἶναι λέγοι δύναμιν, τὴν τὰς νοητικὰς ταύτας

πει κάποιος ότι η δύναμή τους είναι συσσωματωμένη σύμφωνα με το λόγο τους

φαντασίας τε καὶ κινήσεις, ἐκ φυσικῆς ἰδιότητός τε καὶ δυνάμεως

και ενεργεί τις νοητικές αυτές φαντασίες και κινήσεις από τη φυσική ιδιότητα

ἐνεργοῦσαν;

και δύναμη των στοιχείων;

 

»Οἷα δὴ πολλὰ βλέπομεν ὑπὸ τῶν μηχανοποιῶν ἐνεργούμενα, ἐφ᾿ ὧν

»Παραδείγματα τέτοια βλέπουμε πολλά να κάνουν οι μηχανικοί, οι οποίοι με

ἡ ὕλη τεχνικῶς διατεθεῖσα μιμεῖται τὴν φύσιν, οὐκ ἐν τῷ σχήματι μόνῳ

τη τεχνική τους κάνουν την ύλη να μιμείται τη φύση. Δεν δείχνει την

φθόγγον τινὰ δεικνῦσα τὸ ὅμοιον, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις· καί γάρ ἐν

ομοιότητα μόνο στο σχήμα αλλά και σε άλλα· διότι και κινείται

κινήσει γίνεται, καὶ φθόγγον τινά  ὑποκρίνεται, ἠχοῦντος ἐν τῷ

και παράγει κάποιο φθόγγο, ο οποίος ηχεί στο φωνητικό μέρος

φωνητικῷ μέρει τοῦ μηχανήματος, καὶ οὐδέ που νοητήν τινα δύναμιν

του μηχανήματος και πουθενά στα γινόμενα δεν φανταζόμαστε κάποια

γινομένοις ἐνθεωροῦμεν τὴν καθ᾿ ἕκαστον ἐργαζομένην τὸ σχῆμα, τὸ

νοητική δύναμη που στο καθένα να δημιουργεί το σχήμα, το είδος,

εἶδος, τὸν ἦχον, τὴν κίνησιν.

τον ήχο και την κίνηση.

 

»Εἰ ταῦτα λέγομεν καὶ περὶ τὸ μηχανικὸν τοῦτο τῆς φύσεως ἡμῶν

»Κι αν αυτά λέμε ότι συμβαίνουν στα μηχανικά όργανα της φύσεώς μας,

ὄργανον, μηδεμιᾶς κατὰ τὸ ἰδιάζον νοητῆς οὐσίας ἐγκεκραμένης

χωρίς να υπάρχει καμιά νοητική ουσία που να είναι συνυφασμένη με τα

γίνεσθαι, ἀλλά τινος τῇ φύσει τῶν ἐν ἡμῖν στοιχείων κινητικῆς

ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της· αλλά με το να υπάρχει στη φύση των στοιχείων

δυνάμεως ἐγκειμένης, καὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἀποτέλεσμα εἶναι ἤ

μας κάποια δύναμη που δίνει κίνηση, και αποτέλεσμα της ενέργειάς της είναι

οὐδέν ἄλλο ἤ κίνησίς τις ὁρμητική περί τήν γνῶσιν τῶν

τίποτε άλλο παρά μια κίνηση ορμητική που ενεργεί για να γνωρίσει   

σπουδαζομένων ἐνεργουμένη, τί ἄν μᾶλλον διά τούτου τό εἶναι ἐφ᾿

τα πράγματα που ερευνά· με αυτό τί θα αποδεικνύονταν περισσότερο, ότι η  

ἑαυτῆς τὴν νοητὴν ἐκείνην καὶ ἀσώματον τῆς ψυχῆς οὐσίαν

νοητή εκείνη και ασώματη ουσία της ψυχής υπάρχει αφ’ εαυτού της

ἀποδεικνύοιτο, ἢ τὸ μηδόλως εἶναι;».  

ή ότι δεν υπάρχει καθόλου;».

 

14. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Συμμαχεῖ, φησὶ, τῷ λόγῳ καὶ τὸ ὑπόδειγμα, καὶ ἡ

Εκείνη είπε: «Το παράδειγμά σου ταιριάζει με τα επιχειρήματά σου, αλλά

κατασκευὴ πᾶσα τῆς ἀνθυπενεχθείσης ἡμῖν ἀντιῤῥήσεως οὐ μικρὰ

όλη η επιχειρηματολογία της αντιρρήσεως στα δικά που παρουσιάζεται, θ’

συντελέσει πρὸς τὴν τῶν νοηθέντων ἡμῖν βεβαιότητα».

αποτελέσει μεγάλη επιβεβαίωση των απόψεών μας».

 

ΓΡΗΓ. «Πῶς οὖν τοῦτο λέγεις;».

«Πώς ισχυρίζεσαι κάτι τέτοιο;».

 

ΜΑΚΡ. «῞Οτι τοι, φησὶ, τὸ οὕτως εἰδέναι μεταχειρίζεσθαί τι καὶ

«Διότι, απαντά εκείνη, το να γνωρίζεις να χρησιμοποιείς και να διαθέτεις την

διατιθέναι τὴν ἄψυχον ὕλην, ὡς τὴν ἐναποτιθεῖσαν τοῖς μηχανήμασι

άψυχη ύλη κάπως έτσι, ώστε η τέχνη που συγκροτεί τα μηχανήματα να έχει

τέχνην μικροῦ δεῖν ἀντὶ τῆς ψυχῆς τῇ ὕλῃ γίνεσθαι, δι᾿ ὧν κίνησίν τε

σχεδόν τη θέση της ψυχής στην ύλη και να δημιουργεί μ’ αυτά κίνηση,

καὶ ἦχον, καὶ σχήματα, καὶ τὰ τοιαῦτα καθυποκρίνεται, ἀπόδειξις ἂν

ήχο, σχήματα και τις παρόμοιες απομιμήσεις, αυτό αποτελεί απόδειξη ότι κάτι

εἴη τοῦ εἶναί τι τοιοῦτον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ᾧ ταῦτα πέφυκε διὰ τῆς

τέτοιο υπάρχει και στον άνθρωπο. Μ’ αυτό παρουσιάζεται ο άνθρωπος, με τη

θεωρητικῆς καὶ ἐφευρετικῆς δυνάμεως κατανοεῖν τε ἐν ἑαυτῷ καὶ

θεωρητική και εφευρετική δύναμή του, να επινοεί μέσα του και να

προκατασκευάζειν τῇ διανοίᾳ τὰ μηχανήματα, εἶθ᾿ οὕτως εἰς ἐνέργειαν

προκατασκευάζει με τη σκέψη τα μηχανήματα· έπειτα, με την τέχνη, τα θέτει

διὰ τῆς τέχνης ἄγειν, καὶ διὰ τῆς ὕλης δεικνύειν τὸ νόημα. 

σε ενέργεια και υλοποιεί εκείνο που είχε στο νου του.

 

»Πρῶτον γὰρ ὅτι πνεύματός ἐστι χρεία πρὸς τὴν ἐκφώνησιν,

»Και πρώτα αντιλήφθηκε ότι είχε ανάγκη από αέρα για να δημιουργήσει την

κατενόησεν· εἶθ᾿ ὅπως ἂν ἐπινοηθείη πνεῦμα τῷ μηχανήματι τῷ

εκφώνηση. Έπειτα, για να παράγει αέρα με το μηχάνημα, εξέτασε πρώτα με τη

λογισμῷ προεξήτασε, τὴν τῶν στοιχείων φύσιν ἐπισκεψάμενος, ὅτι

σκέψη και ερεύνησε τη φύση των στοιχείων· βρήκε ότι δεν υπάρχει κανένα

οὐδὲν κενὸν ἐν τοῖς οὖσίν ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τὸ βαρύτερον παραθέσει

κενό στα όντα, αλλά το ελαφρύτερο θεωρείται κενό μόνο σε σύγκριση με το

κενὸν τὸ κοῦφον νομίζεται, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἐφ᾿ ἑαυτοῦ κατ᾿ ἰδίαν

βαρύτερο. Διότι, και ο ίδιος ο αέρας στην ιδιαίτερη ιδιοσυστασία του

ὑπόστασιν μεστός τε ὁ ἀὴρ καὶ πλήρης ἐστί. Διάκενον γὰρ τὸ ἀγγεῖον

είναι γεμάτος και πλήρης. Καταχρηστικά μάλιστα λέμε ότι το δοχείο είναι

ἐκ καταχρήσεως λέγεται. ῞Οταν γὰρ τοῦ ὑγροῦ κενὸν ᾖ, οὐδὲν ἧττον

άδειο. Κι όταν είναι άδειο από το υγρό περιεχόμενό του, ο μορφωμένος

μεστὸν ἀέρος πεπαιδευμένος καὶ τοῦτο λέγει.

άνθρωπος πάλι θα πει ότι είναι γεμάτο, από αέρα.

 

»Σημεῖον δὲ τὸν ἐπαχθέντα τῇ λίμνῃ ἀμφορέα μὴ εὐθὺς πληροῦσθαι

»Απόδειξη αυτού αποτελεί και το ότι, όταν ρίξουμε έναν αμφορέα στη λίμνη,

τοῦ ὕδατος, ἀλλ᾿ ἐπιπολάζειν τὰ πρῶτα, τοῦ ἐναπειλημμένου ἀέρος

να μη γεμίζει αμέσως νερό αλλά στην αρχή να επιπλέει· διότι ο περιεχόμενος

ἐπὶ τὸ ἄνω τὸ κοῖλον ἀνέχοντος, ἕως ἂν πιεσθεὶς ὁ ἀμφορεὺς τῇ χειρὶ

αέρας συγκρατεί το κοίλο δοχείο προς τα πάνω, έως ότου πιεστεί ο αμφορέας

τοῦ ἀρυομένου ἐν τῷ βάθει γίνεται, καὶ τοῦτο δέξηται τῷ στόματι τὸ

από το χέρι αυτού που αντλεί νερό· έτσι βυθίζεται, και τότε γεμίζει νερό από

ὕδωρ· οὗ γινομένου δείκνυται τὸ μὴ κενὸν αὐτὸν εἶναι καὶ πρὸ τοῦ

το στόμιο. Μ’ αυτά αποδεικνύεται ότι το δοχείο δεν είναι κενό πριν γεμίσει με

ὕδατος.

νερό.

 

»Μάχη γάρ τις περὶ τῷ στόματι τῶν δύο στοιχείων ὁρᾶται, τοῦ μὲν

Στο στόμιο του δοχείου γίνεται ένα είδος μάχης μεταξύ των δύο στοιχείων· το

ὕδατος ὑπὸ βάρους ἐπὶ τὸ κοῖλον βιαζομένου τε καὶ εἰσρέοντος, τοῦ δὲ

νερό από τη μια σαν βαρύτερο πιέζεται προς τα κάτω και ρέει μέσα στο δοχείο·

ἀέρος τοῦ ἐναπειλημμένου τῷ κοίλῳ διὰ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐπὶ τὸ

κι από την άλλη ο αέρας που βρίσκεται μέσα στο δοχείο, επειδή πιέζεται από

ἔμπαλιν συνθλιβομένου περὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ἀναῤῥέοντος, ὡς καὶ

το νερό, ανεβαίνει προς το ίδιο στόμιο με ορμή και εμποδίζει την είσοδο του

ἀνακόπτεσθαι διὰ τούτου καὶ ἀνακοχλάζειν τὸ ὕδωρ περιαφρίζον τῇ

νερού· γι’ αυτό, με τη δύναμή του ο αέρας, κάνει το νερό να φουσκώνει και

βίᾳ τοῦ πνεύματος.

ν’ αφρίζει.

 

»Ταῦτα οὖν κατενόησε, καὶ ὅπως ἂν ἐντεθείη πνεῦμα τῷ μηχανήματι

»Όλα αυτά, λοιπόν, τα κατανόησε ο άνθρωπος. Γι’ αυτό επινόησε τρόπο πώς,

διὰ τῆς τῶν στοιχείων φύσεως ἐπενόησε. Κοῖλον γάρ τι ἐκ στεγανῆς

με τα στοιχεία της φύσεως, θα εισέρχεται ο αέρας στο μηχάνημα. Κατασκεύασε

ὕλης κατασκευάσας, καὶ πανταχόθεν τὸν ἐν αὐτῷ ἀέρα περισχὼν

ένα κοίλωμα από στερεή ύλη και περιόρισε απ’ όλες τις πλευρές τον αέρα, να

ἀδιάπνευστον, ἐπάγει τὸ ὕδωρ διὰ στόματος τῷ κοίλῳ, κατὰ τὸ

μην μπορεί να βγει έξω. Έπειτα, έχυσε νερό από το στόμιο στο κοίλωμα, αφού

μέτρον τῆς χρείας τὸ ποσὸν συμμετρήσας τοῦ ὕδατος, εἶθ᾿ οὕτως ἐπὶ

το μέτρησε να είναι στην απαιτούμενη ποσότητα· κατόπιν, δίνει  με τον

τὸν παρακείμενον αὐλὸν δίδωσι κατὰ τὸ ἀντικείμενον τῷ ἀέρι τὴν

παρακείμενο αυλό διέξοδο στον αέρα από την αντίθετη πλευρά·

δίοδον, ἐκθλιβόμενος δὲ τῷ ὕδατι βιαιότερον ὁ ἀὴρ πνεῦμα γίνεται·

και ο αέρας με την πίεση του νερού γίνεται δυνατός άνεμος, ο οποίος

ὅπερ ἐκπίπτον τῇ κατασκευῇ τοῦ αὐλοῦ τὸν ἦχον ποιεῖ.

εξερχόμενος παράγει ήχο με την κατασκευή του αυλού.

 

»῏Αρ᾿ οὐ φανερῶς δείκνυται διὰ τῶν φαινομένων, ὅτι ἔστι τις ἐν τῷ

»Αποδεικνύεται, λοιπόν, ξεκάθαρα από τα φαινόμενα ότι υπάρχει μέσα

ἀνθρώπῳ νοῦς ἄλλο τι παρὰ τὸ φαινόμενον, ὁ τῷ ἀειδεῖ τε καὶ νοερῷ

στον άνθρωπο νους, διαφορετικός από τα ορατά· ο νους, με την αόρατη και

τῆς ἰδίας φύσεως ταῦτα ἐν ἑαυτῷ προκατασκευάζων ταῖς ἐπινοίαις,

νοερή φύση του, προκατασκευάζει με την σκέψη του αυτά (τα φαινόμενα) και

εἶθ᾿ οὕτως διὰ τῆς ὑλικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγων τὴν ἔνδον

στη συνέχεια με την ύλη παρουσιάζει προς τα έξω εκείνα που σχεδίασε με

συστᾶσαν διάνοιαν; 

το νου του. Έτσι δεν είναι;

 

»Εἰ γὰρ ἦν κατὰ τὸν ἀντιτεθέντα λόγον ἡμῖν τῇ φύσει τῶν στοιχείων

»Διότι, εάν, σύμφωνα με όσα λένε οι αντιτιθέμενοι,  ήταν δυνατόν αυτά τα

τὰς τοιαύτας θαυματοποιίας λογίζεσθαι, αὐτομάτως ἂν ἡμῖν συνέστη

θαυμαστά γεγονότα να τ’ αποδώσουμε στη φύση των στοιχείων, τότε από μόνα

πάντως τὰ μηχανήματα· καὶ οὔτε ὁ χαλκὸς τὴν τέχνην ἀνέμενεν εἰς τὸ

τους θα δημιουργούνταν τα μηχανήματα. Δεν θα περίμενε ο χαλκός την τέχνη

γενέσθαι ἀνδροείκελον, ἀλλ᾿ εὐθὺ ἂν τοιοῦτος ἐκ φύσεως ἦν· οὐδ᾿ ἂν

για να σχηματίσει άγαλμα, αλλά ευθύς από τη φύση του θα γινόταν. Ούτε ο

τοῦ αὐλοῦ πρὸς τὸν ἦχον ὁ ἀὴρ ἐδεήθη, ἀλλὰ πάντοτε ἂν ἐφ᾿ ἑαυτοῦ

αέρας θα χρειαζόταν τον αυλό για να παράγει ήχο, αλλά πάντοτε από μόνος

ἤχει κατὰ τὸ συμβᾶν, ῥέων τε καὶ κινούμενος· τοῦ τε ὕδατος οὐκ ἂν ἦν

του θα τον παρήγε με την ρέουσα κίνησή του. Ούτε πάλι το νερό, για νά τρέξει

βεβιασμένη διὰ σωλῆνος ἡ πρὸς τό ἄνω φορὰ, τῆς τέχνης ἐκ

προς τα πάνω, θα πιέζονταν από σωλήνα με τεχνική πίεση που σπρώχνει

πιεσμάτων εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἀναθλιβούσης τὴν κίνησιν· ἀλλ᾿

το νερό να κινηθεί με τρόπο που ξεπερνά τη φύση του· αλλά,

αὐτομάτως ἀνίη τὸ ὕδωρ πάντως πρὸς τὸ μηχάνημα, τῇ ἰδίᾳ φύσει

από μόνο του θ’ ανέβαινε το νερό προς το μηχάνημα, γιατί θα το έσπρωχνε

ἐπὶ τὸ ἄνω ὀχετηγούμενον.

προς τα πάνω η ίδια η φύση του.

 

»Εἰ δὲ τούτων κατὰ τὸ αὐτόματόν ἐστιν οὐδὲν ὑπὸ τῆς τῶν στοιχείων

»Εάν, λοιπόν, τίποτε απ’ αυτά δεν γίνεται αυτόματα και δεν ενεργεί από τα ίδια

φύσεως ἐνεργούμενον, ἀλλὰ τέχνῃ πρὸς τὸ δοκοῦν ἕκαστον ἄγεται·

τα στοιχεία της φύσεως, αλλά το καθένα ενεργείται σύμφωνα με τη θέληση, με

ἡ δὲ τέχνη διάνοιά ἐστιν ασφαλής πρός τινα σκοπόν ἐνεργουμένη διά

τη δύναμη της τέχνης· και τέχνη είναι διάνοια σταθερή που ενεργεί για κάποιο

τῆς ὕλης, ἡ δέ διάνοια νοῦ τίς ἐστι οἰκεία κίνησίς τε καὶ ἐνέργεια, ἄρα

σκοπό μέσω της ύλης, ενώ διάνοια είναι φυσική κίνηση και ενέργεια του νου·

καὶ διὰ τῶν ἀντιθέτων ἡμῖν τὸ ἄλλο τι παρὰ τὸ φαινόμενον εἶναι

επομένως, απέδειξε η εξέταση των αντιθέτων επιχειρημάτων στα δικά μας, ότι

τὸν νοῦν ἡ ἀκολουθία τῶν εἰρημένων ἀπέδειξεν».

ο νους είναι κάτι το διαφορετικό από τα φαινόμενα (ορατά)». 

 

15. ΓΡΗΓ. «᾿Εγὼ δὲ, τοῦτο μὲν οὕτως ἔχειν φημὶ καὶ αὐτὸς, τὸ μὴ

«Κι εγώ παραδέχομαι, είπα, ότι έτσι έχουν τα πράγματα· δηλαδή, το μη

ταὐτὸν εἶναι τῷ φαινομένῳ τὸ μὴ φαινόμενον· οὐ μὴν τὸ ζητούμενον

φαινόμενο δεν είναι το ίδιο με το φαινόμενο. Όμως δεν βρίσκω στο επιχείρημα

ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ βλέπω, οὔπω γάρ μοι δῆλόν ἐστιν, ὅ τί ποτε χρὴ

αυτό την απάντηση που ζητώ. Διότι δεν μου είναι ακόμη ξεκάθαρο, τί είναι

νομίζειν ἐκεῖνο εἶναι τὸ μὴ φαινόμενον, ἀλλ᾿ ὅτι μὲν ὑλικόν τι οὐκ ἔστιν

εκείνο που πρέπει να θεωρούμε ως μη φαινόμενο. Ότι δεν είναι ύλη, το έμαθα

ἐδιδάχθην τῷ λόγῳ· οὐδέπω δὲ ἔγνων, ὅ τι περὶ αὐτοῦ προσήκει

απ’ όσα λέχθηκαν. Δεν έμαθα όμως ακόμη τί ακριβώς πρέπει να λέω γι’ αυτό.

λέγειν· ἐγὼ δὲ τοῦτο μάλιστα ἐδεόμην μαθεῖν, οὐχ ὅτι οὐκ ἔστιν,

Και θα επιθυμούσα πολύ περισσότερο να μάθω το εξής, τί είναι ακριβώς

ἀλλ᾿ ὅπερ ἐστίν».

και όχι τί δεν είναι».

