ΤΟΥ ΕΝ
ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ
ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο
ΛΟΓΟΣ
Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ
ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ
Εισαγωγή - Περίληψη
Ο λόγος
αυτός γράφτηκε το φθινόπωρο του 379 μ.Χ., όταν ο Άγ. Γρηγόριος
επισκέφθηκε την
αδελφή του Μακρίνα στον Πόντο, για να παρηγορηθεί
για το θάνατο του
αδελφού τους Μεγ. Βασιλείου. Η Μακρίνα ήταν άρρωστη,
λίγο πριν το τέλος
της, αλλά είχε μαζί του έναν ενδιαφέροντα διάλογο που έδωσε
αφορμή να γραφτεί ο
παρών λόγος. Τα κυριώτερα σημεία του είναι τα εξής:
Ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το
σώμα· όταν το σώμα
εγκαταλειφθεί από
την ψυχή, τότε αποσυντίθεται στα στοιχεία που πριν
το αποτελούσαν.
Καθένα στοιχείο του σώματος επιστρέφει στο φυσικό του
στοιχείο, έτσι ώστε
κανένα επιμέρους στοιχείο δεν καταστρέφεται πλήρως
ή δεν επιστρέφει
στην ανυπαρξία, και το σώμα παραμένει μέσα στα όρια
αυτού του κόσμου
(στο νερό, τον αέρα, το χώμα και το πυρ). Αυτό είναι
η φθορά, δηλ.
αποσύνθεση και όχι καταστροφή ή μετάπτωση σε κατάσταση
ανυπαρξίας.
Η ψυχή δεν επηρεάζεται
από αυτήν την αποσύνθεση, γιατί είναι απλή και
ασύνθετη και γι’
αυτό δεν μπορεί να διασπαστεί. Η ψυχή είναι αθάνατη και
εκτείνεται στην
αιωνιότητα. Το μόνο που αλλάζει σ’ αυτήν κατά το θάνατο είναι
ο τρόπος υπάρξεώς
της. Ακόμη και τότε η σχέση της με το φθειρόμενο σώμα δεν
διακόπτεται, και η
ψυχή θα μπορέσει να βρει όλα τα στοιχεία του λόγω
της γνωστικής της
δυνάμεως. Ούτε ο χώρος (απόσταση) ούτε ο χρόνος
εμποδίζει την ψυχή
να βρει τα στοιχεία του σώματος κατά την ανάσταση.
Αυτό που
περιμένει τους ανθρώπους μετά θάνατον είναι η κάθαρση, η
ανανέωση και
αποκατάσταση του σώματος και η ανάσταση όλων. Ο
Δημιουργός δεν
θέλει να μείνουμε απλά έμβρυα. Ο τελικός σκοπός της
φύσεώς μας δεν
είναι η κατάσταση της νηπιακής ηλικίας ούτε οι επόμενες
ηλικίες ούτε ακόμη
η καταστροφή του σώματος που έρχεται με το θάνατο.
Όλα αυτά είναι
μέρος της οδού που διανύουμε. Το έσχατο τέρμα αυτής της
κινήσεως είναι η
αποκατάστασή μας στην αρχέγονη κατάστασή μας.
Η ψυχή κατά την
ανάσταση θα επιστρέψει στο σώμα. Οι δίκαιες
ψυχές θα δοξασθούν,
αλλά οι αμαρτωλές θα τιμωρηθούν. Η καθαρή ψυχή
θ’ απολαύσει τη θέα
του Θεού.
Στην εποχή
μας αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα ο λόγος, διότι θέτει το
θέμα του θανάτου,
τη φθορά και την ανάσταση του σώματος, την αθανασία
της ψυχής. Η όλη
διαπραγμάτευση του θέματος οδηγεί τον αναγνώστη σε
πρακτικά
συμπεράσματα, που έχουν αντίκτυπο στην προσαρμογή της
καθημερινής του
ζωής στην προοπτική της αιώνιας ζωής, δηλαδή τη
βασιλεία του Θεού.