 

16. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, «πολλὰ, φησὶ, καὶ περὶ πολλῶν οὕτω μανθάνομεν ἐν

Κι εκείνη απάντησε: «Μαθαίνουμε πολλά για πολλά πράγματα με τον εξής

τῷ μὴ τόδε τι λέγειν εἶναι αὐτὸ τὸ εἶναι τοῦ ζητουμένου, ὅ τί ποτέ ἐστι

τρόπο· εξηγούμε ότι υπάρχει το ζητούμενο, χωρίς να λέμε ποτέ ότι αυτό

διερμηνεύοντες. ᾿Απόνηρον γὰρ εἰπόντες τὸν ἀγαθὸν παρεστήκαμεν,

ακριβώς είναι η ουσία του ζητουμένου. Όταν π.χ. λέμε κάποιον απόνηρο τον

καὶ ἄνανδρον ὀνομάσαντες τὸν δειλὸν ἐγνωρίσαμεν, καὶ πολλὰ

παρουσιάζουμε ως αγαθό· λέγοντας κάποιον άνανδρο τον χαρακτηρίζουμε ως

τούτοις ἔστιν εἰπεῖν ὁμοιότροπα. Δι᾿ ὧν ἢ τὸ χρηστότερον

δειλό· και πολλά παρόμοια παραδείγματα μπορούμε ν’ αναφέρουμε. Με αυτά

ἀναλαμβάνομεν νόημα διὰ τῆς τῶν πονηρῶν ἀποφάσεως, ἢ τὸ

ή παρουσιάζουμε την πιο ορθή έννοια με αποφατικό τρόπο (αναφέρουμε τι δεν

ἔμπαλιν ἐπὶ τὸ χεῖρον ταῖς ὑπονοίαις τρεπόμεθα, τῇ τῶν καλῶν

είναι) ή πάλι παρουσιάζουμε τις κακές έννοιες και δείχνουμε το κακό με την

ἀφαιρέσει τὸ πονηρὸν ἐνδειξάμενοι.

μη αναφορά των καλών.

 

»Οὕτω τοίνυν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος τις λόγου κατανοήσας, οὐκ ἂν

»Έτσι, λοιπόν, και στον παρόντα λόγο εάν κανείς κατανοήσει έτσι τα πράγματα,

τῆς δεούσης περὶ τὸ ζητούμενον ἐννοίας ἀποσφαλείη. Ζητεῖται δὲ τί

δεν θα πέσει έξω στην ορθή έννοια αυτού που ψάχνει. Και ψάχνει τί πρέπει να

χρὴ τὸν νοῦν οἴεσθαι κατ᾿ αὐτὴν τὴν οὐσίαν. ῾Ο τοίνυν τὸ μὲν εἶναι

πιστεύουμε ότι είναι ο νους στην ουσία του. Εκείνος λοιπόν που δεν

τοῦτο, περὶ οὗ ὁ λόγος ἐστὶ, διὰ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ δεικνυμένης ἡμῖν

αμφιβάλλει ότι υπάρχει αυτός (ο νους) για τον οποίο συζητάμε και το στηρίζει

ἐνεργείας μὴ ἀμφιβάλλων, τὸ δὲ ὅ τί ἐστι γνῶναι βουλόμενος, ἱκανῶς

στην ενέργεια που δείχνει σε μας· αλλά επιπλέον να μάθει τί ακριβώς είναι, θα

ἂν εὕροιτο, μὴ τοῦτο μαθεῖν εἶναι αὐτὸ ὃ καταλαμβάνει ἡ αἴσθησις, μὴ

ικανοποιούνταν εάν μάθαινε ότι δεν είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό με τις

χρῶμα, μὴ σχῆμα, μὴ ἀντιτυπίαν, μὴ βάρος, μὴ πηλικότητα, μὴ τὴν εἰς

αισθήσεις, ότι δεν είναι χρώμα ή σχήμα ή σκληρό ή βάρος ή ποιότητα ή

τρία διάστασιν, μὴ τὴν ἐπὶ τόπου θέσιν, μηδέ τι τῶν περὶ τὴν ὕλην

τρισδιάστατο, μήτε καταλαμβάνει χώρο, μήτε γενικά μπορεί να γίνει αντιληπτό

καταλαμβανομένων ὅλως μηδὲν ἴδῃ, τί ἄλλο παρὰ ταῦτά ἐστιν».

με τα χαρακτηριστικά της ύλης ή είναι κάτι άλλο πέρα αυτά».

 

17 ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ μεταξὺ διεξιούσης, «οὐκ οἶδα, ἔφην, πῶς ἔστι,

Εγώ τότε, ενώ συνέχιζε αυτή να μιλάει, πετάχτηκα και είπα: «Δεν γνωρίζω πώς

πάντων τούτων ἀφαιρουμένων τοῦ λόγου, μὴ συνεξαλειφθῆναι

είναι δυνατόν, εάν όλα αυτά αφαιρεθούν από τον ορισμό (του νου), να μην

τούτοις καὶ τὸ ζητούμενον. Τίνι γὰρ προσφυῇ δίχα τούτων ἡ

γίνεται να εξαλειφθεί και αυτό που ζητάμε. Διότι, χωρίς αυτά, που θα βασιστεί

καταληπτικὴ περιεργία, κατά γε τὴν ἐμὴν ὑπόληψιν οὔπω ὁρᾶται.

η αντιληπτική ικανότητα; Πουθενά δεν βλέπω εγώ, σύμφωνα με την αντίληψή

Πανταχῆ γὰρ ἐν τῇ τῶν ὄντων ἀναζητήσει διὰ τῆς ἐξεταστικῆς

μου. Διότι παντού, στην αναζήτηση των όντων με την ερευνητική ικανότητα

διανοίας ὅσον τε τὸ ζητούμενον, ὥσπερ τινὲς τυφλοὶ διὰ τοίχων ἐπὶ

της διάνοιας, σχετικά με το ζητούμενο, όπως οι τυφλοί πιανόμαστε στους

τὴν θύραν χειραγωγούμενοι, ἑνὸς τῶν εἰρημένων πάντως θιγγάνομεν,

τοίχους, για να βρούμε την πόρτα· έτσι κι εδώ ακουμπάμε σ’ ένα από

ἢ χρῶμα εὑρίσκοντες, ἢ σχῆμα, ἢ πηλικότητα, ἤ τι τῶν παρὰ σοῦ νῦν

αναφερθέντα στοιχεία, είτε είνα χρώμα είτε σχήμα είτε ποιότητα είτε κάτι άλλο

ἀπηριθμημένων ἕτερον· ὅταν δὲ τούτων μηδὲν εἶναι λέγηται ἂν, εἰς τὸ

απ’ αυτά που απαρίθμησες παραπάνω. Όταν λοιπόν λέμε ότι το ζητούμενο δεν

μηδόλως τι εἶναι οἴεσθαι ὑπὸ μικροψυχίας περιαγόμεθα».  

είναι κανένα απ’ αυτά, τότε από μικροψυχία οδηγούμαστε να πιστεύουμε ότι

αυτό (ο νους) δεν είναι απολύτως τίποτε».

 

ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ σχετλιάσασα μεταξὺ τοῦ λόγου, «Φεῦ τῆς ἀτοπίας,

Εκείνη στενοχωρήθηκε και στο μέσο του λόγου μου είπε: «Τί ανοησία! Σε ποιό

φησὶν, εἰς οἷον καταστρέφει πέρας ἡ μικροφυὴς αὕτη καὶ χαμαίζηλος

επίπεδο πέφτει η στενόμυαλη και χαμηλή αυτή αντίληψη για τα όντα!

περὶ τῶν ὄντων κρίσις. Εἰ γὰρ ἐξῄρηται τοῦ ὄντος ἅπαν ὃ μὴ τῇ

Διότι, αν αφαιρεθεί από τα όντα κάθε τι που δεν γίνεται αντιληπτό με τις

αἰσθήσει γνωρίζεται, οὐδ᾿ ἂν αὐτὴν τὴν τοῦ παντὸς ἐπιστατοῦσαν καὶ

αισθήσεις, τότε εκείνος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει να παραδεχτεί ότι

περιδεδραγμένην τῶν ὄντων δύναμιν ὁμολογοίη πάντως ὁ τοῦτο

δεν υπάρχει ούτε αυτή η δύναμη (Θεός) που επιστατεί και συγκρατεί τα όντα.

λέγων, ἀλλὰ τὸ ἀσώματόν τε καὶ ἀειδὲς περὶ τῆς θείας φύσεως

Αλλά, αφού μάθει ότι η θεία φύση είναι ασώματη και αόρατη, θα συμπεράνει

διδαχθεὶς, τὸ μὴ εἶναι αὐτὴν ὅλως ἐκ τῆς τοιαύτης πάντως ἀκολουθίας

σύμφωνα μ’ αυτή τη συλλογιστική ότι δεν υπάρχει και καθόλου. Εάν όμως εκεί

λογίζεται. Εἰ δὲ ἐκεῖ τὸ ταῦτα μὴ εἶναι περιγραφὴ τοῦ εἶναι οὐ γίνεται,

(στο Θεό), το ότι δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν σημαίνει ότι και

πῶς ὁ ἀνθρώπινος νοῦς τοῦ ὄντος ἐκθλίβεται τῇ ἀφαιρέσει τῶν

Αυτός δεν υπάρχει, πώς ο νους του ανθρώπου αποκλείεται να υπάρχει σαν να

σωματικῶν ἰδιωμάτων συνδαπανώμενος»;

χάνεται μαζί με τις σωματικές ιδιότητες που αποκλείστηκαν»;

 

18. ΓΡΗΓ. «Οὐκοῦν, εἶπον, ἐξ ἀτόπων μεταλαμβάνομεν ἕτερον ἄτοπον

«Λοιπόν, είπα, με τη σειρά αυτή των επιχειρημάτων πηγαίνουμε από άτοπο σε

διὰ τῆς ἀκολουθίας ταύτης. Περίκειται γὰρ ὁ λόγος ἡμῖν εἰς τὸ ταὐτὸν

άτοπο. Διότι τα επιχειρήματα του λόγου μας στρέφονται γύρω από την ταύτιση

οἴεσθαι τῇ θείᾳ φύσει καὶ τὸν νοῦν τὸν ἡμέτερον, εἴπερ τῇ ὑπεξαιρέσει

και του δικού μας νου με τη θεία φύση, αφού νοούμε και τον ένα και την άλλη

τῶν κατ᾿ αἴσθησιν εὑρισκομένων νοεῖται ἑκάτερον».

με την αφαίρεση των ιδιοτήτων των αισθήσεων».

 

ΜΑΚΡ. «Μὴ ταὐτὸν εἴπῃς, φησὶν ἡ διδάσκαλος ἀσεβὴς γὰρ καὶ οὗτος ὁ

Και η δασκάλα απάντησε: «Μη λές ότι ταυτίζονται (ο νους και ο Θεός)· αυτός

λόγος, ἀλλ᾿ ὡς ἐδιδάχθης παρὰ τῆς θείας Γραφῆς, ὅμοιον εἰπὲ τοῦτο

ο λόγος είναι ασέβεια. Αλλά, όπως σε δίδαξε η Αγία Γραφή, να λές οτι αυτός

ἐκείνῳ. Τὸ γὰρ κατ᾿ εἰκόνα γενόμενον διὰ πάντων ἔχει πάντως τὴν

(ο νους) είναι όμοιος μ’ εκείνον (το Θεό). Διότι εκείνο που δημιουργήθηκε κατ’

πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ὁμοιότητα, νοερὰν τοῦ νοεροῦ, καὶ τοῦ ἀσωμάτου

εικόνα έχει ομοιότητα σε όλα με το αρχέτυπο: το νοερό με το νοερό, το

ἀσώματον, ὄγκου τε παντὸς ἀπηλλαγμένον ὥσπερ ἐκεῖνο, καὶ πᾶσαν

ασώματο με το ασώματο· είναι απαλλαγμένο από κάθε όγκο όπως εκείνο· και

ἐκφεῦγον διὰ σημαντικὴν καταμέτρησιν ὁμοίως ἐκείνῳ· ἄλλο δέ τι παρ᾿

δεν μετριέται με καμμία μέτρηση πάλι όπως εκείνο (αρχέτυπο)· αλλά στη φύση

ἐκεῖνο κατὰ τὴν τῆς φύσεως ἰδιότητα.

του είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο.

 

»Οὐκέτι γὰρ ἂν εἴη εἰκὼν, εἰ ἐκείνῳ δι᾿ ἁπάντων εἴη ταὐτὸν, ἀλλ᾿ ἐν οἷς

»Διότι, αν ήταν σε όλα ίδιο μ’ εκείνο, δεν θα ήταν εικόνα του· αλλά, όπως στις

ἐν τῇ ἀκτίστῳ φύσει καθορᾶται ἐκεῖνο, ἐν τοῖς αὐτοῖς ἡ κτιστὴ φύσις

ιδιότητες της ακτίστου φύσεως βλέπουμε εκείνο (το κτιστό), παρόμοια και η

δείκνυσι τοῦτο· καὶ ὥσπερ πολλάκις ἐν μικρῷ ψήγματι ὑελίνῃ, ὅταν

κτιστή φύση δείχνει αυτό (άκτιστο). Και όπως πολλές φορές συμβαίνει σε μικρό

τύχῃ πρὸς ἀκτῖνα κείμενον, ὅλος ἐνορᾶται τοῦ ἡλίου ὁ κύκλος, οὐ κατὰ

γιάλινο κατασκεύασμα, όταν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ήλιου, βλέπουμε

τὸ ἴδιον μέγεθος αὐτῷ ἐμφαινόμενος, ἀλλ᾿ ὡς χωρεῖ βραχύτης τοῦ

όλο το δίσκο του ήλιου, όχι βέβαια στο πραγματικό του μέγεθος αλλ’ όσο το

ψήγματος τοῦ κύκλου τὴν ἔμφασιν· οὕτως ἐν τῇ βραχύτητι τῆς

μικρό μέγεθος του αντικειμένου επιτρέπει τη θέα του ηλιακού δίσκου· έτσι

ἡμετέρας φύσεως τῶν ἀφράστων ἐκείνων τῆς θεότητος ἰδιωμάτων αἱ

γίνεται να καθρεφτίζονται στα μικρά όρια της δικής μας φύσεως εκείνες οι

εἰκόνες ἐκλάμπουσιν, ὥστε διὰ τούτων τὸν λόγον χειραγωγούμενον,

ανείπωτες ιδιότητες του Θεού· γίνεται έτσι, ώστε η σκέψη να καθοδηγείται

μήτε ἀποπίπτειν τῆς κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ νοῦ καταλήψεως,

απ’ αυτές (θείες ιδιότητες) και να μην αστοχεί να κατανοήσει το νου στην

ἀποκαθαιρομένης ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ σκέμματος τῆς σωματικῆς

ουσία του, επειδή καθαρίζεται στην πορεία της έρευνάς της από τις σωματικές

ἰδιότητος· μηδ᾿ αὖ πάλιν εἰς ἶσον ἄγειν τῇ ἀορίστῳ τε καὶ ἀκηράτῳ

ιδιότητες. Ούτε πάλι να εξισώνει τη μικρή και πρόσκαιρη (ανθρώπινη) φύση

φύσει, τὴν μικρὰν καὶ ἐπίκηρον· ἀλλὰ νοητὴν μὲν οἴεσθαι τὴν οὐσίαν·

με την αόρατη και καθαρή (θεία) φύση· αλλά, να θεωρεί ότι (ο νους) έχει νοητή

ἐπειδὴ καὶ νοητῆς οὐσίας ἐστὶν εἰκὼν, μὴ μέντοι τὴν αὐτὴν τῷ

ουσία. Επειδή όμως αυτός αποτελεί εικόνα νοητής ουσίας, να μην λέει ότι

ἀρχετύπῳ τὴν εἰκόνα λέγειν.

ταυτίζεται η εικόνα με το αρχέτυπο.

 

»῞Ωσπερ οὖν διὰ τῆς ἀποῤῥήτου σοφίας τοῦ Θεοῦ τῆς τῷ παντὶ

»Συμβαίνει, λοιπόν, όπως με την άρρητη σοφία του Θεού που φαίνεται παντού·

ἐμφαινομένης τὴν θείαν φύσιν τε καὶ δύναμιν ἐν πᾶσι τοῖς οὖσιν εἶναι

δεν αμφιβάλλουμε ότι η θεία φύση και δύναμη βρίσκεται μέσα σ’ όλα τα όντα,

οὐκ ἀμφιβάλλομεν, ὡς ἂν ἐν τῷ εἶναι τὰ πάντα μένοι· καί τοί γε εἰ τὸν

για να διατηρούνται αυτά στην ύπαρξη. Βέβαια, αν απαιτούσες τον ορισμό της

τῆς φύσεως ἀπαιτοίης λόγον, παμπλήθως ἀπέχει οὐσία Θεοῦ πρὸς τὰ

θείας φύσεως, η ουσία του Θεού απέχει άπειρα από κάθε φαινόμενο και

καθ᾿ ἕκαστον ἐν τῇ κτίσει δεικνύμενά τε καὶ νοούμενα· ἀλλ᾿ ὅμως ἐν

νοούμενο της κτίσεως. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, όλοι δέχονται ότι αυτό που

τούτοις εἶναι τὸ διεστὸς κατὰ τὴν φύσιν ὁμολογεῖται·

διαφέρει στη φύση (άκτιστο) βρίσκεται μέσα σ’ αυτά (κτιστά).

 

»οὕτως οὐδὲν ἄπιστον καὶ τὴν τῆς ψυχῆς οὐσίαν, ἄλλο τι καθ᾿ ἑαυτὴν

»Έτσι, δεν είναι καθόλου απίστευτο ότι και η ουσία της ψυχής –η οποία

οὖσαν, ὅ τί ποτε καὶ εἶναι εἰκάζεται, μὴ ἐμποδίζεσθαι πρὸς τὸ εἶναι, τῶν

οτιδήποτε κι αν υποθέτουμε ότι είναι, είναι κάτι άλλο καθ’ εαυτήν–, να μη

στοιχειωδῶς ἐν τῷ κόσμῳ θεωρουμένων οὐ συμβαινόντων αὐτῇ κατὰ

συναντά εμπόδια υπάρξεως· παρόλο που, όσα στοιχειωδώς παρατηρούνται στον

τὸν λόγον τῆς φύσεως· οὐδὲ ἐπὶ τῶν ζώντων σωμάτων, καθὼς ἤδη

κόσμο, δεν συμβαίνουν και στη δική της φύση. Ούτε στα ζωντανά σώματα στα

προείρηται, οἷς ἡ ὑπόστασις ἐκ τῆς τῶν στοιχείων ἐστὶ συγκράσεως,

οποία, όπως είπαμε παραπάνω, η υπόσταση προέρχεται από τη σύγκραση των

κοινωνία τις κατὰ τὸν τῆς οὐσίας λόγον ἐστὶ τῷ ἁπλῷ τε καὶ ἀειδεῖ

στοιχείων, υπάρχει από την πλευρά της ουσίας κάποια κοινωνία της απλής και

τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν σωματικὴν παχυμερίαν· ἀλλ᾿ ὅμως τὸ ἐν τούτοις

χωρίς μορφή ψυχής με την παχύτητα του σώματος. Όμως, δεν υπάρχει καμιά

εἶναι τὴν ζωτικὴν τῆς ψυχῆς ἐνέργειαν, οὐκ ἀμφιβάλλεται, λόγῳ τινὶ

αμφιβολία ότι και σ’ αυτά (τα σώματα) βρίσκεται η ζωτική ενέργεια της ψυχής,

κρείττονι τῆς ἀνθρωπίνης κατανοήσεως ἀνακραθεῖσαν.

η οποία αναμίχθηκε μ’ αυτά με τρόπο που ξεπερνά την ανθρώπινη αντίληψη.

 

»Οὐκοῦν οὐδὲ ἀναλυσάντων πρὸς ἑαυτὰ τῶν ἐν τοῖς σώμασι

»Επομένως, ούτε όταν διαλυθούν μεταξύ τους τα στοιχεία που αποτελούν το

στοιχείων, τὸ συνδέον αὐτὰ διὰ τῆς ζωτικῆς ἐνεργείας ἀπόλωλεν.

σώμα, δεν χάνεται αυτό που τα συνδέει με τη ζωτική ενέργεια. Αλλ’ όπως,

᾿Αλλ᾿ ὥσπερ συνεστῶτος ἔτι τοῦ τῶν στοιχείων συγκρίματος

όταν το συγκρότημα που αποτελείται από τα στοιχεία παίρνει τη σύστασή του,

ψυχοῦται καὶ τὰ καθ᾿ ἕκαστον, ἴσως τε καὶ ὁμοίως πᾶσι τοῖς μέρεσι τοῖς

τότε και το κάθε στοιχείο του σώματος παίρνει τη δύναμη της ψυχής· διότι η

ψυχή εξίσου και με όμοιο τρόπο εισέρχεται

συμπληροῦσι τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς ἐνδυομένης, καὶ οὐκ ἄν τις εἴποι, οὔτε

σε όλα τα μέρη που συναποτελούν το σώμα· και κανείς δεν μπορεί να πει (για

στεῤῥὰν αὐτὴν καὶ ἀντίτυπον εἶναι, τῷ γεώδει συγκεκραμένην, οὔτε

την ψυχή) ούτε ότι είναι στερεή και σκληρή καθώς είναι ενωμένη με τα γεώδη

ὑγρὰν, ἢ ψυχρὰν ἢ τὴν τῷ ψυχρῷ ἀντικειμένην ποιότητα, τὴν ἐν

στοιχεία, ούτε ότι είναι υγρή ή ψυχρή ή ποιότητα αντίθετη στην ψυχρότητα·

πᾶσιν οὖσαν τούτοις, καὶ ἑκάστῳ τὴν ζωτικὴν δύναμιν ἐνιοῦσαν·

κι όλα αυτά, παρόλο που βρίσκεται μέσα σ’ όλα αυτά (τα στοιχεία) και

μεταδίδει στο καθένα τη ζωτική της δύναμη.

 

»οὕτω, καὶ λυθέντος τοῦ συγκρίματος, καὶ εἰς τὰ οἰκεῖα πάλιν

Έτσι, κι όταν διαλυθεί η σύνθεση του σώματος και τα στοιχεία του πηγαίνουν

ἀναδραμόντος, τὴν ἁπλῆν ἐκείνην καὶ ἀσύνθετον φύσιν ἑκάστῳ

όπου ανήκουν, είναι εύλογο να θεωρούμε ότι, και μετά τη διάλυση, εκείνη η

παρεῖναι τῶν μερῶν, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν οἴεσθαι, οὐδὲν τοῦ εἰκότος

απλή και ασύνθετη φύση (της ψυχής) βρίσκεται σε κάθε διαλυόμενο μέρος.

ἐστίν· ἀλλὰ τὴν ἅπαξ ἀῤῥήτῳ τινὶ συμφυεῖσαν λόγῳ τῷ τῶν

Και είναι εύλογο να θεωρούμε ότι (η ψυχή), που συνδέθηκε άπαξ με τρόπο

στοιχείων συγκρίματι, καὶ εἰσαεὶ παραμένειν, οἷς κατεμίχθη, μηδενὶ

απερίγραπτο με τα συστατικά στοιχεία του σώματος, θα παραμένει για πάντα

τρόπῳ τῆς γινομένης ἅπαξ αὐτῇ συμφυΐας ἀποσπωμένην. Οὐ γὰρ

μ’ αυτά που αναμίχθηκε, χωρίς ν’ αποσπάται με κανένα τρόπο με τη μία και

ἐπειδὴ λύεται τὸ συγκείμενον, κινδυνεύει συνδιαλυθῆναι τῷ συνθέτῳ

μοναδική ένωσή της (με το σώμα). Διότι δεν συμβαίνει, επειδή διαλύεται η

τὸ μὴ συγκείμενον».  

σύσταση των σωματικών στοιχείων, να κινδυνεύει να διαλυθεί ταυτόχρονα

μαζί με το σύνθετο και το άμικτο και ασύνθετο (της ψυχής)».

 

19. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ εἶπον, «᾿Αλλὰ τὰ μὲν στοιχεῖα συμπίπτειν τε πρὸς

 Κι εγώ είπα: «Κανείς βέβαια δεν αντιλέγει ότι τα στοιχεία ενώνονται μεταξύ

ἄλληλα, καὶ πρὸς ἀλλήλων διακρίνεσθαι, καὶ τοῦτο εἶναι τὴν τοῦ

τους και πάλι χωρίζονται, και αυτό αποτελεί τη σύσταση αλλά και τη διάλυση

σώματος σύστασίν τε καὶ διάλυσιν, οὐδεὶς ἂν ἀντείποι. ᾿Επειδὴ δὲ πολὺ

του σώματος. Επειδή μάλιστα αυτά απέχουν πολύ

τὸ μέσον ἑκάστῳ νοεῖται τούτων ἑτερογενῶς ἐχόντων πρὸς ἄλληλα,

μεταξύ τους και διαφέρουν το ένα απο το άλλο και σχετικά

κατά τε τὴν τοπικὴν θέσιν, καὶ τὴν τῶν ποιημάτων διαφοράν τε καὶ

με τη θέση τους στο χώρο και με τη διαφορετική και ιδιαίτερη ποιότητά τους·

ἰδιότητα, συνδεδραμηκότων μὲν ἀλλήλοις περὶ τὸ ὑποκείμενον τῶν

όταν, λοιπόν, συγκεντρωθούν μεταξύ τους όλα τα στοιχεία στο υποκείμενο,

στοιχείων, τὴν νοερὰν ταύτην καὶ ἀδιάστατον φύσιν ἣν καλοῦμεν

είναι επόμενο να έχουν σύμφυτη προς αυτή την ενότητα την ίδια τη νοερή

ψυχὴν, ἀκόλουθον συμφυῶς πρὸς τὸ ἡνωμένον ἔχειν·

και αδιαίρετη φύση, την οποία την ονομάζουμε ψυχή.

 

»εἰ δὲ ἀπ᾿ ἀλλήλων διακριθείη ταῦτα, κἀκεῖσε γένοιτο, ὅπηπερ ἂν

»Όταν όμως αυτά τα στοιχεία χωριστούν μεταξύ τους και πάει το καθένα εκεί

ἕκαστον ἡ φύσις ἄγοι, τὶ πείσεται ἡ ψυχὴ πολλαχῆ τοῦ ὀχήματος αὐτῇ

που η φύση το οδηγεί, τότε τί θα πάθει η ψυχή που το όχημά της (το σώμα)

διασπαρέντος· ὥσπερ τις ναύτης τῆς ὁλκάδος ἐν ναυαγίῳ διαλυθείσης

σκορπίσει σε πολλά σημεία; Συμβαίνει ό,τι μ’ ένα ναύτη, που διαλύεται το

ἀδυνατῶν πᾶσι τοῖς τοῦ πλοίου μορίοις ἄλλοις ἀλλαχῆ τοῦ πελάγους

πλοίο του σε ναυάγιο· αδυνατεί να κολυμπάει συγχρόνως σε όλα τα μέρη του

ἐσκεδασμένοις κατ᾿ αὐτὸν ἐπινήξασθαι παντὸς γὰρ τοῦ ἐπιτυχοῦντος

πλοίου που σκόρπισαν σε πολλά σημεία του πελάγους· θα πιάσει εκείνο που θα

λαβόμενος τὰ λοιπὰ φέρειν καταλείψει τοῖς κύμασι, τὸν αὐτὸν τρόπον

τύχει μπροστά του και τα υπόλοιπα θα τ’ αφήσει στην τύχη των κυμάτων. Κατά

ἡ ψυχὴ τῇ διακρίσει τῶν στοιχείων συνδιασχισθῆναι τὴν φύσιν οὐκ

τον ίδιο τρόπο και η ψυχή, επειδή από τη φύση της δεν μπορεί να διασπαστεί

ἔχουσα, εἴπερ δυσαπαλλάκτως ἔχει τοῦ σώματος, ἑνί τινι πάντως

ανάλογα με τα στοιχεία, αλλά και επειδή δεν μπορεί ν’ αποχωριστεί το σώμα,

προσφυεῖσα στοιχείων, τῶν ἄλλων ἀποσχισθήσεται, καὶ οὐδὲν μᾶλλον

πάντως σίγουρα θα προσδεθεί σ’ ένα από τα στοιχεία και θα χωριστεί από τα

ἀθάνατον αὐτὴν διὰ τὸ ἐν ἑνὶ ζῇν, ἢ θνητὴν, διὰ τὸ ἐν τοῖς πλείοσι μὴ

υπόλοιπα. Μάλιστα, η λογική δεν επιτρέπει να πιστεύουμε ότι η ψυχή γίνεται

εἶναι, ἡ ἀκολουθία τοῦ λόγου δίδωσιν οἴεσθαι.

λιγότερο αθάνατη επειδή ζει σ’ ένα στοιχείο, αλλά ούτε κι ότι γίνεται θνητή

επειδή δεν ζει σε περισσότερα στοιχεία. 

 

20. ΜΑΚΡ. «᾿Αλλ᾿ οὔτε συστέλλεται, φησὶν, οὔτε διαχεῖται τὸ νοητόν τε

«Αλλά, λέει εκείνη, το νοητό και αδιάστατο ούτε συστέλλεται ούτε

καὶ ἀδιάστατον σωμάτων γὰρ ἴδιον συστολὴ καὶ διάχυσις, ἐπίσης δὲ

διαστέλλεται ­–διότι η συστολή και η διαστολή είναι χαρακτηριστικό των

κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν τὴν ἀειδῆ καὶ ἀσώματον τῇ τε συγκρίσει τῶν

σωμάτων· καθόσον (η ψυχή), σύμφωνα με την αΐδιο και ασώματη φύση της,

στοιχείων περὶ τὸ σῶμα καὶ τῇ διακρίσει πάρεστιν, συνεσφιγμένων

παραβρίσκεται εξίσου και στη σύσταση των στοιχείων γύρω στο σώμα και στη

ἐν τῷ συγκρίματι τῶν στοιχείων στενοχωρουμένη, οὔτε

διάλυσή τους· ούτε στενοχωρείται όταν τα στοιχεία συνθέτουν το σώμα ούτε

ἀποφοιτησάντων ἐπὶ τὰ συγγενῆ, καὶ κατὰ φύσιν αὐτοῖς

όταν διαλύονται στα οικεία τους και γυρίζουν στη φύση απ’ όπου προήλθαν·

ἀπολιμπανομένη, κἂν πολὺ τὸ μέσον εἶναι δοκεῖ τὸ τῆς ἑτερότητος

παρά το ότι θεωρείται πολύ μεγάλη η απόσταση μεταξύ των στοιχείων, λόγω

τῶν στοιχείων ἐνθεωρούμενον.

της ετερότητας της φύσεώς τους.

 

»Πολλὴ γὰρ ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνωφεροῦς τε καὶ κούφου πρὸς τὸ βαρὺ

»Διότι, πράγματι, είναι μεγάλη η διαφορά του ελαφρού και άδειου από το

καὶ γεῶδες, τοῦ θερμοῦ πρὸς τὸ ψυχρὸν, καὶ τοῦ ὑγροῦ πρὸς τὸ

βαρύ και στέρεο· του θερμού από το ψυχρό, του υγρού από το αντίθετό του.

ἐναντίον· ἀλλ᾿ ὅμως οὐδεὶς πόνος τῇ νοερᾷ φύσει ἑκάστῳ παρεῖναι,

Καμιά δυσκολία όμως δεν υπάρχει στο να βρίσκεται η νοερή φύση σε καθένα

οἷς ἅπαξ ἐνεφύη, διὰ κράσεως μὴ συνδιασχιζομένη τῇ τῶν στοιχείων

απ’ αυτά, με τα οποία μια και μοναδική φορά ενώθηκε με μίξη, και δεν

ἐναντιότητι.

κομματιάζεται εξαιτίας της αντίθεσης των στοιχείων μεταξύ τους.

 

»Οὐ γὰρ ἐπειδὴ κατὰ τὴν τοπικὴν διάστασιν, καὶ τὴν ποίαν ἰδιότητα,

»Δηλαδή, επειδή θεωρείται ότι τα στοιχεία απέχουν μεταξύ τους πολύ και

πόῤῥωθεν ἀλλήλων ταῦτα νομίζεται, διὰ τοῦτο κάμνει ἡ ἀδιάστατος

τοπικά και ποιοτικά, γι’ αυτό δεν κουράζεται η αχώριστη φύση να συνδέεται

φύσις τοῖς τοπικῶς διεστηκόσι συναπτομένη, ἐπεὶ καὶ νῦν ἔξεστι τῇ

μ’ αυτά που απέχουν τοπικά μεταξύ τους. Επειδή και τώρα επιτρέπεται στο νου

διανοίᾳ ὁμοῦ τε τὸν οὐρανὸν θεωρεῖν, καὶ ἐπὶ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου

να θεωρεί και τον ουρανό αλλά και να επεκτείνεται στα πέρατα του κόσμου με

ταῖς πολυπραγμοσύναις ἐκτείνεσθαι· καὶ οὐ διασπᾶται πρὸς τοσαῦτα

την πολυπραγμοσύνη του· και παρ’ όλ’ αυτά, η θεωρητική δύναμη της ψυχής

μήκη τὸ θεωρητικὸν τῆς ψυχῆς ἡμῶν διατεινόμενον.

μας, με την επέκτασή της σε τόσο μεγάλες αποστάσεις, δεν διασπάται.

 

»Οὐκοῦν οὐδὲν ἐμπόδιόν ἐστι τῇ ψυχῇ κατὰ τὸ ἶσον παρεῖναι τοῖς τοῦ

»Επομένως, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει στην ψυχή να παραβρίσκεται εξίσου

σώματος στοιχείοις, καὶ συγκεκραμένοις διὰ τῆς συνδρομῆς, καὶ

στα στοιχεία του σώματος, και όταν συγκροτούν τη σύνθεση και όταν

ἀπολυομένοις διὰ τῆς ἀνακράσεως. Καθάπερ γὰρ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου

σκορπίζουν με τη διάλυση. Όπως ακριβώς συμβαίνει, όταν λειώνουν μαζί το

συντετηκότων ἐνθεωρεῖταί τις τεχνικὴ δύναμις ἡ τὰς ὕλας συντήξασα·

χρυσάφι και το ασήμι· υπονοείται ότι υπάρχει κάποια τεχνική δύναμη που

καὶ εἰ πάλιν ἀποτακείη τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον, οὐδὲν ἔλαττον ὁ τῆς

έλιωσε τις δύο ύλες. Κι όταν πάλι μετά το λιώσιμο η μία ύλη χωριστεί από την

τέχνης λόγος ἐν ἑκατέρῳ μένει· καὶ ἡ μὲν ὕλη διεμερίσθη, ἡ δὲ τέχνη οὐ

άλλη, η δύναμη της τεχνικής διατηρείται εξίσου και στις δύο· η ύλη, λοιπόν,

συνδιετμήθη τῇ ὕλῃ· πῶς γὰρ ἂν διαιρεθείη τὸ ἄτμητον;

χωρίστηκε, ενώ η τεχνική δεν ακολούθησε το χωρισμό των υλών. Διότι, πώς θα

διαιρεθεί το αδιαίρετο;

 

»κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ νοερὰ τῆς ψυχῆς φύσις, καὶ τῇ συνδρομῇ

»Κατά τον ίδιο τρόπο και η νοερή φύση της ψυχής συνυπάρχει με τα στοιχεία

τῶν στοιχείων ἐνθεωρεῖται, καὶ διαλυθέντων οὐκ ἀποκρίνεται, ἀλλὰ

που ενώνονται (στο σώμα)· κι όταν αυτά διαλυθούν, δεν διασπάται αλλά

καὶ ἐν αὐτοῖς μένει καὶ ἐν τῷ χωρισμῷ αὐτῶν συμπαρεκτεινομένη οὐ

διατηρείται σ’ αυτά· μετά το χωρισμό τους, επεκτείνεται μαζί τους χωρίς να

διακόπτεται, οὐδὲ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στοιχείων εἰς μερικὰ τμήματα

διακόπτει την επαφή μ’ αυτά, και χωρίς να κομματιάζεται σε μικρά τεμάχια

κατακερματίζεται. Τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς σωματικῆς καὶ διαστηματικῆς

ανάλογα με τον αριθμό των στοιχείων. Διότι η διαίρεση αποτελεί

ἐστι φύσεως· ἡ δὲ νοερά τε καὶ ἀδιάστατος φύσις τὰ ἐκ διαστάσεως οὐκ

χαρακτηριστικό γνώρισμα της σωματικής και διαιρετής φύσεως· ενώ η νοερή

ἀναδέχεται πάθη.  

και αχώριστη φύση δεν επιδέχεται τις ιδιότητες της διαίρεσης.

 

»Οὐκοῦν ἐστιν ἐν αὐτοῖς ἡ ψυχὴ, ἐν οἷς ἅπαξ ἐγένετο, οὐδεμιᾶς ἀνάγκης

»Υπάρχει, επομένως, η ψυχή μέσα σ’ αυτά, που μία και μοναδική φορά εισήλθε·

τῆς πρὸς ἐκεῖνα συμφυΐας αὐτὴν ἀποσπώσης. Τί οὖν τὸ σκυθρωπὸν ἐν

και καμιά δύναμη δεν την αποσπά από την ένωσή της μ’ αυτά. Ποιό σκοτεινό

τούτοις ἐστὶν, εἰ τοῦ ὁρωμένου τὸ ἀειδὲς ἀνταλλάσσεται; καὶ ὑπὲρ

σημείο, λοιπόν, υπάρχει σ’ αυτά; Ότι το αόρατο ανταλλάσσεται με το ορατό;

τίνος οὕτω διαβέβληταί σοι πρὸς τὸν θάνατον ἡ διάνοια;».

Γιατί έχει επηρεαστεί τόσο αρνητικά ο νους σου προς το θάνατο;».

 

21. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ, ἀναλαβὼν τῇ διανοίᾳ τὸν ὁρισμὸν, ὃν ἐν τοῖς πρὸ

Εγώ τότε, αφού έλαβα υπόψη μου τον ορισμό για την ψυχή που εκείνη

τούτου λόγοις περὶ ψυχῆς ἐποιήσατο, «οὐχ ἱκανῶς εἶπον ἐνδεδεῖχθαί

προηγουμένως είχε πει, απάντησα: «τα επιχειρήματά σου δεν μου απέδειξαν

μοι τὸν λόγον ἐκεῖνον τὰς ἐνθεωρουμένας τῇ ψυχῇ δυνάμεις· ὅς φησι

επαρκώς τις δυνάμεις που θεωρούμε ότι κατέχει η ψυχή. Ο ορισμός λέει ότι η

νοερὰν αὐτὴν εἶναι οὐσίαν, καὶ τῷ ὀργανικῷ σώματι ζωτικὴν δύναμιν

ψυχή είναι νοερή ουσία και ότι εισάγει στον οργανισμό του σώματος δύναμη

πρὸς τὴν τῶν αἰσθήσεων ἐνέργειαν ἐμποιεῖν· οὐ γὰρ μόνον περὶ τὴν

ζωής για να ενεργούν οι αισθήσεις. Διότι η ενέργεια της ψυχής δεν

ἐπιστημονικήν τε καὶ θεωρητικὴν διάνοιαν ἐνεργός ἐστιν ἡμῶν ἡ ψυχὴ,

περιορίζεται μόνο στην επιστημονική και θεωρητική έρευνα, εργαζόμενη μόνο

ἐν τῷ νοερῷ τῆς οὐσίας τὸ τοιοῦτον ἐργαζομένη, οὐδὲ τὰ αἰσθητήρια

στα όρια της νοερής ουσίας της· ούτε πάλι χρησιμοποιεί τις αισθήσεις για να

μόνα πρὸς τὴν κατὰ φύσιν ἐνέργειαν οἰκονομεῖ· ἀλλὰ πολλὴ μὲν ἡ κατὰ

ενεργεί με αυτές σύμφωνα με τα όρια της φύσεως. Αλλά, παρατηρείται στη

ἐπιθυμίαν, πολλὴ δὲ καὶ ἡ κατὰ θυμὸν κίνησις ἐνθεωρεῖται τῇ φύσει·

φύση μεγάλη ενεργοποίηση τόσο του επιθυμητικού όσο και του θυμικού της

ἑκατέρας δὲ τούτων γενικῶς ἡμῖν ἐνυπαρχούσης, εἰς πολλάς τε καὶ

ψυχής. Επειδή και οι δύο (ενέργεια επιθυμητικού και θυμικού) υπάρχουν

ποικίλας διαφορὰς ὁρῶμεν προϊοῦσαν ταῖς ἐνεργείαις ἀμφοτέρων τὴν

γενικά μέσα μας, παρατηρούμε την κίνηση τους να προχωρεί σε ενέργειες με

κίνησιν.

πολλές και ποικίλες διαφορές.

 

»Πολλὰ μὲν γὰρ ἔστιν ἰδεῖν, ὧν τὸ ἐπιθυμητικὸν καθηγεῖται· πολλά γε

»Διότι βλέπουμε πολλές ενέργειες στις οποίες αίτιο είναι το επιθυμητικό·

πάλιν ἃ τῆς θυμοειδοῦς αἰτίας ἐκφύεται, καὶ οὐδὲν τοῦτο σῶμά ἐστι,

πολλές πάλι έχουν σαν αιτία το θυμικό· ούτε όμως το ένα ούτε το άλλο είναι

τὸ δὲ ἀσώματον νοερὸν πάντως· νοερὸν δέ τι τὴν ψυχὴν ὁ ὁρισμὸς

σώμα. Το ασώματο πάντως είναι νοερό· και ο ορισμός χαρακτήρισε την ψυχή

ἀπεφήνατο, ὥστε δυοῖν ἀτόποις τὸ ἕτερον ἐκ τῆς ἀκολουθίας

νοερό πράγμα. Επομένως, σύμφωνα με το συλλογισμό, από τα δύο άτοπα

ἀνακύπτειν τοῦ λόγου, ἢ καὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἄλλας ἐν

ισχύει το ένα: ή το θυμικό και το επιθυμητικό αποτελούν άλλες ψυχές μέσα

ἡμῖν εἶναι ψυχὰς, καὶ πλῆθος ψυχῶν ἀντὶ μιᾶς καθορᾶσθαι, ἢ μηδὲ τὸ

μας και έχουμε αντί μία πολλές ψυχές ή ότι δεν πρέπει να θεωρούμε και το

διανοητικὸν τὸ ἐν ἡμῖν ψυχὴν οἴεσθαι. Τὸ γὰρ νοερὸν ἐπίσης πᾶσιν

διανοητικό μας ως ψυχή. Διότι, εάν εφαρμόσουμε σε όλα εξίσου το νοερό,

ἐφαρμοζόμενον, ἢ πάντας ψυχὰς ἀποδείξει ταῦτα, ἢ ἕκαστον τούτων

ή θ’ αποδείξει ότι όλα αυτά είναι ψυχές ή το καθένα απ’ αυτά θα εξαιρεθεί

ἐκ τοῦ ἴσου τοῦ ἰδιώματος τῆς ψυχῆς ἐξαιρήσει».