ΛΟΓΟΣ
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ
ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Κείμενο – Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)
1 ᾿Επειδὴ τοῦ
ἀνθρωπίνου βίου πρὸς
Θεὸν μετέστη ὁ πολὺς ἐν ἁγίοις
Όταν ο μεγάλος μεταξύ των
Αγίων Βασίλειος έφυγε από την παρούσα ζωή
Βασίλειος, καὶ κοινὴ πένθους ἀφορμὴ
ταῖς ᾿Εκκλησίαις ἐγένετο, περιῆν
προς το Θεό, αποτέλεσε ο
θάνατός του την αφορμή για γενικό πένθος στις
δὲ ἔτι τῷ βίῳ ἡ ἀδελφὴ
καὶ διδάσκαλος, ἐγὼ μὲν ᾔειν κατὰ
σπουδὴν
Εκκλησίες. Ζούσε τότε ακόμη
η αδελφή και δασκάλα μου (Μακρίνα) και πήγα
κοινωνήσων ἐκείνῃ τῆς ἐπὶ
τῷ ἀδελφῷ συμφορᾶς.
κοντά της για να μετάσχω
μαζί της στη συμφορά του θανάτου του αδελφού μας.
Καί μοι περιώδυνος ἦν ἡ ψυχὴ, πρὸς
τοιαύτην ζημίαν ὑπεραλγοῦσα,
Η ψυχή μου ήταν πολύ
θλιμμένη, επειδή πονούσε γι’ αυτή τη μεγάλη απώλεια·
καί τινα τῶν δακρύων κοινωνὸν ἐπεζήτουν
τὸν ἶσον ἔχοντά μοι τῆς
ζητούσα κάποιον που θα έχυνε
δάκρυα μαζί μου και θα σήκωνε το ίδιο
λύπης ἄχθος. ῾Ως δὲ ἐν ὀφθαλμοῖς
ἦμεν ἀλλήλων, ἐμοὶ μὲν ἀνεκίνει
τὸ
βάρος της θλίψεως. Μόλις
συναντηθήκαμε, η παρουσία της δασκάλας μου
πάθος προφανεῖσα τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡ
διδάσκαλος· καὶ γὰρ ἤδη καὶ αὐτὴ
αναζωπύρωσε τη θλίψη μου·
διότι ήδη και εκείνη υπέφερε από θανατηφόρα
τῇ πρὸς θάνατον ἀῤῥωστίᾳ
συνείχετο.
ασθένεια.
῾Η δὲ κατὰ τοὺς τῆς ἱππικῆς
ἐπιστήμονας ἐνδοῦσά μοι πρὸς ὀλίγον
Εκείνη τότε, αφού υποχώρησε,
μιμούμενη τους δασκάλους της ιππικής τέχνης,
παρενεχθῆναι τῇ ῥύμῃ τοῦ πάθους,
ἀναστομοῦν ἐπεχείρει μετὰ ταῦτα
και παραδόθηκε μαζί μου στο
πάθος της θλίψεως, στη συνέχεια προσπάθησε
τῷ λόγῳ, καθάπερ χαλινῷ τινι τῷ
ἰδίῳ λογισμῷ τὸ ἀτακτοῦν τῆς
με το λόγο της να με
σταματήσει· σαν χαλινάρι χρησιμοποίησε τη σκέψη της,
ψυχῆς ἀπευθύνουσα, καὶ ἦν αὐτῇ
τὸ ἀποστολικὸν λόγιον
για να ηρεμήσει την
ταραγμένη ψυχή μου. Ανέφερε το λόγο του Αποστόλου,
προφερόμενον, τὸ μὴ δεῖν ἐπὶ
τῶν κεκοιμημένων λυπεῖσθαι· μόνων
ότι δεν πρέπει να λυπούμαστε
για τους κεκοιμημένους· διότι αυτό το πάθος
γὰρ τοῦτο τῶν οὐκ ἐχόντων ἐλπίδα
τὸ πάθος εἶναι.