εξίσου από την ιδιότητα της ψυχής».

 

22. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, πολλοῖς, φησὶν, ἤδη καὶ ἄλλοις ἐζητημένον τὸν λόγον

Εκείνη απάντησε: «Κι άλλοι πολλοί ήδη είχαν θέσει αυτό το ζήτημα· τώρα

τοῦτον ἀκολούθως καὶ αὐτὸς ἐπιζητεῖς, ὅ, τι ποτὲ χρὴ ταῦτα νομίζειν

το κάνεις και συ· δηλαδή, τί τάχα πρέπει να θεωρούμε ότι είναι αυτά, το

εἶναι τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ τὸ θυμοειδὲς, εἴτε συνουσιωμένα τῇ ψυχῇ,

επιθυμητικό και το θυμικό· ή έχουν την ίδια ουσία με την ψυχή και αμέσως με

καὶ παρὰ τὴν αὐτὴν εὐθὺς τῇ κατασκευῇ συνυπάρχοντα, εἴτε τι ἄλλο

τη δημιουργία της συνυπάρχουν μ’ αυτήν ή είναι κάτι άλλο έξω απ’ αυτήν και

παρ᾿ αὐτὴν ὄντα καὶ ὕστερον ἡμῖν ἐπιγινόμενα.

ύστερα προστίθενται σε μας (στην ψυχή μας).

 

»Τὸ μὲν γὰρ ἐνορᾶσθαι τῇ ψυχῇ ταῦτα, παρὰ πάντων ἐπίσης

»Όλοι βέβαια παραδέχονται ότι αυτά φαίνονται να συνυπάρχουν στην ψυχή.

ὁμολογεῖται· τὸ δὲ ὅ, τι χρὴ περὶ αὐτῶν οἴεσθαι, οὔπω δι᾿ ἀκριβείας

Δεν έχει βρει όμως ακόμη η λογική σκέψη τί πρέπει να πιστεύουμε γι’ αυτά,

εὗρεν ὁ λόγος, ὥστε βεβαίαν τὴν περὶ τούτων ὑπόληψιν ἔχειν, ἀλλ᾿

έτσι ώστε να έχουμε αποκρυσταλωμένη την αντίληψη τους. Διότι οι

ἔτι πεπλανημέναις οἱ πολλοὶ καὶ διαφόροις ταῖς περὶ τούτων δόξαις

περισσότεροι αμφιταλαντεύονται ακόμη σε πλανεμένες και διαφορετικές γι’

ἐπιδιστάζουσιν.

αυτά αντιλήψεις.

 

»῾Ημῖν δὲ εἰ μὲν ἱκανὴ πρὸς ἀπόδειξιν ἀληθῶς ἦν ἡ ἔξω φιλοσοφία, ἡ

»Εάν για μας αρκούσε για απόδειξη της αλήθειας η κοσμική φιλοσοφία, η

τεχνικῶς περὶ τούτων διαλαβοῦσα, περιττὸν ἂν ἦν ἴσως τὸν περὶ

οποία εξετάζει όλα αυτά μεθοδικά, θα ήταν ίσως περιττό να θέτουμε για

ψυχῆς λόγον προτιθέναι τῷ σκέμματι. ᾿Επεὶ δὲ τοῖς μὲν κατὰ τὸ φανὲν

συζήτηση το θέμα της ψυχής. Σ’ εκείνους όμως η θεωρία για την ψυχή προήλθε

ἀκόλουθον κατ᾿ ἐξουσίαν προῆλθεν ἡ περὶ ψυχῆς θεωρία· ἡμεῖς δὲ τῆς

ελεύθερα, όπως τους φαινόταν ορθό· εμείς όμως δεν έχουμε μια τέτοιου είδους

ἐξουσίας ἄμοιροι ταύτης ἐσμὲν, τῆς λέγειν φημὶ ἅπερ βουλόμεθα,

εξουσία ελευθερίας, να λέμε δηλαδή ό,τι θέλουμε· διότι χρησιμοποιούμε

κανόνι παντὸς δόγματος καὶ νόμῳ κεχρημένοι τῇ ἁγίᾳ Γραφῇ·

ως κανόνα και νόμο κάθε δόγματος την Αγία Γραφή.

ἀναγκαίως πρὸς ταύτην βλέποντες, τοῦτο δεχόμεθα μόνον, ὅ,τι περ

Υποχρεωτικά ανατρέχουμε σ’ αυτήν· και δεχόμαστε μόνον ό,τι είναι σύμφωνο

ἂν ᾖ συμφωνοῦν τῷ τῶν γεγραμμένων σκοπῷ.

με τον σκοπό όσων αυτή καταγράφει.

 

»Οὐκοῦν παρέντες τὸ Πλατωνικὸν ἅρμα, καὶ τὴν ὑπεζευγμένην αὐτῷ

»Παραμερίζουμε, λοιπόν, το πλατωνικό άρμα και την υποζευγμένη σ’ αυτό

ξυνωρίδα τῶν πώλων, οὐχ ὁμοίως ταῖς ὁρμαῖς πρὸς ἀλλήλους

δυάδα των αλόγων, τα οποία δεν έχουν ορμές το ένα έναντι του άλλου ούτε

ἐχόντων, καὶ τὸν ὑπὲρ τούτων ἡνίοχον, δι᾿ ὧν ἁπάντων τὰ τοιαῦτα

έχουν τον αρματηλάτη πάνω σ’ αυτά· είναι όλα εκείνα με τα οποία αυτός

περὶ ψυχῆς φιλοσοφεῖ δι᾿ αἰνίγματος·

(ο Πλάτων) φιλοσοφεί παραβολικά για την ψυχή.

 

»ὅσα θ᾿ ὁ μετ᾿ ἐκεῖνον φιλόσοφος ὁ τεχνικῶς τοῖς φαινομένοις

»Ας παραμερίσουμε, επίσης, τις αρχές που εφαρμόζει ο μετά από εκείνον (τον

ἀκολουθῶν, καὶ τὰ νῦν ἡμῖν προκείμενα δι᾿ ἐπιμελείας κατεξετάζων,

Πλάτωνα) φιλόσοφος (εννοεί, τον Αριστοτέλη), που παρακολουθεί μεθοδικά τα

θνητὴν εἶναι διὰ τούτων τὴν ψυχὴν ἀπεφήνατο, καὶ πάντας τούς τε

φαινόμενα και εξετάζει με επιμέλεια το προκείμενο θέμα μας· βάσει αυτών

αποφάνθηκε ότι η ψυχή είναι θνητή. Ας παραμερίσουμε και όλους τους

πρὸ τούτων, καὶ τοὺς ἐφεξῆς, τούς τε καταλογάδην καὶ τοὺς ἐν ῥυθμῷ

φιλοσόφους, τους πριν και μετά απ’ αυτούς, που φιλοσόφησαν είτε με πεζό

τινι καὶ μέτρῳ φιλοσοφήσαντας καταλιπόντες, σκοπὸν τοῦ λόγου τὴν

λόγο είτε με ποιητικό, με ρυθμό και μέτρο. Ας θέσουμε κριτήριο του λόγου μας

θεόπνευστον Γραφὴν ποιησώμεθα, ἣ ψυχῆς ἐξαίρετον μηδὲν νομίζειν

τη θεόπνευστη Αγία Γραφή, η οποία αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία

εἶναι νομοθετεῖ, ὃ μὴ καὶ τῆς θείας φύσεώς ἐστιν ἴδιον.

εξαιρετική ιδιότητα της ψυχής που να μην είναι και ιδιότητα της φύσεως του

Θεού.

 

»῾Ο γὰρ ὁμοίωμα Θεοῦ τὴν ψυχὴν εἶναι φήσας, πᾶν ὃ ἀλλότριόν ἐστι

»Εκείνος μάλιστα που είπε ότι η ψυχή αποτελεί ομοίωμα του Θεού, διακήρυξε

Θεοῦ, ἐκτὸς εἶναι τοῦ ὅρου τῆς ψυχῆς ἀπεφήνατο. Οὐδὲ γὰρ ἂν ἐν τοῖς

επίσης ότι, ό,τι είναι ξένο προς το Θεό, αυτό βρίσκεται και έξω από την ψυχή.

παρηλλαγμένοις διασωθείη τὸ ὅμοιον. Οὐκοῦν ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐδὲ

Διότι, όπου υπάρχει παραλλαγή, δεν διατηρείται η ομοιότητα. Επειδή, λοιπόν,

τῇ θείᾳ συνθεωρεῖται φύσει, οὐδὲ τῇ ψυχῇ συνουσιοῦσθαι ταῦτα κατὰ

δεν βλέπουμε να υπάρχει κανένα απ’ αυτά στη φύση του Θεού, μπορεί κανείς

λόγον ἄν τις ὑπονοήσειε.  

να συμπεράνει ότι αυτά ούτε και με την ουσία της ψυχής συνυπάρχουν.

 

23. »Τὸ μὲν οὖν κατὰ τὴν διαλεκτικὴν τέχνην διὰ συλλογιστικῆς τε καὶ

»Η έρευνα των δικών μας δογμάτων, με τη διαλλεκτική μέθοδο της επιστήμης

ἀναλυτικῆς ἐπιστήμης βεβαιοῦσθαι καὶ τὰ ἡμέτερα δόγματα, ὡς

του συλλογισμού και της αναλύσεως, αποτελεί σαν τέτοιο είδος συλλογισμού

σαθρόν τε καὶ ὕποπτον εἰς ἀπόδειξιν ἀληθείας τὸ τοιοῦτον εἶδος τοῦ

σαθρό και ύποπτο μέσο για απόδειξη της αλήθειας, και θα την αφήσουμε στην

λόγου παραιτησόμεθα. Πᾶσι γάρ ἐστι πρόδηλον τὸ τὴν διαλεκτικὴν

άκρη. Διότι είναι σε όλους φανερό ότι η διαλλεκτική μέθοδος έχει ίση

περιεργίαν ἴσην ἐφ᾿ ἑκάτερα τὴν ἰσχὺν ἔχειν, πρός τε τὴν τῆς ἀληθείας

ικανότητα και στα δύο, τόσο για ν’ ανατρέπει την αλήθεια, όσο και για να

ἀνατροπὴν, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ψεύδους κατηγορίαν. ῞Οθεν καὶ αὐτὴν

καταδικάζει το ψέμα. Γι’ αυτό πολλές φορές,

τὴν ἀλήθειαν, ὅταν μετά τινος τοιαύτης τέχνης προάγηται,

όταν η ίδια η αλήθεια αποδεικνύεται με μια τέτοια μέθοδο,

δι᾿ ὑποψίας πολλάκις ποιούμεθα, ὡς τῆς περὶ ταύτης δεινότητος

την υποψιαζόμαστε, διότι αυτή η φοβερή μεθοδολογία

παρακρουομένης ἡμῶν τὴν διάνοιαν, καὶ τῆς ἀληθείας ἀποσφαλείσης.

εξαπατά τη διάνοιά μας και την κάνει να χάνει την αλήθεια.

 

»Εἰ δέ τις τὸν ἀκατάσκευόν τε καὶ γυμνὸν πάσης περιβολῆς προσίοιτο

»Εάν πάλι κάποιος μας παρουσίαζε απλό και αστόλιστο συλλογισμό,

λόγον, ἐροῦμεν ὡς ἂν οἷόν τε ᾖ κατὰ τὸν εἱρμὸν τῆς γραφικῆς

θ’ απαντήσουμε παρουσιάζοντας κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τη διδασκαλία

ὑφηγήσεως τὴν περὶ τούτων θεωρίαν προσάγοντες. Τί οὖν ἐστιν ὅ

της Αγίας Γραφής, την θεωρία γι’ αυτά. Τί εννοούμε μ’ αυτό που λέμε;

φαμεν; Τὸ λογικὸν τοῦτο ζῶον ὁ ἄνθρωπος νοῦ τε καὶ ἐπιστήμης

Ότι το λογικό αυτό ον, ο άνθρωπος, είναι δεκτικός και της νόησης και της

δεκτικὸν εἶναι, ἢ παρὰ τῶν ἔξω τοῦ λόγου τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς

επιστήμης· μας το βεβαιώνουν οι φιλόσοφοι της κοσμικής σοφίας.

μεμαρτύρηται, οὐκ ἂν οὕτω τοῦ ὁρισμοῦ τὴν φύσιν ἡμῶν

Και δεν θα όριζε έτσι τη φύση μας ο ορισμός (της ψυχής),

ὑπογράφοντος, εἴπερ ἐνεώρα θυμόν τε καὶ ἐπιθυμίαν καὶ τὰ τοιαῦτα

εάν θεωρούσε το θυμικό και το επιθυμητικό και όλα τα παρόμοια

πάντα συνουσιωμένα τῇ φύσει. Οὐδὲ γὰρ ἐπ᾿ ἄλλου τινὸς ὅρον ἄν τις

συνουσιωμένα στη φύση μας. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να δοθεί ορισμός

ἀποδοίη τοῦ ὑποκειμένου, τὸ κοινὸν ἀντὶ τοῦ ἰδίου λέγων.

κάποιου υποκειμένου, εάν το κοινό χαρακτηριστικό οριζόταν σαν ιδιαίτερο.

 

»᾿Επεὶ οὖν τὸ ἐπιθυμητικόν τε καὶ θυμοειδὲς κατὰ τὸ ἴσον καὶ ἐπὶ τῆς

»Επειδή, λοιπόν, και το επιθυμητικό και το θυμικό υπάρχουν εξίσου τόσο στην

ἀλόγου τε καὶ λογικῆς φύσεως καθορᾶται, οὐκ ἄν τις εὐλόγως ἐκ τοῦ

άλογη όσο και στη λογική φύση, δεν θα ήταν εύλογο να θεωρήσει κάποιος το

κοινοῦ χαρακτηρίζει τὸ ἴδιον. ῝Ο δὲ πρὸς τὴν τῆς φύσεως ὑπογραφὴν

κοινό χαρακτηριστικό ως ιδιαίτερο. Και ό,τι είναι περιττό και απορριπτέο για

περιττόν τε καὶ ἀπόβλητον, πῶς ἔνεστιν ὡς μέρος τῆς φύσεως, ἐπ᾿

ορισμό της φύσεως, πώς παρουσιάζεται ως μέρος της φύσεως και ισχύει

ἀνατροπῇ τοῦ ὅρου τὴν ἰσχὺν ἔχειν; Πᾶς γὰρ ὁρισμὸς οὐσίας πρὸς τὸ

ανατρέποντας τον ορισμό; Διότι, κάθε ορισμός της φύσεως αναφέρεται στο 

ἴδιον τοῦ ὑποκειμένου βλέπει. ῞Ο, τι δ᾿ ἂν ἔξω τοῦ ἰδιάζοντος ᾖ, ὡς

ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του υποκειμένου. Και ό,τι δεν είναι ιδιαίτερο

ἀλλότριον παρορᾶται τοῦ ὅρου.

χαρακτηριστικό, βγαίνει έξω από τον ορισμό σαν ξένο.

 

»᾿Αλλὰ μὴν ἡ κατὰ θυμόν τε καὶ ἐπιθυμίαν ἐνέργεια κοινὴ πάσης εἶναι

Και βέβαια, όλοι παραδέχονται ότι η ενέργεια του θυμικού και επιθυμητικού 

τῆς λογικῆς τε καὶ ἀλόγου φύσεως ὁμολογεῖται. Πᾶν δὲ τὸ κοινὸν, οὐ

είναι κοινή και στην άλογη και στη λογική φύση. Και κάθε κοινό δεν ταυτίζεται

ταὐτόν ἐστι τῷ ἰδιάζοντι. ᾿Ανάγκη ἄρα διὰ τούτων ἐστὶ, μὴ ἐν τούτοις

με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Είναι επομένως ορθό, αυτά (τα δύο) να μην

εἶναι ταῦτα λογίζεσθαι, ἐν οἷς κατεξαίρετον ἡ ἀνθρωπίνη

προσμετρώνται στα διακριτικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη

χαρακτηρίζεται φύσις. ᾿Αλλ᾿ ὥσπερ τὸ αἰσθητικὸν καὶ τὸ θρεπτικὸν καὶ

φύση. Αλλά, όπως ακριβώς όταν δει κανείς στη φύση μας το χαρακτηριστικό

αὐξητικὸν ἐν ἡμῖν τις ἰδὼν οὐκ ἀναλύει διὰ τούτων τὸν ἀποδοθέντα

της αισθήσεως, της θρέψεως και της αυξήσεως δεν καταργεί μ’ αυτά τον ορισμό

τῆς ψυχῆς ὅρον οὐ γὰρ ἐπειδὴ τοῦτό ἐστιν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐκεῖνο οὐκ ἔστιν,

της ψυχής (ότι τάχα δεν συμπεριλαμβάνονται) –διότι δεν σημαίνει ότι, επειδή

κάποιο υπάρχει στην ψυχή, το άλλο δεν υπάρχει–·

οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν κατανοήσας τῆς φύσεως

έτσι, κι όταν κατανοήσει τις σχετικές με το θυμικό και επιθυμητικό

ἡμῶν κινήματα, οὐκ ἂν εὐλόγως τῷ ὅρῳ μάχοιτο, ὡς ἐλλειπῶς

κινήσεις της φύσεώς μας, δεν θα ήταν εύλογο ν’ αρνηθεί τον ορισμό, ότι τάχα

ἐνδειξαμένῳ τὴν φύσιν».  

ορίζει ελλειπώς τη φύση της ψυχής μας».

 

24. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν χρὴ περὶ τούτου γινώσκειν, εἶπον πρὸς τὴν

Ρώτησα τότε κι εγώ στη δασκάλα: «Τί, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτά;

διδάσκαλον; Οὔπω γὰρ οἷός τέ εἰμι κατιδεῖν ὅπως προσήκει τὰ ἐν ἡμῖν

Διότ δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω, πώς είναι δυνατόν να δεχθώ ως ξένα

ὄντα, ὡς ἀλλότρια τῆς φύσεως ἡμῶν ἀποποιεῖσθαι».

στη φύση μας εκείνα τα οποία υπάρχουν μέσα μας».

 

ΜΑΚΡ. «῾Ορᾷς, φησὶν, ὅτι μάχη τίς ἐστι τοῦ λογισμοῦ πρὸς ταῦτα, καὶ

«Βλέπεις, μου απάντησε εκείνη, ότι υπάρχει μάχη του νου προς αυτά και

σπουδὴ τοῦ μονωθῆναι τὴν ψυχὴν τούτων, ὡς ἂν οἷόν τις ᾖ. Καί εἰσί

προσπάθεια ν’ απομονωθεί, όσο είναι δυνατόν, η ψυχή απ’ αυτά. Και υπάρχουν

γέ τινες οἷς κατώρθωται ἡ σπουδὴ, καθάπερ ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως

ορισμένοι που (το) κατόρθωσαν (την απομόνωση), όπως ακούμε π.χ. για το

ἀκούομεν, ὅτι κρείττων ἦν θυμοῦ τε καὶ ἐπιθυμίας ἐκεῖνος, ἀμφότερα

Μωϋσή, ότι ήταν εκείνος ανώτερος και του θυμού και της επιθυμίας. Και τα

μαρτυρούσης αὐτῷ τῆς ἱστορίας, ὅτι πρᾷος ἦν παρὰ πάντας

δύο τα μαρτυρεί γι’ αυτόν ιστορία, ότι δηλαδή ήταν πράος περισσότερο από

ἀνθρώπους (ἐνδείκνυται δὲ τὸ ἀόργητον διὰ τοῦ πρᾴου καὶ τὴν πρὸς

κάθε άνθρωπο –με την πραότητα μάλιστα η αοργησία δείχνει και την αποχή

τὸν θυμὸν ἀλλοτρίωσιν), καὶ ὅτι οὐκ ἐπεθύμησε τούτων τινὸς, περὶ ἃ

από το θυμό– και ότι, επίσης, δεν επιθύμησε τίποτε απ’ όσα βλέπουμε στους

ὁρῶμεν ἐν τοῖς πολλοῖς τὸ ἐπιθυμητικὸν ἐνεργούμενον.