(της λύπης) χαρακτηρίζει
μόνον όσους δεν έχουν ελπίδα (στον Κύριο).
2. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ
περιζεούσης ἔτι μοι τῆς καρδίας τῇ λύπῃ, «Πῶς ἔστιν,
Εγώ τότε, επειδή η θλίψη
πλάκωνε την καρδιά μου, είπα: «Πώς είναι δυνατόν
εἶπον, ἐν ἀνθρώποις τοῦτο κατορθωθῆναι,
οὕτως ἐν ἑκάστῳ φυσικοῦ
να το πετύχουν αυτό (να μην
λυπούνται) οι άνθρωποι, αφού όλοι αισθάνονται
τινος πρὸς τὸν θάνατον τῆς διαβολῆς
ὑπαρχούσης, καὶ οὔτε τῶν
φυσική απέχθεια προς το
θάνατο; Και δεν μπορούν ν’ αντέξουν εύκολα στη θέα
ὁρώντων τοὺς ἀποθνήσκοντας εὐκόλως
καταδεχομένων τὴν θέαν, οἷς
αυτών που είναι
ετοιμοθάνατοι· αλλά, και όσοι συμβαίνει να τους πλησιάζει
τε ἂν προσίῃ ὁ θάνατος ἀποφευγόντων
ἐφ᾿ ὅσον οἷόν τε; ᾿Αλλὰ καὶ
ο θάνατος, τον αποφεύγουν
όσο μπορούν. Ακόμη και οι ισχύοντες νόμοι
τῶν ἐπικρατούντων νόμον ἔσχατον ἐν
ἀδικίαις καὶ ἔσχατον ἐν
θεωρούν το θάνατο ως τη
μεγαλύτερη αδικία και την έσχατη τιμωρία.
τιμωρίαις τοῦτο κρινόντων, τίς μηχανὴ
τὸ μηδὲν ἡγεῖσθαι τὴν τοῦ ζῇν
Με ποιό τρόπο, λοιπόν, όταν
έλθει ο θάνατος, θα θεωρήσουμε την αναχώρηση
ἀναχώρησιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἔξω
τινὸς μὴ ὅτι γε τῶν ἐπιτηδείων, ὅταν
από την παρούσα ζωή ως ένα τίποτε,
έστω και για ένα ξένο πρόσωπο; Και πολύ
τοῦ βίου λήγωσιν;
περισσότερο για συγγενικό
μας πρόσωπο;
»῾Ορῶμεν δὲ, εἶπον, καὶ πᾶσαν
τὴν ἀνθρωπίνην σπουδὴν πρὸς τοῦτο
Και συνέχισα: «Παρατηρούμε
άλλωστε ότι όλος ο ανθρώπινος μόχθος
βλέπουσαν, ὅπως ἂν ἐν τῷ ζῇν
διαμένοιμεν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ οἶκοι
αποβλέπει σ’ αυτό, πώς
δηλαδή θα διατηρηθούμε στη ζωή. Γι’ αυτό το λόγο
πρὸς διαγωγὴν ἡμῖν ἐπινενόηνται,
ὡς ἂν μὴ τῷ περιέχοντι διὰ ψύξεως
έχουμε επινοήσει και τα
σπίτια για διαμονή, για να μην καταπονείται το σώμα
ἢ θερμότητος καταπονοῖτο τὰ σώματα.
είτε από την ψύχρα είτε από
τη ζέστη.