περισσότερους ανθρώπους να κινεί το επιθυμητικό.

 

»῞Οπερ οὐκ ἂν ἐγένετο, εἰ φύσις ἦν ταῦτα, καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς οὐσίας

»Κι αυτό δεν θα γινόταν, εάν αυτά ήταν ίδια της φύσεως και υπαγόταν στην

ἀνήγετο. Οὐ γάρ ἐστι δυνατὸν τὸν ἔξω γεγονότα τῆς φύσεως ἐν τῷ

ουσία του ανθρώπου. Διότι δεν μπορεί αυτός που βγήκε έξω από τη φύση να

εἶναι μένειν. ᾿Αλλὰ μὴν εἰ Μωσῆς καὶ ἐν τῷ εἶναι ἦν, καὶ ἐν τούτοις οὐκ

παραμένει και στην ύπαρξη. Επομένως, εάν ο Μωϋσής ήταν στην ύπαρξη αλλά

ἦν, ἄλλο τι ἄρα παρὰ τὴν φύσιν ἐστὶ ταῦτα, καὶ οὐχὶ φύσις. Εἰ γὰρ

δεν ήταν μέσα σ’ αυτά, αυτό σημαίνει ότι αυτά είναι κάτι άλλο και όχι φύση.

ἀληθῶς φύσις τοῦτό ἐστιν, ἐν ᾧ τὸ εἶναι τῆς οὐσίας καταλαμβάνεται,

Διότι, εάν πράγματι φύση είναι αυτό με το οποίο κατανοείται η ύπαρξη της

τούτων δὲ ἡ ἀλλοτρίωσις ἐφ᾿ ἡμῖν κεῖται, ὡς μὴ μόνον ἀζήμιον, ἀλλὰ

ουσίας, ενώ η αποξένωση από εκείνα (θυμό και επιθυμία) εξαρτάται από τη

 καὶ ἐπικερδὲς εἶναι τῇ φύσει τὸν ἀφανισμὸν τῶν τοιούτων. Δῆλον οὖν

διάθεσή μας, τότε ο αφανισμός τους δεν είναι μόνον έλλειψη ζημίας αλλά και

κέρδος για τη φύση.

ὅτι τῶν ἔξωθεν ἐπιθεωρουμένων ἐστὶ ταῦτα τὰ πάθη τῆς φύσεως

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αυτά τα πάθη της φύσεως έρχονται απέξω

ὄντα καὶ οὐκ οὐσία. ῾Η μὲν γάρ ἐστιν ὅπερ ἐστίν·

και δεν είναι ουσία της. Διότι ουσία είναι εκείνο το οποίο υπάρχει.

 

»θυμὸν δὲ ζέσιν εἶναι τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος τοῖς πολλοῖς δοκεῖ.

»Πολλοί θεωρούν ότι ο θυμός είναι αποτέλεσμα εξάψεως του αίματος γύρω

῞Ετεροι δὲ, ὄρεξιν τοῦ ἀντιλυπῆσαι τὸν προκατάρξαντα. ῾Ως δ᾿ ἂν

από την καρδιά. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι είναι ένστικτο άμυνας στη λύπη

που προκαλεί πρώτος ο άλλος.

ἡμεῖς ὑπολάβοιμεν, θυμός ἐστιν ὁρμὴ τοῦ κακῶσαι τὸν παροξύνοντα.

Και όπως εμείς πιστεύουμε, θυμός είναι η ορμή για κακοποίηση εκείνου που

῟Ων οὐδὲν τῷ περὶ ψυχῆς ὅρῳ συμβαίνει.

μας εξόργισε. Τίποτε όμως απ’ αυτά δεν συμφωνεί με τον ορισμό της ψυχής.

 

»Κἂν τὴν ἐπιθυμίαν ἐφ᾿ ἑαυτῆς διορισώμεθα, ἔφεσιν λέξομεν τοῦ

»Κι αν δώσουμε με τη σειρά της τον ορισμό της επιθυμίας, θα λέγαμε ότι είναι

ἐνδέοντος, ἢ πόθον τῆς καθ᾿ ἡδονὴν ἀπολαύσεως, ἢ λύπην ἐπὶ τῷ μὴ

αναζήτηση εκείνου που λείπει, ή πόθος για απόλαυση ηδονών, ή λύπη για την

κατ᾿ ἐξουσίαν ὄντι καταθυμητικῷ· ἤ τινα πρὸς τὸ ἡδὺ σχέσιν, οὗ μὴ

κατοχή των επιθυμητών, ή κάποια σχέση με το ευχάριστο από το οποίο όμως

πάρεστιν ἡ ἀπόλαυσις. Ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα τὴν μὲν

απουσιάζει η απόλαυση. Όλα αυτά και τα παρόμοια φανερώνουν βέβαια τον

ἐπιθυμίαν ἐνδείκνυται, τοῦ δὲ ὁρισμοῦ τοῦ περὶ ψυχῆς οὐ προσάπτεται.

ορισμό της επιθυμίας, αλλά δεν συνδέονται με τον ορισμό της ψυχής.

 

»᾿Αλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα περὶ ψυχὴν καθορᾶται, τὰ ἐξ ἀντιθέτου ἀλλήλοις

»Αλλά και όσα άλλα παρατηρούνται στην ψυχή και βρίσκονται σε αντίθεση

ὁρώμενα, οἷον δειλίαν καὶ θράσος, λύπην καὶ ἡδονὴν, φόβον καὶ

μεταξύ τους, όπως η δειλία και το θάρρος, η λύπη και η ηδονή, ο φόβος και

καταφρόνησιν, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ὧν ἕκαστον συγγενῶς ἔχειν δοκεῖ

η αφοβία και όλα τα παρόμοια, που το καθένα φαίνεται να έχει σχέση με το

πρὸς τὸ ἐπιθυμητικὸν ἢ θυμοειδὲς, ἰδιάζοντι δὲ ὅρῳ τὴν ἰδίαν

επιθυμητικό ή το θυμικό, παρουσιάζουν τη φύση τους με ιδιαίτερο ορισμό.

ὑπογράφει φύσιν.

 

»Τό τε γὰρ θράσος καὶ ἡ καταφρόνησις ἔμφασιν ὑποσημαίνει τινὰ τῆς

»Διότι το θάρρος και η αφοβία δηλώνουν κάποια ένταση της ορμής του θυμού·

θυμώδους ὁρμῆς· ἐλάττωσιν δέ τινα καὶ ὕφεσιν τοῦ αὐτοῦ τούτου ἡ

ενώ η σχέση που βασίζεται στη δειλία και το φόβο παρουσιάζει ελάττωση και

κατὰ δειλίαν καὶ φόβον ἐγγινομένη σχέσις. ῾Η δὲ λύπη ἐξ ἀμφοτέρων

ύφεση της ορμής του ίδιου (θυμού). Η λύπη πάλι έχει το περιεχόμενό της και

ἔχει τὰς ὕλας. ῞Η τε γὰρ τοῦ θυμοῦ ἀτονία, ἐν τῷ τοῦ ἀμύνασθαι τοὺς

από τα δύο. Διότι η ατονία του θυμού σ’ αυτόν που αδυνατεί να εκδικηθεί

προλελυπηκότας ἀδυνάτῳ λύπη γίνεται· καὶ ἡ ἀπόγνωσις τῶν

όσους τον λύπησαν καταντά λύπη· το ίδιο και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες

ἐπιθυμουμένων, καὶ ἡ στέρησις τῶν καταθυμίων, τὴν σκυθρωπὴν

και η στέρηση των ποθητών δημιουργεί στην ψυχή τη γνωστή σκυθρωπή

ταύτην ἐμποιεῖ τῇ διανοίᾳ διάθεσιν. Καὶ τὸ ἀντιθεωρούμενον τῇ λύπῃ,

διάθεση. Και το αντίθετο της λύπης, εννοώ την έννοια της ηδονής,

τὸ καθ᾿ ἡδονὴν λέγω νόημα,ὁμοίως τῷ θυμῷ τε καὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ

μοιράζεται εξίσου κι αυτή ανάμεσα στο θυμό και την επιθυμία.

ἐπιμερίζεται. ῾Ηδονὴ γὰρ ἑκατέρου τούτων κατὰ τὸ ἶσον ἡγεμονεύει.

Διότι η ηδονή εξουσιάζει το καθένα απ’ αυτά εξίσου.

 

»῝Α πάντα καὶ περὶ τὴν ψυχήν ἐστι, καὶ ψυχὴ οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ οἷον

»Όλα αυτά και έχουν σχέση με την ψυχή, και ψυχή δεν είναι· αλλά είναι σαν

μυρμηκίαι τινὲς τοῦ διανοητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς ἐκφυόμεναι. ῝Α μέρη

κάποιες μυρμηγκιές που φυτρώνουν στο διανοητικό μέρος της ψυχής.

μὲν αὐτῆς εἶναι διὰ τὸ προσπεφυκέναι νομίζεται, οὐ μὴν ἐκεῖνό εἰσιν,

Θεωρούνται βέβαια μέρη της ψυχής, επειδή εμφανίζονται μ’ αυτήν· πλην

ὅπερ ἐστὶν ἡ ψυχὴ κατ᾿ οὐσίαν».

όμως, δεν είναι εκείνο το οποίο είναι η ψυχή στην ουσία της».

 

25. ΓΡΗΓ. «Καὶ μὴν ὁρῶμεν, φημὶ πρὸς τὴν παρθένον, οὐ μικρὰν ἐκ

Ανταπαντώ τότε στην παρθένο: «Κι όμως βλέπουμε ότι η συνεισφορά αυτών

τούτων γινομένην τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον συνεισφορὰν τοῖς ἐναρέτοις.

(θυμού και επιθυμίας) για την πρόοδο των εναρέτων δεν είναι μικρή. Στόν

Τῷ τε γὰρ Δανιὴλ ἔπαινος ἦν ἡ ἐπιθυμία· καὶ ὁ Φινεὲς τῷ θυμῷ τὸν

Δανιήλ, για παράδειγμα, η επιθυμία έγινε έπαινος· και ο Φινεές με το θυμό

Θεὸν ἱλεώσατο· καὶ ἀρχὴν σοφίας φόβον ἐμάθομεν, καὶ τῆς κατὰ Θεὸν

εξιλέωσε το Θεό. Μάθαμε ακόμη ότι ο φόβος αποτελεί την αρχή της σοφίας·

λύπης σωτηρίαν εἶναι τὸ πέρας παρὰ τοῦ Παύλου ἠκούσαμεν·

και ακούσαμε από τον Παύλο ότι το τέρμα της κατά Θεόν λύπης είναι η

τῶν τε δεινῶν τὴν καταφρόνησιν νουθετεῖ ἡμῖν τὸ Εὐαγγέλιον·

σωτηρία. Το Ευαγγέλιο, επίσης, μας νουθετεί να περιφρονούμε τα δεινά

καὶ τὸ μὴ φοβεῖσθαι πτόησιν οὐδὲν ἄλλο ἢ τοῦ θράσους ἐστὶν

Και το να μη φοβόμαστε την περιφρόνηση τίποτε άλλο δεν το εξασφαλίζει από

ὑπογραφή· ὅπερ ἐν ἀγαθοῖς ὑπὸ τῆς Σοφίας κατείλεκται. Δείκνυσι

το θάρρος, το οποίο η Σοφία το κατατάσσει ανάμεσα στα αγαθά. Φανερώνει,

τοίνυν διὰ τῶν τοιούτων ὁ λόγος, τὸ μὴ πάθη τὰ τοιαῦτα δεῖν οἴεσθαι·

λοιπόν, ο λόγος μ’ αυτά τα παραδείγματα ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτά (το

οὐ γὰρ ἂν πρὸς ἀρετῆς κατόρθωσιν συμπαραληφθείη τὰ πάθη». 

θυμό και την επιθυμία) ως πάθη· διότι τα πάθη δεν συντελούν στην επιτυχία

της αρετής».

 

26. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «῎Εοικα, φησὶ, τῆς τοιαύτης τῶν

Και η δασκάλα μου είπε: «Μου φαίνεται ότι εγώ είμαι η υπεύθυνη για τη

λογισμῶν συγχύσεως αὐτὴν τὴν αἰτίαν παρέχειν, μὴ διακρίνασα τὸν

σύγχυση που παρουσιάζουν οι σκέψεις σου· διότι, δεν έκανα διάκριση στο

περὶ τούτου λόγον, ὥστε τινὰ τάξιν ἀκόλουθον ἐπιτεθῆναι τῇ θεωρίᾳ.

λόγο μου γι’ αυτά, ώστε να μπει κάποια τάξη στην έκθεση της θεωρίας.

Νῦν οὖν, ὅπως ἂν οἷόν τε ᾖ, ἐπινοηθήσεταί τις τάξις τῷ σκέμματι, ὡς

Τώρα όμως, όσο είναι δυνατό, πρέπει να βάλουμε κάποια τάξη στη συζήτηση,

ἂν δι᾿ ἀκολούθου προϊούσης τῆς θεωρίας, μὴ καθ᾿ ἡμῶν αἱ τοιαῦται

ώστε να προχωρεί με συνέπεια η θεωρία και να μην προβάλλονται πλέον

τῶν ἀντιθέσεων ἔχοιεν χώραν.

τέτοιες αντιθέσεις στις θέσεις μας.

 

»Φαμὲν γὰρ τῆς ψυχῆς τὴν μὲν θεωρητικήν τε καὶ διακριτικὴν καὶ τῶν

»Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι η θεωρητική, διακριτική και εποπτική των όντων

ὄντων ἐποπτικὴν δύναμιν οἰκείαν εἶναι καὶ κατὰ φύσιν αὐτὴν, καὶ διὰ

δύναμη της ψυχής είναι οικεία και φυσική ιδιότητά της· και με τη θεία χάρη,

τῆς θεοειδοῦς χάριτος, διὰ τούτων σώζειν ἐν αὐτῇ τὴν εἰκόνα. ᾿Επεὶ

διατηρεί με αυτές (τις δυνάμεις) μέσα της την εικόνα (του Θεού). Επειδή και το

καὶ τὸ Θεῖον, ὅ, τί ποτε κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶν, ἐν τούτοις ὁ λογισμὸς

Θεό –ό,τι κι αν είναι στη φύση του–, τον στοχάζεται ο νους να υπάρχει με

εἶναι στοχάζεται· ἐν τῷ ἀφορᾷν τε τὰ πάντα καὶ διακρίνειν τὸ καλὸν

αυτές (τις δυνάμεις): να εποπτεύει, δηλαδή, το σύμπαν και να διακρίνει το

ἀπὸ τοῦ χείρονος.

καλό από το κακό.

 

»῞Οσα δὲ τῆς ψυχῆς ἐν μεθορίῳ κεῖται πρὸς ἑκάτερον τῶν ἐναντίων

»Όσα πάλι βρίσκονται στο σύνορο της ψυχής, έχουν από τη φύση τους τη

ἐπιῤῥεπῶς κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν ἔχοντα· ὧν ἡ ποία χρῆσις, ἢ πρὸς τὸ

ροπή προς κάθετι το αντίθετο. Και η χρήση τους φέρνει αποτέλεσμα ή προς το

καλὸν ἢ πρὸς τὸ ἐναντίον ἄγει τὴν ἔκβασιν, οἷον τὸν θυμὸν, ἢ τὸν

καλό ή προς το κακό· για παράδειγμα, ο θυμός, ο φόβος ή κάποιο άλλο

φόβον, ἢ εἴ τι τὸ τοιοῦτον τῶν ἐν τῇ ψυχῇ κινημάτων ἐστὶν, ὧν ἄνευ

παρόμοιο. Όλα αυτά αποτελούν κινήσεις της ψυχής· χωρίς αυτές δεν μπορούμε

οὐκ ἔστιν ἀνθρωπίνην θεωρηθῆναι φύσιν· ταῦτα ἔξωθεν ἐπιγενέσθαι

να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ανθρώπινη φύση. Πιστεύουμε ότι αυτές εισήλθαν

αὐτῇ λογιζόμεθα, διὰ τὸ τῷ ἀρχετύπῳ κάλλει μηδένα τοιοῦτον

απέξω στην ψυχή· διότι, η αρχέτυπη ομορφιά (ο Θεός) δεν έχει μέσα της

ἐνθεωρηθῆναι χαρακτῆρα. ῾Ο δὲ δὴ περὶ τούτων λόγος ἡμῖν ὡς ἐν

καμιά τέτοια ιδιότητα. Ο λόγος, λοιπόν, γι’ αυτά όλα ας θεωρηθεί

γυμνασίῳ προκείσθω, ὡς ἂν διαφύγοι τῶν συκοφαντικῶς ἀκουόντων

ως άσκηση, που θα ξεφεύγει από τις επιρροές όσων ακούν κακοπροαίρετα, για

τὰς ἐπηρείας.

να συκοφαντούν.

 

27. »Ὁδῷ τινι καὶ τάξεως ἀκολουθίᾳ πρὸς τὴν ἀνθρωποποιΐαν

»Η Αγία Γραφή διηγείται ότι ο Θεός προχώρησε στη δημιουργία του ανθρώπου

ὁρμῆσαι τὸ Θεῖον διηγεῖται ὁ λόγος. ᾿Επειδὴ γὰρ συνέστη τὸ πᾶν,

με μέθοδο και συνεπή τάξη. Αφού δημιουργήθηκε το σύμπαν, όπως το

καθὼς ἡ ἱστορία φησὶν, οὐκ εὐθὺς ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ γῇ γίνεται, ἀλλὰ

διηγείται η ιστορία, δεν παρουσιάζεται ευθύς αμέσως ο άνθρωπος στη γη· αλλά

τούτου μὲν ἡ τῶν ἀλόγων προηγήσατο φύσις· ἐκείνων δὲ τὰ

προηγήθηκε απ’ αυτόν η δημιουργία της φύσεως των ζώων· και πριν από

βλαστήματα. Δείκνυσιν, οἶμαι, διὰ τούτων ὁ λόγος, ὅτι ἡ ζωτικὴ

εκείνα, τα φυτά. Μ’ αυτή τη σειρά δείχνει, νομίζω, ο λόγος ότι η ζωτική

δύναμις ἀκολουθίᾳ τινὶ τῇ σωματικῇ καταμίγνυται φύσει, πρῶτον

δύναμη ενώνεται με τη σωματική φύση με ορισμένη διαβάθμιση: πρώτα

μὲν τοῖς ἀναισθήτοις ἐνδύουσα, κατὰ τοῦτο δὲ ἐπὶ τὸ αἰσθητικὸν

παρουσιάζεται σ’ όσα δεν έχουν αισθήσεις, έπειτα προχωρεί σ’ όσα έχουν

προϊοῦσα, εἶθ᾿ οὕτως πρὸς τὸ νοερὸν καὶ λογιστικὸν ἀναβαίνουσα.

(αισθήσεις) και, τέλος, ανεβαίνει στα νοερά και λογικά όντα.

 

»Οὐκοῦν τῶν ὄντων τὸ μὲν σωματικὸν, τὸ δὲ νοερόν ἐστι πάντως·

»Επομένως, από τα όντα άλλα είναι σωματικά και άλλα νοερά·

τοῦ δὲ σωματικοῦ, τὸ μὲν ἔμψυχόν ἐστι, τὸ δὲ ἄψυχον. ῎Εμψυχον δὲ

και από τα σωματικά άλλα είναι έμψυχα και άλλα άψυχα. Έμψυχα εννοώ

λέγω τὸ μετέχον ζωῆς· τῶν δὲ ζώντων, τὰ μὲν αἰσθήσει συζῇ, τὰ

αυτά που μετέχουν στη ζωή· κι από τα ζωντανά άλλα έχουν αισθήσεις κι άλλα

ἀμοιρεῖ ταύτης. Πάλιν τῶν αἰσθητικῶν, τὰ μὲν λογικά ἐστι, τὰ δὲ

στερούνται. Απ’ όσα πάλι έχουν αισθήσεις, άλλα είναι λογικά και άλλα

ἄλογα.

άλογα.

 

»᾿Επεὶ οὖν ἡ αἰσθητικὴ ζωὴ οὐκ ἂν δίχα τῆς ὕλης συσταίη, οὐδ᾿ ἂν τὸ

»Επειδή όμως η ζωή των αισθήσεων δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη, ούτε

νοερὸν ἄλλως ἐν σώματι γένοιτο, μὴ τῷ αἰσθητικῷ ἐμφυόμενον,

ο νους με άλλο τρόπο στο σώμα παρά εάν συνυπάρχουν και οι αισθήσεις,

τούτου χάριν τελευταία ἡ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴ ἱστορεῖται,

γι’ αυτούς τους λόγους περιγράφεται τελευταία η δημιουργία του ανθρώπου·

ὡς πᾶσαν ἐκπεριειληφότος τὴν ζωτικὴν ἰδέαν, τήν τε ἐν τοῖς

διότι αυτός συμπεριλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της ζωής που παρατηρούνται

βλαστήμασι καὶ τὴν ἐν τοῖς ἀλόγοις θεωρουμένην. Τὸ μὲν τρέφεσθαί τε

και στα φυτά αλλά και στα άλογα όντα. (Ο άνθρωπος έχει) τη θρεπτική και

αὔξεσθαι ἐκ τῆς φυτικῆς ἔχει ζωῆς· ἔστι γὰρ τὸ τοιοῦτον καὶ ἐν ἐκείνοις

αυξητική δύναμη από τη ζωή των φυτών· διότι μπορεί να δούμε τις δυνάμεις

ἰδεῖν, ἑλκομένης τε καὶ διὰ ῥιζῶν τῆς τροφῆς καὶ ἀποποιουμένης διὰ

αυτές και στα φυτά, που παίρνουν την τροφή από τις ρίζες και την αποβάλλουν

καρπῶν τε καὶ φύλλων· τὸ δὲ κατ᾿ αἴσθησιν οἰκονομεῖσθαι ἐκ τῶν

με τους καρπούς και τα φύλλα. Την αισθητική δύναμη την έχει (ο άνθρωπος)

ἀλόγων ἔχει. Τὸ δὲ διανοητικόν τε καὶ λογικὸν ἄμικτόν ἐστι ἰδιάζον,

από τα ζώα. Η διανοητική όμως και η λογική δύναμη, που είναι μοναδικές

ἐπὶ ταύτης τῆς φύσεως ἐφ᾿ ἑαυτῇ θεωρούμενον.

ιδιότητες, παρατηρούνται μόνον σ’ αυτήν την (ανθρώπινη) φύση.

 

»᾿Αλλ᾿ ὥσπερ τὸ ἐφελκτικὸν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν ὑλικὴν ζωὴν ἡ

»Αλλά η φύση έχει και την ελκυστική επιθυμία για τα απαραίτητα της υλικής

φύσις ἔχει, ὅπερ ἐν ἡμῖν γενόμενον ὄρεξις λέγεται. Τοῦτο δέ φαμεν τοῦ

ζωής· αυτήν στην περίπτωσή μας την ονομάζουμε όρεξη. Και αυτή όμως λέμε

φυτικοῦ τῆς ζωῆς εἴδους εἶναι· ἐπεὶ δὲ καὶ ἐν ἐκείνοις ἔστιν ἰδεῖν, οἷόν

ότι ανήκει στη βαθμίδα της φυτικής ζωής. Διότι και στα φυτά μπορεί να δούμε

τινας ὁρμὰς φυσικῶς ἐνεργουμένας ἐν τῷ πληροῦσθαί τε τοῦ οἰκείου

ένα είδος ορμών που ενεργούν με τρόπο φυσικό, για να ικανοποιήσουν τον

καὶ ὀργᾷν πρὸς τὴν ἔκφυσιν· οὕτω καὶ ὅσα τῆς ἀλόγου φύσεώς ἐστιν

εαυτό τους και να οργιάζουν από βλάστηση. Έτσι, και όσα χαρακτηρίζουν

ἴδια, ταῦτα τῷ νοερῷ τῆς ψυχῆς κατεμίχθη.

την άλογη φύση αναμειγνύονται και με τη νοερή φύση της ψυχής.

 

»᾿Εκείνων, φησὶν, ὁ θυμὸς, ἐκείνων ὁ φόβος, ἐκείνων τὰ ἄλλα πάντα

»Άλλα, λέει (η δασκάλα) έχουν θυμό, άλλα φόβο και άλλα όλες τις υπόλοιπες

ὅσα κατὰ τὸ ἐναντίον ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, πλὴν τῆς λογικῆς τε καὶ

αντιθέσεις που ενεργούν μέσα μας, εκτός από τη λογική και διανοητική

διανοητικῆς δυνάμεως· ὃ δὴ μόνον τῆς ἡμετέρας ζωῆς ἐξαίρετον ἐν

δύναμη· διότι μόνον αυτή, όπως είπαμε, είναι το εξαιρετικό γνώρισμα της

ἑαυτῷ, καθὼς εἴρηται, τοῦ θείου χαρακτῆρος ἔχον τὴν μίμησιν.

ζωής μας και αποτελεί στον εαυτό μας μίμηση των ιδιοτήτων του Θεού.

᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ κατὰ τὸν ἤδη προαποδοθέντα λόγον, οὐκ ἔστιν ἄλλως

Αλλά επειδή, σύμφωνα με το επιχείρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν

τὴν λογικὴν δύναμιν ἐγγενέσθαι τῇ σωματικῇ ζωῇ, μὴ διὰ τῶν

μπορούσε με άλλο τρόπο η λογική δύναμη να συνδεθεί με τη ζωή του σώματος,

αἰσθήσεων ἐγγινομένην· ἡ δὲ αἴσθησις ἐν τῇ τῶν ἀλόγων προϋπέστη

παρά μόνον μέσω των αισθήσεων· γι’ αυτό οι αισθήσεις προϋπήρχαν στη φύση

φύσει· ὡς ἀναγκαίως διὰ τοῦ ἑνὸς καὶ πρὸς τὰ συνημμένα τούτων

των ζώων. Έτσι, υποχρεωτικά μέσω του ενός εκπληρώνεται η κοινωνία της

γίνεται τῆς ψυχῆς ἡμῶν ἡ κοινωνία.  

ψυχής μας και με όλα όσα έχουν συνδεθεί μ’ αυτό.

 

28. »Ταῦτα δέ ἐστιν ὅσα ἐν ἡμῖν γινόμενα πάθη λέγεται, ἃ οὐχὶ πάντως

»Κι αυτά (που συνδέονται μέσω του ενός με την ψυχή) είναι τα λεγόμενα πάθη

ἐπὶ κακῷ τινι τῇ ἀνθρωπίνῃ συνεκληρώθη ζωῇ· ἦ γὰρ ἂν ὁ Δημιουργὸς

μας, τα οποία πάντως δεν συνάφθηκαν με την ανθρώπινη ζωή για κάποιο κακό

τῶν κακῶν τὴν αἰτίαν ἔχῃ, εἰ ἐκεῖθεν αἱ τῶν πλημμελημάτων ἦσαν

σκοπό. Διότι πράγματι τότε, εάν τα σφάλματα υποχρεωτικά ήταν από κει

ἀνάγκαι συγκαταβεβλημέναι τῇ φύσει· ἀλλὰ τῇ ποιᾷ χρήσει τῆς

συνδεδεμένα με τη φύση, αίτιος των κακών θα ήταν ο Δημιουργός. Αντίθετα

προαιρέσεως, ἢ ἀρετῆς, ἢ κακίας ὄργανα τὰ τοιαῦτα τῆς ψυχῆς

όμως, αυτές οι κινήσεις της ψυχής γίνονται όργανα της αρετής ή της κακίας

κινήματα γίνεται.

ανάλογα με τη χρήση της προαιρέσεως (ελευθερία βουλήσεως).

 

»Καθάπερ ὁ σίδηρος κατὰ γνώμην τοῦ τεχνίτου τυπούμενος, πρὸς

»Όπως ακριβώς, όταν το σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα με τη γνώμη του

ὅπερ ἂν ἔθετο τοῦ τεχνιτεύοντος ἡ ἐνθύμησις, πρὸς τοῦτο καὶ

τεχνίτη, παίρνει το σχήμα που συνέλαβε η φαντασία του τεχνίτη και γίνεται

σχηματίζεται, ἢ ξίφος, ἤ τι γεωργικὸν ἐργαλεῖον γινόμενος. Οὐκοῦν

ή ξίφος ή κάποιο γεωργικό εργαλείο. Έτσι ακριβώς συμβαίνει, εάν η λογική,

εἰ μὲν ὁ λόγος, ὃ δὴ τῆς φύσεώς ἐστιν ἐξαίρετον, τῶν ἔξωθεν

η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσεώς μας, ηγεμονεύει σε

ἐπεισκριθέντων τὴν ἡγεμονίαν ἔχοι, καθὼς καὶ δι᾿ αἰνίγματος ὁ τῆς

όσα εισχωρούν μέσα μας απέξω· αποφθεγματικά μάλιστα το δηλώνει ο λόγος

Γραφῆς παρεδήλωσε λόγος, ἄρχειν ἐγκελευόμενος πάντων τῶν

της Αγίας Γραφής, όταν μας δίνει την εντολή να κυριαρχούμε σε όλα τα

ἀλόγων, οὐκ ἄν τι πρὸς κακίας ὑπηρεσίαν τῶν τοιούτων κινημάτων

άλογα. Τότε καμία απ’ αυτές τις κινήσεις δεν θα ενεργούσε μέσα μας, για να

ἡμῖν ἐνεργήσειε, τοῦ μὲν φόβου τὸ ὑπήκοον ἐμποιοῦντος, τοῦ δὲ θυμοῦ

υπηρετεί την κακία· ο φόβος θα γεννούσε υπακοή, ο θυμός ανδρεία,

τὸ ἀνδρεῖον, τῆς δειλίας δὲ τὴν ἀσφάλειαν, τῆς δὲ ἐπιθυμητικῆς ὁρμῆς

η δειλία ασφάλεια και η ορμή της επιθυμίας θα μας προξενούσε

τὴν θείαν τε καὶ ἀκήρατον ἡμῖν ἡδονὴν προξενούσης.

τη θεϊκή και αγία ηδονή.

 

»Εἰ δὲ ἀποβάλοι τὰς ἡνίας ὁ λόγος, καὶ οἷόν τις ἡνίοχος ἐμπλακεὶς τῷ

»Εάν όμως η λογική χάσει τα χαλινάρια, γίνεται σαν τον αρματηλάτη που

ἅρματι κατόπιν ὑπ᾿ αὐτοῦ σύροιτο, ἐκεῖ ἀπαγόμενος ὅπουπερ ἂν ἡ

μπλέκεται κάτω από το άρμα· και τον σέρνει αυτό οπουδήποτε τον οδηγεί το

ἄλογος κίνησις τῶν ὑπεζευγμένων φέρει, τότε εἰς πάθος αἱ ὁρμαὶ

ακυβέρνητο τρέξιμο των υποζυγίων. Τότε οι ορμές καταντούν πάθη, όπως

καταστρέφονται, οἷον δὴ καὶ ἐπὶ τοῖς ἀλόγοις ἔστιν ἰδεῖν.

ακριβώς μπορούμε να δούμε ότι συμβαίνει στα άλογα ζώα.

 

»᾿Επεὶ γὰρ οὐκ ἐπιστατεῖ λογισμοῖς τοῖς φυσικῶς αὐτοῖς

»Διότι, επειδή η λογική δεν διευθύνει την κίνηση που υπάρχει από τη φύση

ἐγκωμιαζομένης κινήσεως, τὰ μὲν θυμώδη τῶν ζώων ἐν ἀλλήλοις

σ’ αυτά, τα πιο θυμώδη από τα ζώα αλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα

φθείρεται τῷ θυμῷ στρατηγούμενα· τὰ δὲ πολύσαρκά τε καὶ δυνατὰ

από το θυμό· τα παχύσαρκα πάλι και τα πιο δυνατά ζώα, δεν ωφελούνται

εἰς οὐδὲν οἰκεῖον ἀγαθὸν ἀπώνατο τῆς δυνάμεως, κτῆμα τοῦ λογικοῦ

καθόλου από τη δύναμή τους, διότι λόγω ελλείψεως λογικότητας γίνονται

διὰ τὴν ἀλογίαν γινόμενα· ἥ τε τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἡδονῆς ἐνέργεια

υπόδουλα σ’ όποιον έχει λογική· και η ενέργεια της επιθυμίας και της ηδονής

περὶ οὐδὲν τῶν ὑψηλῶν ἀσχολοῦται· οὔτε ἄλλο τι τῶν ἐν αὐτοῖς

δεν στρέφεται σε κανένα από τα σπουδαία· ούτε καμμία άλλη ενέργειά τους

θεωρουμένων λόγῳ τινὶ πρὸς τὸ λυσιτελοῦν διεξάγεται.

αποβαίνει με τη χρήση της λογικής σε κάποια ωφέλεια.

 

»Οὕτω καὶ ἐν ἡμῖν εἰ μὴ πρὸς τὸ δέον ἄγοιτο ταῦτα διὰ τοῦ λογισμοῦ,

»Ετσι και σε μας, εάν οι κινήσεις αυτές δεν οδηγούνται από τη λογική εκεί που

ἀλλ᾿ ἐπικρατοίη τῆς τοῦ νοῦ δυναστείας τὰ πάθη, πρὸς τὸ ἄλογόν τε

πρέπει, αλλά αντίθετα τα πάθη καταδυναστεύουν το νου, τότε ο άνθρωπος από

καὶ ἀνόητον μεταβαίνων ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τοῦ διανοητικοῦ καὶ

τη λογικότητα και την ομοιότητα προς το Θεό μεταβαίνει προς την αλογία και

θεοειδοῦς τῇ ὁρμῇ τῶν τοιούτων παθημάτων ἀποκτηνούμενος».

την ανοησία, και με την ορμή τέτοιων παθών αποκτηνώνεται».

 

29. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ καὶ σφόδρα περὶ τὰ εἰρημένα διατεθεὶς, «᾿Αρκεῖ μὲν,

Εγώ τότε συγκινήθηκα πολύ απ’ όσα άκουσα και είπα: «Τα τόσο απλά και

ἔφην, παντὶ τῷ γε νοῦν ἔχοντι ψιλῶς οὑτωσὶ καὶ ἀκατασκεύως δι᾿

ξεκάθαρα επιχειρήματά σου είναι αρκετά, για κάθε άνθρωπο που διαθέτει

ἀκολούθου προελθὼν ὁ λόγος, εὖ ἔχειν δόξαι καὶ μηδαμοῦ

στοιχειώδη λογική, για να πεισθεί ότι είναι ορθά και σε κανένα σημείο δεν

παρεσφάλθαι τῆς ἀληθείας.  ᾿Επεὶ δὲ τοῖς μὲν τὰς τεχνικὰς ἐφόδους

ξεφεύγουν από την αλήθεια. Διότι, γι’ αυτούς που έχουν μελετήσει τη

μεμελιτηκόσι τῶν ἀποδείξεων, ὁ συλλογισμὸς ἱκανὸς εἰς πίστιν δοκεῖ·

διαλεκτική τέχνη των επιχειρημάτων, ο συλλογισμός αρκεί για να πεισθούν.

ἡμῖν δὲ πάντων τῶν τεχνικῶν συμπερασμάτων ἕξις πιστότερον εἶναι

Εμείς όμως, απ’ όλα τα πορίσματα της διαλεκτικής τέχνης, θεωρούμε πιο

ὡμολογεῖτο τὸ διὰ τῶν ἱερῶν τῆς Γραφῆς διδαγμάτων

αξιόπιστο αυτό που προκύπτει από τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής.

ἀναφαινόμενον· ζητεῖν οἶμαι δεῖν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις, εἰ ἡ θεόπνευστος

Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει ν’ αναζητήσουμε για όσα έχουν λεχθεί, εάν η

διδασκαλία τούτοις συμφέρεται».

θεόπνευστη διδασκαλία συμφωνεί μ’ αυτά».

 

30. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, «Καὶ τίς ἂν ἀντείποι, φησὶ, μὴ οὐχὶ ἐν τούτῳ μόνῳ

Και εκείνη λέει: «Και ποιός θα είχε αντίρρηση ότι η αλήθεια υπάρχει μόνον

τὴν ἀλήθειαν τιθέσθω, ᾧ σφραγὶς ἔπεστι τῆς γραφικῆς μαρτυρίας;

εκεί όπου τίθεται η σφραγίδα της μαρτυρίας της Αγίας Γραφής;

Οὐκοῦν εἰ χρή τι καὶ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου διδασκαλίας πρὸς τὴν τοῦ

Εάν, λοιπόν, χρειάζεται ν’ αναφερθεί και κάτι από τη διδασκαλία του

δόγματος τούτου συνηγορίαν παραληφθῆναι, οὐκ ἀπὸ καιροῦ γένοιτ᾿

Ευαγγελίου για επιβεβαίωση αυτής της πίστεως, δεν θα ήταν ανεπίκαιρη η

ἂν ἡμῖν τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων ἡ θεωρία.

η διδασκαλία για την παραβολή των ζιζανίων.

 

»῎Εσπειρε γὰρ ἐκεῖ τὸ καλὸν σπέρμα ὁ οἰκοδεσπότης ἡμεῖς δὲ πάντως

Ο οικοδεσπότης έσπειρε εκεί τον καλό σπόρο· εμείς πάντως αποτελούμε τους

ὁ οἶκός ἐσμεν· καθεύδοντας δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐπιφυλάξας ἐνέσπειρεν

ένοικους του σπιτιού. Ο εχθρός παραφύλαξε και, όταν οι ένοικοι κοιμόταν,

ὁ ἐχθρὸς τῷ τροφίμῳ τὸ ἄχρηστον, αὐτῷ τῷ σίτῳ κατὰ τὸ μέσον

έσπειρε μέσα στον καλό και τον άχρηστο σπόρο· έριξε τα ζιζάνια μέσα στο

ἐνθεὶς τὸ ζιζάνιον. Καὶ συνεβλάστησαν ἀλλήλοις τὰ σπέρματα.

στάρι. Και όλα τα σπέρματα, καλά και κακά, βλάστησαν μαζί. Διότι, δεν ήταν

Οὐ γὰρ ἦν δυνατὸν τὸ αὐτῷ τῷ σίτῳ ἐντεθὲν σπέρμα μὴ σὺν ἐκείνῳ

δυνατό ο σπόρος, που σπάρθηκε μαζί με το στάρι, να μη βλαστήσει μαζί

βλαστῆσαι. Κωλύει δὲ τοὺς ὑπηρέτας ὁ τῆς γεωργίας ἔφορος μὴ

μ’ εκείνο. Ο επιστάτης μάλιστα της καλλιέργειας εμποδίζει τους εργάτες να

ἀποτίλλειν τὸ ἄχρηστον διὰ τὴν ἐν τῇ ῥίζῃ τῶν ἐναντίων συμφυΐαν,

ξεχορταριάσουν τα άχρηστα, διότι στη ρίζα είχαν φυτρώσει και τα χρήσιμα·

ὡς ἂν μὴ τὸ ἀλλότριον συνεκτίνει τὸ τρόφιμον.

και μαζί με το άχρηστο θα ξερρίζωνε και το φαγώσιμο στάρι.

 

»Τὰς γὰρ τοιαύτας τῆς ψυχῆς ὁρμὰς διὰ τῶν καλῶν σπερμάτων

»Νομίζουμε ότι η παραβολή υπονοεί με τον καλό σπόρο εκείνες τις ορμές της

οἰόμεθα τὸν λόγον ἐνδείκνυσθαι, ὧν ἕκαστον, εἰ μόνον πρὸς τὸ ἀγαθὸν

ψυχής που η καθεμιά, εάν καλλιεργούνταν μόνο προς το καλό,

ἐγεωργεῖτο, τὸν τῆς ἀρετῆς ἐν ἡμῖν καρπὸν πάντως ἐβλάστησεν.

σίγουρα θα απόδιδε σε μας τον καρπό της αρετής.

᾿Επειδὴ δὲ παρενεσπάρη τούτοις ἡ περὶ τὴν τοῦ καλοῦ κρίσιν

Επειδή όμως σπάρθηκε ανάμεσα σ’ αυτά και η σύγχυση για τη διάκριση του

διαμαρτία, καὶ τὸ ὄντως καὶ μόνον κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν καλὸν, διὰ

καλού, αυτό το όντως καλό από την ίδια του τη φύση επισκιάστηκε από

τοῦ συναναφυέντος βλαστοῦ τῆς ἀπάτης ἐπεσκοτίσθη· τὸ γὰρ

το απατηλό βλαστάρι που φύτρωσε παράλληλα. Διότι η επιθυμία δεν φύτρωσε

ἐπιθυμητικὸν οὐ πρὸς τὸ φύσει καλὸν οὗ χάριν κατεσπάρη ἡμῖν ἐφύη τε

και αυξήθηκε χάρη στον από τη φύση του καλό σπόρο, εξαιτίας του οποίου

καὶ ἀνέδραμεν, ἀλλὰ πρὸς τὸ κτηνῶδες καὶ ἄλογον τὸν βλαστὸν

βλάστησε μέσα μας, αλλά μετάτρεψε το βλαστό προς τη κτηνωδία και την

μετεποίησε τῆς περὶ τὸ καλὸν ἀκρισίας, πρὸς τοῦτο τὴν τῆς ἐπιθυμίας

ανικανότητα να διακρίνει το καλό, αφού η επιθυμία οδηγούσε την ορμή (της

ἐνεγκοῦσαν ὁρμήν.

ψυχής) σε κάτι τέτοιο.