»Γεωπονία δὲ τί ἄλλο καὶ οὐχὶ
τοῦ ζῇν ἐστι παρασκευή; ῾Η δὲ τῆς ζωῆς
»Η γεωργία τί άλλο είναι
παρά η μέριμνα για τη ζωή; Και η φροντίδα πάλι για
φροντὶς πάντως διὰ τὸν τοῦ θανάτου
φόβον γίνεται. ῾Η δὲ ἰατρικὴ
τη ζωή γίνεται σίγουρα από
φόβο για το θάνατο. Εξάλλου, για ποιό λόγο
πόθεν τιμία τοῖς ἀνθρώποις ἐστίν;
Οὐκ ἐπειδὴ μάχεσθαί πως διὰ τῆς
εκτιμούν οι άνθρωποι την
ιατρική επιστήμη; Δεν είναι επειδή καταπολεμεί με
τέχνης δοκεῖ πρὸς τὸν θάνατον;
τις μεθόδους της το θάνατο;
»Θώρακες δὲ, καὶ θυρεοὶ, καὶ κνημῖδες,
καὶ κράνη, καὶ τὰ ἀμυντήρια
»Και για ποιό λόγο
χρησιμοποιούμε τους θώρακες, τους θυρεούς, τις κνημίδες,
τῶν ὅπλων, καὶ αἱ τῶν τειχῶν
περιβολαὶ καὶ σιδηρόδετοι πύλαι, καὶ
τα κράνη και τα αμυντικά
όπλα; Για ποιό λόγο γίνονται τα τείχη γύρω από τις
ἡ τῶν τάφρων ἀσφάλεια καὶ τὰ
τοιαῦτα, τί ἄλλο πλὴν διὰ τὸν τοῦ
πόλεις, οι σιδερόφρακτες
πόρτες, οι ασφαλείς τάφροι και τα παρόμοια; Για τί
θανάτου γίνεται φόβον; Οὕτως οὖν ὄντος
φοβεροῦ φυσικῶς τοῦ
άλλο γίνονται, αν όχι για το
φόβο του θανάτου; Έτσι, λοιπόν, ενώ είναι από τη
θανάτου, πῶς ἔστι ῥᾳδίως
πεισθῆναι τῷ κελεύοντι ἄλυπον διαμένειν
φύση του φοβερός ο θάνατος,
πώς είναι εύκολο να μας πείσει εκείνος που μας
ἐπὶ τοῦ κατοιχομένου τὸν περιόντα;».
προτρέπει να μη λυπούνται οι
επιζώντες για τους πεθαμένους;».
3. ΜΑΚΡ. «Τί δὲ, φησὶν ἡ διδάσκαλος,
τί σοι μάλιστα λυπηρὸν αὐτὸ ἐφ᾿
Και η δασκάλα απάντησε:
«Γιατί σου φαίνεται ιδιαίτερα λυπηρό αυτό καθ’
ἑαυτοῦ, τὸ τοῦ θανάτου δοκεῖ;
οὐ γὰρ ἱκανὸν εἰς διαβολὴν ἡ τῶν
αυτό το γεγονός του θανάτου;
Διότι δεν μπορεί η συνήθεια των χαμηλής
ἀλογωτέρων συνήθεια».
νοημοσύνης ανθρώπων ν’
αποτελεί κριτήριο για τη στάση απέναντι στο θάνατο».
ΓΡΗΓ. «Τί μὲν
οὖν οὐκ ἔστι λύπης ἄξιον, πρὸς αὐτὴν
εἶπον ἐγὼ, ὅταν
Και εγώ είπα προς αυτήν:
«Πώς δεν είναι άξιο λύπης, όταν βλέπουμε αυτόν
βλέπωμεν τὸν τέως ζῶντά τε καὶ
φθεγγόμενον, ἄπνουν καὶ ἄναυδον
που προηγουμένως ήταν
ζωντανός και μιλούσε, να μένει ξαφνικά χωρίς πνοή,
καὶ ἀκίνητον ἀθρόως γενόμενον,
καὶ πάντα αὐτῶν σβεσθέντα τὰ
άφωνος και ακίνητος; Να
σταματούν οι φυσικές του αισθήσεις; Να μην ενεργεί
φυσικὰ αἰσθητήρια, οὐκ ὄψεως, οὐκ
ἀκοῆς ἐνεργούσης, οὐκ ἄλλου τινὸς
ούτε η όραση ούτε η ακοή
ούτε τίποτε άλλο απ’ αυτά που αντιλαμβάνονται τα
ὧν ἡ αἴσθησις τὴν ἀντίληψιν ἔχει;
῟Ω κἂν πῦρ προσενέγκῃς, κἂν
αισθητήρια; Κι
αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις
σίδηρον, κἂν ἀνατέμῃς διὰ ξίφους
τὸ σῶμα, κἂν τοῖς σαρκοβόροις
με το ξίφος ή το ρίξεις σε
σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις
προθῇς, κἂν ἐγκρύψῃς χώματι,
πρὸς ἅπαντα ὁμοίως ὁ κείμενος ἔχει.