 

»῾Ωσαύτως καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ σπέρμα οὐ πρὸς ἀνδρείαν ἐστόμωσεν,

»Παρόμοια και ο σπόρος του θυμού δεν οδήγησε στην ανδρεία, αλλά εξόπλισε

ἀλλὰ πρὸς τὴν τῶν ὁμοφύλων μάχην ἐξώπλισεν· ἥ τε τῆς ἀγάπης

τους ανθρώπους για πόλεμο εναντίον των ομοφύλων τους. Και η δύναμη της

δύναμις τῶν νοητῶν ἀπέστη, περὶ τὴν τῶν αἰσθητῶν ἀπόλαυσιν πέρα

αγάπης απομακρύνθηκε από τα νοητά, διότι επιδόθηκε με υπέρμετρη μανία

τοῦ μέτρου ὑλομανήσασα, καὶ τὰ ἄλλα τὸν αὐτὸν τρόπον, τοὺς

στην απόλαυση των αισθητών. Και οι υπόλοιποι σπόροι, με τον ίδιο τρόπο,

χείρονας βλαστοὺς ἀντὶ τῶν κρειττόνων ἐξήνθησεν·

έβγαλαν τους χειρότερους βλαστούς αντί τους καλύτερους.

 

»τούτου χάριν ἀφίησιν ὁ σοφὸς γεωργὸς τὸ ἐμφυὲν τῷ σπέρματι

»Εξαιτίας αυτού ο σοφός γεωργός αφήνει τα ζιζάνια που φύτρωσαν

βλάστημα ἐν αὐτῷ εἶναι, προμηθείᾳ τοῦ μὴ γυμνωθῆναι τῶν

μαζί με το φυτό να παραμένουν, από φόβο μήπως ξεριζωθεί μαζί με τους

κρειττόνων ἡμᾶς, καθόλου τῆς ἐπιθυμίας τῷ ἀχρήστῳ βλαστῷ

άχρηστους βλαστούς εξ ολοκλήρου η επιθυμία, και στερηθούμε εμείς και τα

συνεκριζωθείσης. Εἰ γὰρ τοῦτο πάθῃ ἡ φύσις, τί ἔσται τὸ ἐπαῖρον ἡμᾶς

καλύτερα. Διότι, αν πάθει η φύση μας κάτι τέτοιο, τί θα υπάρχει που θα μας

πρὸς τὴν τῶν ἐπουρανίων συνάφειαν; ἢ τῆς ἀγάπης ἀφαιρεθείσης, τίνι

οδηγεί στη σχέση με τα επουράνια; Ή, εάν αφαιρέσουμε την αγάπη, με ποιό

τρόπῳ πρὸς τὸ Θεῖον συναφθησόμεθα; Τοῦ δὲ θυμοῦ κατασβεσθέντος,

τρόπο θα ενωθούμε με το Θεό; Εάν πάλι ξεθύμαινε τελείως ο θυμός, ποιό όπλο

ποῖον ὅπλον κατὰ τοῦ προσπαλαίοντος ἕξομεν;

θα έχουμε ενάντιο σ’ αυτόν (διάβολο)που μας πολεμά;

 

»᾿Εφίησι τοίνυν τὰ νόθα τῶν σπερμάτων ἐν ἡμῖν ὁ γεωργὸς, οὐχ ὡς

»Αφήνει, λοιπόν, μέσα μας τα άχρηστα σπέρματα ο γεωργός, όχι για να

ἀεὶ κατακρατεῖν τῆς τιμιωτέρας σπορᾶς, ἀλλ᾿ ὡς αὐτὴν τὴν ἄρουραν

κυριαρχήσουν για πάντα στον καλό σπόρο· αλλά, για να μπορέσει η γη –έτσι

οὕτω γὰρ τὴν καρδίαν τροπικῶς ὀνομάζει διὰ τῆς ἐγκειμένης αὐτῇ

μεταφορικά ονομάζει την καρδιά μας–, με τη φυσική δύναμη που διαθέτει

φυσικῆς δυνάμεως, ἥτις ἐστὶν ὁ λογισμὸς, τὸ μὲν ξηρᾶναι τῶν

 –κι αυτή (για την καρδιά μας) είναι το λογικό–, άλλα από τα βλαστήματα να

βλαστημάτων, τὸ δὲ κάρπιμον καὶ εὐθαλὲς ἀπεργάσασθαι. Εἰ δὲ μὴ

ξεράνει και άλλα να τα βοηθήσει να μεγαλώσουν και καρπίσουν. Κι αν δεν

τοῦτο γένοιτο, τῷ πυρὶ τὴν τῆς γεωργίας διάκρισιν ταμιεύεται.  

γίνει αυτό, με τη φωτιά ξεχωρίζει τα γεωργικά προϊόντα.

 

31. »Οὐκοῦν εἰ μέν τις τούτοις κατὰ τὸν δέοντα χρήσαι λόγον, ἐν αὐτῷ

»Επομένως, εάν κανείς χρησιμοποιήσει αυτές (τις δυνάμεις) όπως πρέπει: εάν

λαμβάνηται ἐκεῖνα, καὶ μὴ αὐτὸς ἐν ἐκείνοις, ἀλλ᾿ οἷόν τις βασιλεὺς τῇ

δηλαδή αυτός κυριαρχεί σ’ εκείνες κι όχι εκείνες σ’ αυτόν· και αν τις

πολυχειρίᾳ τῶν ὑπηκόων συνεργῷ χρώμενος, ῥᾷον κατορθώσει τὸ

χρησιμοποιεί σαν συνεργούς, όπως ο βασιλιάς την εργασία των υπηκόων του,

κατ᾿ ἀρετὴν σπουδαζόμενον.

εύκολα θα πετύχει εκείνο που επιδιώκει η αρετή.

 

»Εἰ δὲ ἐκείνοις γένοιτο, καθάπερ δούλων τινῶν ἐπαναστάντων τῷ

»Εάν όμως υποδουλωθεί σ’ αυτές, όπως οι δούλοι επαναστάτησαν εναντίον

κεκτημένῳ, καὶ ἐξανδραποδισθείη ταῖς δουλικαῖς ἐπινοίαις ἀγεννῶς

του κυρίου τους, και αιχμαλωτισθεί υποκύπτοντας υποτιμητικά στις επιθυμίες

ὑποκύψαι, καὶ κτῆμα γένοιτο τῶν ὑπεζευγμένων κατὰ τὴν φύσιν

των δούλων και γίνει υποχείριο εκείνων που είναι από τη φύση στις διαταγές

αὐτῷ, πρὸς ἐκεῖνα κατ᾿ ἀνάγκην μετατεθήσεται, πρὸς ἅπερ ἂν ἡ

του, τότε αναγκαστικά θα ξεπέσει προς τα εκεί που θα τον εκβιάζει

ἐπικράτησις τῶν καθηγουμένων βιάζεται.

η εντολή αυτών που θα τον υποτάξουν.

 

»Εἰ δὲ ταῦτα τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, οὔτε ἀρετὴν, οὔτε κακίαν ἐφ᾿

»Εάν αυτή είναι κατάσταση αυτών, δεν θεωρούμε καθ’ εαυτές μήτε αρετή

ἑαυτῶν ταῦτα ἀποφανούμεθα, ὅσα κινήματα τῆς ψυχῆς ὄντα ἐπὶ τῇ

μήτε κακία αυτές τις δυνάμεις της ψυχής που βρίσκονται κάτω από την εξουσία

ἐξουσίᾳ τῶν χρωμένων κεῖται, ἢ καλῶς ἢ ἑτέρως ἔχειν. ᾿Αλλ᾿ ὅταν μὲν

όσων τις χρησιμοποιούν για να ενεργούν ή καλά ή άσχημα. Όταν η κίνησή τους

αὐτοῖς πρὸς τὸ κρεῖττον ἡ κίνησις ᾖ, ἐπαίνων γίνεσθαι ὕλην, ὡς τῷ

χρησιμοποιείται για το καλύτερο, γίνεται αντικείμενο επαίνων· όπως συνέβη

Δανιὴλ τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τῷ Φινεὲς τὸν θυμὸν, καὶ τῷ καλῶς

με την επιθυμία στο Δανιήλ, με το θυμό στο Φινεές και με τη λύπη σ’ εκείνον

πενθοῦντι τὴν λύπην. Εἰ δὲ πρὸς τὸ χεῖρον γένοιτο ἡ ῥοπὴ, τότε πάθη

που πενθεί κατά Θεόν. Εάν όμως η ορμή χρησιμοποιείται προς το χειρότερο,

γίνεσθαι ταῦτα καὶ ὀνομάζεσθαι».

τότε οι κινήσεις αυτές γίνονται και λέγονται πάθη».

 

32. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ, ταῦτα διεξελθούσης, ἐπειδὴ παυσαμένη βραχύ τι

Ενώ έλεγε αυτά, μόλις διέκοψε για λίγο το λόγο της, 

ἔδωκε τῷ λόγῳ διαλιπεῖν, καὶ συνελεξάμην τῇ διανοίᾳ τὰ εἰρημένα,

εγώ συγκέντρωσα το νου μου σε όσα ειπώθηκαν

πάλιν ἐπὶ τὴν προτέραν διέδραμον ἀκολουθίαν τοῦ λόγου, ἐν ᾧ

και έφερα τη σκέψη μου στην προηγούμενη συζήτηση, στην οποία είχε

κατεσκευάζετο, μὴ ἀδύνατον εἶναι τὴν ψυχὴν διαλυθέντος τοῦ

υποστηριχθεί ότι είναι δυνατόν η ψυχή, όταν διαλυθεί το σώμα,

σώματος ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναι. 

να παραμένει στα στοιχεία του σώματος.

 

Καὶ τοῦτο εἶπον πρὸς τὴν διδάσκαλον· «Ποῦ ἐκεῖνο τὸ πολυθρύλλητον

Και ρώτησα τότε τη δασκάλα: «Πού είναι εκείνο το πολυθρύλλητο όνομα

τοῦ ᾅδου ὄνομα· πολὺ μὲν ἐν τῇ συνηθείᾳ τοῦ βίου, πολὺ δὲ ἐν ταῖς

του Άδη; Το όνομα που αναφέρεται πολλές φορές και στην καθημερινότητα

συγγραφαῖς ταῖς τε ἔξωθεν καὶ ταῖς ἡμετέραις περιφερόμενον, εἰς ὃ

της ζωής και στα συγγράμματα της κοσμικής και χριστιανικής παιδείας; Και

πάντες οἴονται καθάπερ δοχεῖον ἐνθένδε τὰς ψυχὰς μετανίστασθαι;

στον οποίο όλοι νομίζουν ότι οι ψυχές από εδώ μεταφέρονται σαν δοχείο;

Οὐ γὰρ ἂν τὰ στοιχεῖα τὸν ᾅδην λέγοις».

Δεν πιστεύω να έλεγες, βέβαια, "άδη" τα στοιχεία του σώματος!».

 

33. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «Δῆλος ᾖ, φησὶ, μὴ λίαν προσεσχηκὼς τῷ

Και η δασκάλα μου απάντησε: «Είναι φανερό ότι δεν πρόσεξες πολύ όσα είπα.

λόγῳ. Τὴν γὰρ ἐκ τοῦ ὁρωμένου πρὸς τὸ ἀειδὲς μετάστασιν τῆς ψυχῆς

Διότι όταν αναφέρθηκα στην μετάσταση της ψυχής από τα ορατά στα αιώνια,

εἰποῦσα, οὐδὲν ᾤμην ἀπολελοιπέναι εἰς τὸ περὶ τοῦ ᾅδου ζητούμενον.

νομίζω ότι δεν παρέλειψα τίποτε σχετικό με το ζήτημα του άδη.

Οὐδὲν ἄλλο τί μοι δοκεῖ παρά τε τῶν ἔξωθεν καὶ παρὰ τῆς θείας

Διότι, το όνομα αυτό του άδη, στον οποίο λένε ότι πηγαίνουν οι ψυχές, τίποτε

Γραφῆς τὸ ὄνομα τοῦτο διασημαίνειν, ἐν ᾧ τὰς ψυχὰς γίνεσθαι

άλλο δεν μου φαίνεται ότι σημαίνει, τόσο στην κοσμική σοφία όσο και στην

λέγουσι, πλὴν εἰς τὸ ἀειδὲς καὶ ἀφανὲς μεταχώρησιν».

Αγία Γραφή, παρά την αναχώρηση της ψυχής για το αιώνιο και αόρατο».

 

ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, εἶπον, τὸν ὑποχθόνιον χῶρον οἴονταί τινες οὕτω

«Και πώς, ρώτησα, ορισμένοι πιστεύουν ότι ονομάζεται έτσι εκείνος ο υπόγειος

λέγεσθαι, καὶ ἐν αὐτῷ κἀκείνων τὰς ψυχὰς πανδοχεύειν, καθάπερ τι

χώρος που φιλοξενεί τις ψυχές τους; Και ότι μοιάζει σαν τόπος κατάλληλος

χώρημα τῆς τοιαύτης φύσεως δεκτικὸν τὰς ἀποπτάσας ἤδη τῆς

να δέχεται τραβώντας προς τον εαυτό του τις ψυχές που ήδη έφυγαν

ἀνθρωπίνης ζωῆς πρὸς ἑαυτὸν ἐφελκόμενον»;  

από τη ζωή των ανθρώπων».

 

34. ΜΑΚΡ. ᾿Αλλ᾿ οὐδὲν μᾶλλον, φησὶν ἡ διδάσκαλος, τὸ δόγμα διὰ τῆς

Απάντησε η δασκάλα: «Σε τίποτε το δόγμα μας δεν θα βλαφτεί από μια τέτοια

ὑπονοίας ταύτης παραβλαβήσεται. Εἰ γάρ ἀληθὴς ὁ λόγος ὁ κατὰ σέ,

άποψη. Διότι, εάν είναι αλήθεια εκείνο που είπες, ότι δηλαδή ο ουράνιος

τό συνεχῆ τε πρὸς ἑαυτὸν καὶ ἀδιάσπαστον εἶναι τὸν οὐράνιον πόλον

πόλος είναι συνεχής καθ’ εαυτόν και αδιάσπαστος και με τον κύκλο του

τῷ ἰδίῳ κύκλῳ πάντα ἐμπεριέχοντα, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τὴν γῆν καὶ τὰ

περικλείει τα πάντα και ότι στο μέσον αιωρείται η γη και οι δορυφόροι της

περὶ αὐτὴν αἰωρεῖσθαι, καὶ πάντως κυκλοφορουμένων τὴν κίνησιν

και ότι η κίνηση γενικά όλων των περιφερομένων γίνεται γύρω από το

περὶ τὸ ἑστὼς καὶ πάγιον γίνεσθαι, ἀνάγκη πᾶσα, φησὶν, ὅτιπερ ἂν

σταθερό και πάγιο αυτό κέντρο· εάν συμβαίνουν όλα αυτά, υποχρεωτικά ό,τι

ἑκάστῳ ἐκ τῶν στοιχείων ᾖ κατὰ τὸ ἄνω τῆς γῆς μέρος, τοῦτο κατὰ

συμβαίνει στα στοιχεία που βρίσκονται στο πάνω μέρος της γης, αυτό πρέπει

τὸ ἀντικείμενον εἶναι, μιᾶς τῆς οὐσίας ὅλον αὐτῆς τὸν ὄγκον ἐν κύκλῳ

να γίνεται και στο κάτω, αφού η μία και ίδια ουσία περιτρέχει κυκλικά όλο τον

περιθεούσης.

όγκο της.

 

»Καὶ ὥσπερ ὑπὲρ τοῦ ἡλίου φανέντος ἐπὶ τὸ ὑποκείμενον αὐτῆς

»Και όπως όταν ο ήλιος φανεί πάνω από τη γη, η σκιά του σχήματος της

στρέφεται ἡ σκιὰ τοῦ σφαιροειδοῦς σχήματος, οὐ δυναμένου κατ᾿

σφαίρας του πέφτει στο κάτω μέρος της γης· διότι αυτό δεν είναι δυνατόν να 

αὐτὸν ἐν κύκλῳ διαληφθῆναι τῇ τῆς ἀκτῖνος περιβολῇ, ἀλλὰ κατὰ

περιληφθεί ολόκληρο στον κύκλο της ακτίνας της γης· αλλά, ο ήλιος,

πᾶσαν ἀνάγκην, καθ᾿ ὅπερ ἂν τῆς γῆς μέρος προσβάλλῃ ταῖς ἀκτῖσιν

ο οποίος συγκεντρώνεται σ’ ένα σημείο, σε όποιο μέρος της γης

ὁ ἥλιος, κατά τινος κέντρου πάντως ἐπὶ τῆς σφαίρας γινόμενος,

ρίχνει τις ακτίνες του, το διαμετρικά αντίθετο μέρος της γης

πρὸς τὴν εὐθεῖαν διάμετρον κατὰ τὸ ἕτερον πέρας σκότος ἔσται·

προς την άλλη πλευρά, θα είναι σκοτεινό.

καὶ οὕτω κατὰ τὸ διηνεκὲς, τῷ ἡλιακῷ δρόμῳ ἐπὶ τὸ ἀντικείμενον τῇ

Και έτσι, πάντοτε με την πορεία της ηλιακής ακτινοβολίας συμπορεύεται και

τῆς ἀκτῖνος εὐθείᾳ συμπεριοδεύει τὸ σκότος, ὥστε κατὰ τὸ ἶσον, τόν τε

το σκοτάδι του μέρους εκείνου της γης που βρίσκεται αντίθετα στο φωτιζόμενο·

ὑπέργειον, καὶ τὸν ὑπόγειον τόπον ἀνὰ μέρος γίνεσθαι ἐν φωτί τε καὶ

ώστε, εξίσου και το πάνω μέρος και το κάτω μέρος της γης, πότε βρίσκεται στο

σκότει· οὕτως εἰκὸς καὶ τἄλλα πάντα ὅτιπερ ἂν στοιχειωδῶς ἐν τῷ

φως και πότε στο σκοτάδι. Είναι, επομένως, εύλογο να μην αμφιβάλλουμε ότι

καθ᾿ ἡμᾶς ἡμισφαιρίῳ τῆς γῆς θεωρεῖται, τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τὸ ἕτερον

εκείνο που συμβαίνει στο ένα ημισφαίριο της γης, το ίδιο θα συμβαίνει και στο

εἶναι μὴ ἀμφιβάλλειν.

άλλο.

 

»Μιᾶς δὲ καὶ τῆς αὐτῆς οὔσης κατὰ πᾶν τῆς γῆς μέρος τῆς τῶν

»Αφού είναι μία η σύσταση των στοιχείων σε κάθε μέρος της γης,

στοιχείων περιβολῆς, οὔτε ἀντιλέγειν, οὔτε συναγορεύειν οἶμαι δεῖν

νομίζω ότι δεν πρέπει ούτε να διαφωνούμε ούτε να συμφωνούμε

τοῖς περὶ τούτων ἐνισταμένοις, ὡς δέον ἢ τοῦτον, ἢ τὸν καταχθόνιον

μ’ εκείνους που υποστηρίζουν ότι πρέπει να θεωρήσουμε ή το πάνω μέρος ή το

τόπον ἀποτετάχθαι οἴεσθαι ταῖς τῶν σωμάτων ἐκλυθείσαις ψυχαῖς.

μέρω της γης ως τον τόπο όπου τοποθετούνται οι ψυχές μετά την φυγή από το

῞Εως γὰρ ἂν μὴ παρακινοίη τὸ προηγούμενον δόγμα ἡ ἔνστασις περὶ

σώμα. Εφόσον η θεωρία αυτή δεν αντιτίθεται στην πίστη που προηγουμένως

τοῦ εἶναι μετὰ τὴν ἐν σαρκὶ ζωὴν τὰς ψυχὰς, οὐδὲν περὶ τόπου ὁ

είπαμε, ότι δηλαδή οι ψυχές υπάρχουν μετά το θάνατο, δεν θα διαφωνήσει η

ἡμέτερος λόγος διενεχθήσεται, μόνον σωμάτων ἴδιον εἶναι τὴν ἐπὶ

δική μας επιχειρηματολογία για τον τόπο· διότι μόνον τα σώματα  έχουν την

τόπου θέσιν καταλαμβάνων· ψυχὴν δὲ ἀσώματον οὖσαν, μηδεμίαν

ιδιότητα να καταλαμβάνουν θέση στο χώρο. Η ψυχή είναι ασώματη και δεν

ἀνάγκην ἔχειν ἐκ φύσεως τόποις τισὶν ἐγκατέχεσθαι».

έχει καμιά ανάγκη από τη φύση της να εγκαθίσταται σε τόπους».

 

35. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, εἰ τὸν ᾿Απόστολον ὁ ἀντιλέγων προβάλλοιτο,

«Και τί θ’ απαντήσεις, ρώτησα, εάν ο αντιρρησίας παρουσιάσει τον Απόστολο

πᾶσαν λέγοντα τὴν λογικὴν κτίσιν ἐν τῇ τοῦ παντὸς ἀποκαταστάσει

που λέει ότι όλη η λογική κτίση, όταν θ’ αποκατασταθούν τα πάντα, θ’

πρὸς τὸν τοῦ παντὸς ἐξηγούμενον βλέπειν, ἐν οἷς καταχθονίων

αποβλέπει σ’ εκείνον που θα κυριαρχεί σε όλα; Και μεταξύ των άλλων μάλιστα,

μνημονεύει τινῶν δι᾿ ᾿Επιστολῆς πρὸς Φιλιππησίους εἰπών· ὅτι Αὐτῷ

στην επιστολή στους Φιλιππησίους, μνημονεύει και κάποια κάτω μέρη της γης

πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων;

(καταχθόνια), λέγοντας: "σ’ Αυτόν θα γονατίσουν (υποταχθούν) τα επουράνια,

τα επίγεια και τα καταχθόνια;"».

 

ΜΑΚΡ. «᾿Επιμενοῦμεν τῷ δόγματι, φησὶν ἡ διδάσκαλος, κἂν ταῦτα

«Εμείς, απάντησε η δασκάλα, θα επιμείνουμε στη διδασκαλία μας, κι αν ακόμη

λεγόντων ἀκούωμεν, περὶ μέντοι τοῦ εἶναι τὴν ψυχὴν καὶ τὸν

ακούμε να λένε αυτά· διότι, για το ότι ζει η ψυχή μετά θάνατο, έχουμε

ἀντιλέγοντα σύμψηφον ἔχοντες, περὶ τόπου, καθὼς ἐν τοῖς φθάσασιν

σύμφωνο και τον αντίπαλο· σχετικά πάλι με τον τόπο που πάει η ψυχή, όπως

εἴρηται, οὐκ ἐνιστάμενοι».

είπαμε παραπάνω, δεν θα διαφωνήσουμε».

 

ΓΡΗΓ. «Τοῖς οὖν ἐπιζητοῦσιν, εἶπον, τὴν ἀποστολικὴν ἐν τῇ φωνῇ

«Και τί θα έλεγε κανείς, ρώτησα, σ’ εκείνους που επιθυμούν να μάθουν την

ταύτῃ διάνοιαν, τί ἄν τις εἴπῃ, εἴπερ τῆς τοπικῆς σημασίας ἀποκινοίης

έννοια αυτής της αποστολικής φράσεως, ακόμη κι αν εσύ παραμερίζεις την

τὴν λέξιν;».

τοπική σημασία της λέξεως;».

 

36. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, Οὔ μοι δοκεῖ, φησὶν, ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, τοπικῶς τὴν

Εκείνη απάντησε: «Δεν νομίζω ότι ο θείος Απόστολος διακρίνει τοπικά τη

νοερὰν διακρίνων οὐσίαν, τὸ μὲν ἐπουράνιον, τὸ δὲ ἐπίγειον, τὸ δὲ

νοερή ουσία (της ψυχής) και ονομάζει ένα μέρος της επουράνιο, άλλο επίγειο

καταχθόνιον ὀνομάσαι. ᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ τρεῖς τῆς λογικῆς φύσεώς εἰσι

κι άλλο υπόγειο (καταχθόνιο). Αλλά το λέει, επειδή είναι τρεις οι καταστάσεις

καταστάσεις ἡμῖν, ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀσώματον λαχοῦσαι ζωὴν, ἣν

της φύσεώς μας: στην αρχή εξασφαλίσαμε την ασώματη ζωή, που την

ἀγγελικὴν ὀνομάζομεν· ἡ δὲ πρὸς τὴν σάρκα συμπεπλεγμένην

αποκαλούμε αγγελική· έπειτα, αυτήν που συμπλέκεται με τη σάρκα την

ἀνθρωπίνην φαμέν· ἡ δὲ διὰ θανάτου τῶν σαρκικῶν ἀπολελυμένη.

ονομάζουμε ανθρώπινη· και τέλος, αυτή που διαλύεται, μετά το θάνατο της

σάρκας.

 

»῞Οπερ ἐν ψυχαῖς θεωρεῖται, τοῦτο οἶμαι, τῷ βάθει τῆς σοφίας

»Νομίζω, λοιπόν, ότι ο θείος Απόστολος βλέπει, με τον πλούτο της σοφίας του,

βλέποντα τὸν θεῖον ᾿Απόστολον, πάσης τῆς λογικῆς φύσεως τὴν ἐν τῷ

αυτό που παρατηρείται στις ψυχές. Δηλώνει τη συμφωνία όλων των λογικών

ἀγαθῷ ποτε γενησομένην συμφωνίαν ἀποσημαίνειν· ἐπουράνιον μὲν

όντων με το αγαθό, που θα γίνει στο μέλλον. Γι’ αυτό ονομάζει επουράνια την

καλοῦντα τὸ ἀγγελικὸν καὶ ἀσώματον· ἐπίγειον δὲ τὸ συμπεπλεγμένον

αγγελική και ασώματη κατάσταση· επίγεια την κατάσταση  που συμφύρεται με

τῷ σώματι· καταχθόνιον δὲ τὸ διακεκρυμμένον ἤδη τοῦ σώματος, ἢ δή

το σώμα· και καταχθόνια αυτήν που ήδη έχει χωριστεί από το σώμα. Εάν πάλι,

τις καὶ ἄλλη παρὰ τὰ εἰρημένα φύσις ἐν λογικῇ θεωρεῖται, ἣν εἴτε

εκτός απ’ όσα είπαμε, πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει κάποια άλλη λογική φύση,

δαίμονας εἴτε πνεύματα, εἴτε τοιοῦτον ἐθέλοι τις κατονομάζειν, οὐ

είτε δαίμονες είτε πνεύματα είτε οτιδήποτε παρόμοιο όνομα θέλει κάποιος να

διοισόμεθα.

δώσει, δεν θα διαφωνήσουμε.

 

»Πεπίστευται γὰρ ἔκ τε τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, καὶ ἐκ τῆς τῶν Γραφῶν

»Διότι, από την κοινή λογική και την παράδοση των Γραφών, πιστεύουμε ότι

παραδόσεως, εἶναί τινα φύσιν ἔξω τῶν τοιούτων σωμάτων

υπάρχει κάποια άλλη φύση έξω από τα ανθρώπινα σώματα·

ὑπεναντίως πρὸς τὸ καλὸν διακειμένην, καὶ βλαπτικὴν τῆς ἀνθρωπίνης

αυτή συμπεριφέρεται ενάντια στο καλό και προσπαθεί να βλάψει τους

ζωῆς, ἑκουσίως τῆς κρείττονος ὑπολήψεως ἀποῤῥυεῖσαν· καὶ τῇ

ανθρώπους. Απομακρύνθηκε με τη θέλησή της από την καλύτερη κατάσταση.

ἀποστάσει τοῦ καλοῦ τὸ ἐκ τοῦ ἐναντίου νοούμενον ἐν αὐτῇ

Και με την απομάκρυνση από το καλό έγινε προσωποποίηση του εχθρικού

ὑποστήσασαν· ἥνπερ φασὶ καταχθονίοις ἐναριθμεῖν τὸν ᾿Απόστολον,

προς αυτό. Αυτήν ακριβώς τη φύση, λένε ότι, καταριθμεί στα καταχθόνια ο

τοῦτο ἐν ἐκείνῳ τῷ λόγῳ σημαίνοντα, ὅτι τῆς κακίας ποτὲ ταῖς

Απόστολος. Με τη φράση του εκείνη εννοεί ότι, όταν κάποτε, με την πάροδο

μακραῖς τῶν αἰώνων περιόδοις ἀφανισθείσης, οὐδὲν ἔξω τοῦ ἀγαθοῦ

πολλών αιώνων, εξαφανιστεί η κακία, τίποτε δεν θα μείνει μακριά από το

καταλειφθήσεται. ᾿Αλλὰ καὶ παρ᾿ ἐκείνων ὁμοφώνως ἡ ὁμολογία τῆς

αγαθό. Τότε η ομολογία της κυριαρχικής εξουσίας του Χριστού θα γίνει και

τοῦ Χριστοῦ κυριότητος ἔσται.  

από εκείνη (την εχθρική φύση) ομόφωνα.

 

»Τούτων οὕτως ἐχόντων, οὐκέτ᾿ ἄν τις ἡμᾶς ἀναγκάζοι τῷ τῶν

»Ενώ, λοιπόν, έτσι είναι τα πράγματα, κανείς δεν μας υποχρεώνει με το όνομα

καταχθονίων ὀνόματι τὸν ὑπόγειον ἐννοεῖν χῶρον· ἐπίσης τοῦ ἀέρος

"καταχθόνια" να εννοούμε τον τόπο κάτω από τη γη (υπόγειο)· διότι ο αέρας

πανταχόθεν περικεχυμένου τῇ γῇ, ὡς μηδὲν αὐτῆς μέρος γυμνὸν τῆς

από παντού περιβάλλει τη γη και κανένα μέρος της γης δεν μένει έξω από το

περιβολῆς τοῦ ἀέρος καταλαμβάνεσθαι».

περιβάλλον του».

 

37. ΓΡΗΓ. Ταῦτα δὲ διεξελθούσης τῆς διδασκάλου, μικρὸν ἐπισχὼν,

Αφού ανάπτυξε αυτά η δασκάλα, διστάζοντας για λίγο, είπα:

«Οὔπω ἱκανῶς ἔχω, φημὶ, τοῦ ζητουμένου· ἀλλ᾿ ἔτι μοι τοῖς εἰρημένοις

«Δεν κατάλαβα καλά το ζήτημα· ακόμη η σκέψη μου έχει αμφιβολίες για όσα

ἐπιδιστάζει πως ἡ διάνοια, καὶ δέομαι πάλιν ἐπαναχθῆναί μοι πρὸς τὴν

είπες, και σε παρακαλώ πάλι η συζήτηση να επανέλθει στο ίδιο θέμα,

αὐτὴν ἀκολουθίαν τὸν λόγον, τῶν μὲν ἤδη συμβιβασθέντων ἡμῖν

εκτός φυσικά από εκείνα που συμφωνήσαμε.

ἀπαλλαγέντα.

 

»Μετρίως γὰρ οἶμαι διὰ τῶν εἰρημένων τοὺς μὴ λίαν ἀντιτύπως

»Διότι νομίζω ότι, με όσα ειπώθηκαν, όσοι δεν είναι φανατικοί αντιρρησίες

ἔχοντας ἐναχθήσεσθαι μὴ εἰς ἀναίρεσιν καὶ ἀνυπαρξίαν τὴν ψυχὴν

θα πεισθούν ικανοποιητικά να μην οδηγούν την ψυχή σε καταστροφή και

μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν σωμάτων ἄγειν, μηδὲ κατασκευάζειν μηδαμοῦ

ανυπαρξία, μετά τη διάλυση του σώματος· ούτε να θεωρούν ότι πουθενά, σε

δύνασθαι αὐτὴν ἐν τοῖς οὖσιν εἶναι διὰ τὸ ἑτεροειδῶς ἔχειν πρὸς τὴν

κανένα ον, δεν μπορεί να βρίσκεται η ψυχή, διότι έχει διαφορετική ουσία από

τῶν στοιχείων οὐσίαν. Κἂν μὴ συμβαίνῃ γὰρ τούτοις ἡ νοερά τε καὶ

την (υλική) ουσία των (σωματικών) στοιχείων. Επειδή, κι αν ακόμη αυτά δεν

ἄϋλος φύσις, τὸ εἶναι αὐτοῖς οὐ κωλύεται,

έχουν νοερή και άϋλη φύση, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο το να βρίσκεται η

(νοερή φύση-ψυχή) μέσα σ’ αυτά·

 

»διχόθεν ἡμῖν τῆς ὑπολήψεως ταύτης βεβαιουμένης, ἔκ τε τοῦ νῦν ἐν

»Η άποψή μας αυτή αποδεικνύεται από δύο γεγονότα: πρώτα από την παρούσα

τῇ ζωῇ ταύτῃ τὴν ψυχὴν ἐν τοῖς σώμασιν εἶναι, ἄλλο τι παρὰ τὸ σῶμα

ζωή· η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα, αν και στην ουσία είναι κάτι άλλο από

κατὰ τὴν οὐσίαν ὑπάρχουσαν, καὶ ἐκ τοῦ τὴν θείαν φύσιν ἀποδεῖξαι

την ουσία του σώματος· κι έπειτα, από το ότι η θεία φύση, όπως απέδειξε η

τὸν λόγον, ἄλλο τι παντάπασιν οὖσαν τῆς αἰσθητικῆς τε καὶ ὑλικῆς

επιχειρηματολογία μας, αν και είναι κάτι άλλο από την αισθητική και υλική

οὐσίας· ὅμως δὲ ἑκάστου τῶν ὄντων διήκειν, καὶ τῇ πρὸς τὸ πᾶν

φύση, όμως βρίσκεται σε καθένα από τα όντα και με την ανάμιξη μαζί τους τα

ἀνακράσει συνέχειν ἐν τῷ εἶναι τὰ ὄντα, ὡς διὰ τούτων κατὰ τὸ

συγκρατεί στην ύπαρξη. Επομένως, σύμφωνα μ’ αυτά, μήτε να θεωρούμε

ἀκόλουθον μηδὲ τὴν ψυχὴν ἔξω τῶν ὄντων οἴεσθαι ἀπὸ τῆς ἐν εἴδει

ότι η ψυχή βρίσκεται έξω από τα όντα· αλλά, μετατίθεται από την θεωρούμενη

θεωρουμένης ζωῆς εἰς τὸ ἀειδὲς μεταστᾶσαν.

υλική ζωή στην αιώνια κατάσταση. 

 

»᾿Αλλὰ πῶς, εἶπον, τῆς τῶν στοιχείων ἑνώσεως ἕτερόν τι διὰ τῆς πρὸς

»Αλλά, ρώτησα, πώς θα συμβεί αυτό, όταν τα στοιχεία που συστήνουν το σώμα,

ἄλληλα μίξεως εἶδος ἀναλαβόντων, πρὸς ἃ τῆς ψυχῆς γέγονεν ἡ

με τη μίξη μεταξύ τους, πάρουν άλλη μορφή από εκείνη με την οποία έχει

οἰκείωσις, ἐπειδὰν τῇ διαλύσει τῶν στοιχείων κατὰ τὸ εἰκὸς

εξοικειωθεί η ψυχή; Διότι, με τη διάλυση των σωματικών στοιχείων, είναι

συναφανισθῇ καὶ τὸ εἶδος; Τίνι σημείῳ κατακολουθήσει ἡ ψυχὴ μετὰ

εύλογο να χαθεί μαζί και η μορφή. Τότε η ψυχή ποιό σημάδι θ’ ακολουθήσει,

τοῦ ἐγνωσμένου μὴ παραμείναντος;».

αφού χάθηκε αυτό που της ήταν γνωστό (η μορφή);».

 

38. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ μικρὸν ἐπισχοῦσα,  «Δεδόσθω μοι, φησὶ, κατ᾿ ἐξουσίαν

Εκείνη τότε προβληματίστηκε για λίγο, και είπε μετά: «Ας μου επιτραπεί να

πλάσαι τινὰ λόγον ἐν ὑποδείγματι, πρὸς τὴν τοῦ προκειμένου

πω ένα υποθετικό παράδειγμα, για ν’ αποσαφηνίσω το ζήτημα, αν κι αυτό

σαφήνειαν, κἂν ἔξω τοῦ δυνατοῦ δοκῇ τὸ λεγόμενον. Δεδόσθω γὰρ

που θα πω φαίνεται εξωπραγματικό. Ας υποθέσουμε ότι στη ζωγραφική είναι

δυνατὸν εἶναι τῇ τοῦ ζωγράφου τέχνῃ, μὴ μόνον μιγνύειν ἐξ ἐναντίου

δυνατόν ο ζωγράφος, όχι μόνον ν’ αναμιγνύει τα αντίθετα (συμπληρωματικά)

τὰ χρώματα, καθὼς ἔθος ποιεῖν αὐτοῖς πρὸς τὴν τῆς μορφῆς

χρώματα, όπως συνήθως γίνεται για να πετύχει την προσομοίωση της μορφής

ὁμοιότητα, ἀλλὰ καὶ διακρίνειν τὰ μεμιγμένα, καὶ τὴν κατὰ φύσιν

που ζωγραφίζει· αλλά, ότι είναι δυνατόν ο ζωγράφος να χωρίσει και τα μίγματα

πάλιν ἑκάστῳ τῶν χρωμάτων ἀποδιδόναι βαφήν.

και ν’ αποδώσει στο κάθε χρώμα τη φυσική του βαφή.

 

»Οὐκοῦν τὸ λευκὸν, καὶ τὸ μέλαν, ἢ τὸ ἐρυθρὸν, καὶ τὸ χρυσοειδὲς, ἢ εἴ

Έτσι, λοιπόν, το λευκό, το μαύρο, το κόκκινο, το χρυσό ή όποιο άλλο χρώμα

τις ἄλλη βαφὴ πρὸς τὴν ὁμοιότητα τοῦ προκειμένου συγκρίνεται, εἰ

αναμίχθηκε για ν’ αποδώσει όσο πιο πιστά γίνεται το χρώμα του εικονιζομένου,

πάλιν ἀποκριθείη τῆς πρὸς ἕτερον μίξεως, καὶ ἐφ᾿ ἑτέρου γένοιτο, οὐδὲν

εάν πάλι χωριστεί από τη μίξη του με το άλλο χρώμα και απομονωθεί,

ἧττον γινώσκεσθαι ὑπὸ τοῦ τεχνίτου φαμὲν αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ

πιστεύουμε ότι ο ζωγράφος το ίδιο με πρώτα θ’ αναγνωρίσει αυτό το είδος του

χρώματος, καὶ μὴ μίαν ἐγγίνεσθαι λήθην αὐτῷ, μήτε τοῦ ἐρυθροῦ μήτε

χρώματος. Με τίποτε δεν θα ξεχάσει ούτε το κόκκινο χρώμα ούτε το μαύρο,

τοῦ μέλανος, εἰ ἑτερόχροα κατὰ τὴν τοῦ πρὸς ἄλληλα μίξιν γινόμενα,

ακόμη κι όταν, αφού έδωσαν μετά τη μίξη τους ένα άλλο χρώμα,

πάλιν εἰς τὴν κατὰ φύσιν ἐπανέλθῃ βαφήν·

επανέλθουν πάλι στη φυσική τους βαφή.

 

»μεμνημένου δὲ τοῦ τρόπου τῆς πρὸς ἄλληλα τῶν χρωμάτων

Ο ζωγράφος θυμάται τον τρόπο με τον οποίο ανέμιξε τα χρώματα.

συγκράσεως· εἰδέναι ποῖον ἔν τινι γινόμενον οἷον ἀπειργάσατο χρῶμα,

Γνωρίζει ποιό αναμίχθηκε με ποιό και απέδωσε το τάδε χρώμα,

καὶ ὅπως ἐκβληθέντος ἐκ τοῦ ἀπολυθῆναι τοῦ ἑτέρου πάλιν εἰς τὸ

και πώς, όταν σβήστηκε το ένα με τη διάλυση του άλλου, πάλι επανήλθε στην

οἰκεῖον ἐπανέδραμεν ἄνθος, καὶ εἰ πάλιν δέοι διὰ τῆς μίξεως τὸ ἶσον

αρχική του βαφή. Γνωρίζει επίσης ότι, κι αν πάλι χρειαστεί με τη μίξη να

ἐργάσασθαι, ἀπονωτέρα ἔσται αὐτῷ ἡ κατασκευὴ ἐν τῇ προλαβούσῃ

ξαναφτιάξει το ίδιο (μεικτό) χρώμα, η εργασία τώρα γίνεται πιο εύκολη, επειδή

δημιουργίᾳ μελετηθεῖσα.

την είχε μελετήσει στην προηγούμενη μίξη.

 

39. »Εἰ δέ τι ἀκόλουθον ἐν τῷ ὑποδείγματι, φησὶν, ὁ λόγος ἔχει,

»Ήδη, πρέπει εμείς να εξετάσουμε, είπε (η δασκάλα), εάν το παράδειγμα αυτό

ἐξεταστέον ἤδη ἡμῖν αὐτὸ τὸ προκείμενον. ᾿Αντὶ γὰρ τῆς γραφικῆς

έχει εφαρμογή στο θέμα μας. Αντί για την τέχνη της ζωγραφικής ας τεθεί

τέχνης ἡ ψυχή προκείσθω τῷ λόγῳ καί ἀντί χρωμάτων τῆς τέχνης ἡ

για συζήτηση το θέμα της ψυχής· και αντί για τα χρώματα της ζωγραφικής ας

τῶν στοιχείων νοείσθω φύσις, ἡ δὲ μίξις τῆς ποικίλης τῶν

σκεφτούμε τη φύση των στοιχείων (του σώματος)· η ανάμιξη πάλι των

ἑτεροχροούντων βαφῆς, καὶ πάλιν ἡ δοθεῖσα ἡμῖν καθ᾿ ὑπόθεσιν εἰς τὰ

πολύχρωμων χρωμάτων και η υποθετική επανασύστασή τους στα πρωταρχικά

οἰκεῖα τούτων ἐπάνοδος, τὴν συνδρομήν τε καὶ διάστασιν τῶν

χρώματα, ας υπονοεί από τη μια τη σύνθεση των στοιχείων του σώματος κι από

στοιχείων ὑπογραφέτω.

την άλλη τη διάλυσή τους.