στο χώμα, απέναντι σ’ όλα
αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος).
»῞Οταν οὖν ἐν τούτοις βλέπηται ἡ
μεταβολὴ, τὸ δὲ ζωτικὸν ἐκεῖνο
»Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται
σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής
αἴτιον, ὅ τί ποτε ἦν, ἀφανές
τε καὶ ἄδηλον ἀθρόως γένηται, καθάπερ
–ο,τιδήποτε είναι αυτό–
φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση,
ἐπὶ λύχνου σβεσθέντος τῆς τέως
ἐξαπτομένης ἐφ᾿ ἑαυτοῦ φλογὸς οὔτε
όπως συμβαίνει με σβησμένο
λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα
ἐπὶ τῆς θρυαλλίδος μενούσης, οὔτε
ἑτέρωθί που μεθισταμένης, ἀλλ᾿ εἰς
ούτε στο φυτίλι δεν
διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται,
ἀφανισμὸν παντελῆ μεταχωρούσης, πῶς
ἂν γένοιτο τὴν τοσαύτην
πώς είναι δυνατόν μια τέτοια
μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη
μεταβολὴν ἐνεγκεῖν ἀλύπως μηδενὶ,
προδήλως ἐπερειδόμενον;
σε κανέναν, που δεν έχει
προφανώς και που να στηριχθεί;
»῎Εξοδον γὰρ ψυχῆς ἀκούσαντες, τὸ
μὲν ὑπολειφθὲν ὁρῶμεν, τὸ δὲ
»Διότι ακούσαμε να βγαίνει η
ψυχή από το σώμα και βλέπουμε να μένει το
χωρισθὲν ἀγνοοῦμεν, αὐτό τε ὅ
τί ποτε κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶ, καὶ εἰς
πτώμα· δεν γνωρίζουμε
αυτό που έφυγε, ούτε τί ήταν στη φύση του ούτε πού
ὅ τι μετακεχώρηκεν, οὐ γῆς, οὐκ ἀέρος,
οὐχ ὕδατος, οὐκ ἄλλου τινὸς
πήγε. Και κανένα από τα
στοιχεία του κόσμου μας –ούτε η γη ούτε ο αέρας
τῶν στοιχείων ἐν ἑαυτῷ δεικνύντος
ἐκείνην τὴν δύναμιν τὴν τοῦ
ούτε το νερό– δείχνει να
δέχτηκε μέσα του τη δύναμη που έφυγε από το σώμα·
σώματος ἐκχωρήσασαν· ἧς ὑπεξελθούσης
νεκρόν ἐστι τὸ ὑπολειφθὲν
αυτήν, που με την έξοδό της
άφησε νεκρό το υπόλοιπο μέρος του ανθρώπου
καὶ πρὸς διαφθορὰν ἤδη ἐκκείμενον».
(το σώμα) και έτοιμο να
διαλυθεί».
Ταῦτα δέ μου διεξιόντος μεταξὺ κατασείσασα
τῇ χειρὶ ἡ διδάσκαλος
Ενώ έλεγα αυτά, η δασκάλα
κούνησε το χέρι της και μου είπε:
4. ΜΑΚΡ. «Μή τίς σε τοιοῦτος, φησὶ, φόβος
ὑποταράσσει καὶ συνέχει
«Μήπως σε τρομάζει και
κυριαρχεί στη σκέψη σου ένας τέτοιος φόβος,
τὴν διάνοιαν, ὡς οὐ διαμενούσης εἰς
ἀεὶ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ
ότι η ψυχή δεν ζει αιώνια,
αλλά
συγκαταληγούσης τῇ διαλύσει τοῦ σώματος;».
διαλύεται μαζί με το σώμα;».
ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ καὶ γὰρ οὔπω
τοῦ πάθους τὸν λογισμὸν ἀνεδεξάμην
Εγώ τότε, επειδή ο λογισμός
ήταν βυθισμένος στο πάθος της θλίψεως,
θρασύτερόν πως ἀπεκρινάμην, οὐ πάνυ
περισκεψάμενος τὸ λεγόμενον.
απάντησα με κάποια
θρασύτητα, χωρίς να σκεφτώ τι λέω.
Εἶπον γὰρ ἐπιτάγμασιν ἐοικέναι
τὰς θείας φωνὰς, δι᾿ ὧν τὸ μὲν δεῖν
Είπα ότι οι θείες φωνές
μοιάζουν σαν διαταγές που μας αναγκάζουν να
πεπεῖσθαι τὴν ψυχὴν εἰσαεὶ διαμένειν
ἀναγκαζόμεθα, οὐ μὴν λόγῳ τινὶ
πιστέψουμε ότι η ψυχή ζει
πάντοτε· σ’ αυτή την πίστη όμως δεν καταλήξαμε
τῷ τοιούτῳ προσήχθημεν δόγματι. ᾿Αλλ᾿
ἔοικεν ἡμῖν δουλικῶς ἔνδοθεν
με τη λογική. Αντίθετα,
φαίνεται ότι ο νους δέχεται την άποψη αυτή
ὁ νοῦς φόβῳ τὸ κελευόμενον δέχεσθαι,
οὐχ ἑκουσίᾳ τινὶ ὁρμῇ τοῖς
από μέσα του, επειδή φοβάται
σαν δούλος· δεν συγκατατίθεται στα λεγόμενα
λεγομένοις συντίθεσθαι.
με τη θέλησή του.
῞Οθεν καὶ βαρύτεραι ἡμῖν ἐπὶ
τῶν κατοιχουμένων αἱ λύπαι γίνονται
Γι’ αυτό το λόγο και η λύπη
μας για τους νεκρούς γίνεται πιο βαρειά, επειδή
οὐκ ἀκριβῶς ἐπισταμένων ἡμῶν,
εἴτ᾿ ἔτι ἐστὶ καθ᾿ αὑτὸ τοῦτο
τὸ
δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια,
εάν εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη αυτή η αιτία
ζωοποιὸν αἴτιον, καὶ ὅπη, καὶ ὅπως,
εἴτε οὐκ ἔστιν οὐδαμῆ οὐδαμῶς.
της ζωής (η ψυχή), και πού
είναι, και πώς είναι· ούτε πάλι, αν δεν υπάρχει
῎Ισας γὰρ ποιεῖ τοῦ ἀληθῶς ὄντος
ἀδηλία τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερον ὑπολείψεις.
πουθενά καθόλου. Η
αβεβαιότητα αυτή για την πραγματική κατάσταση
Καὶ πολλοῖς μὲν τοῦτο, πολλοῖς δὲ
τὸ ἐναντίον δοκεῖ. Καὶ εἰσί γέ
τινες
εξισώνει τις αντιλήψεις για
την κάθε άποψη (αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ψυχή).
παρὰ τοῖς ῞Ελλησιν οὐ μικρὰν ἔχοντες
ἐπὶ φιλοσοφίᾳ τὴν δόξαν, οἳ
Άλλοι πιστεύουν τη μία άποψη
κι άλλοι την άλλη. Και μερικοί Έλληνες, που
ταῦτα ᾠήθησάν τε καὶ ἀπεφήναντο.
έχουν μεγάλη φήμη στη
φιλοσοφία, είναι που τα σκέφτηκαν και εξέφρασαν
άποψη γι’ αυτά.
5. ΜΑΚΡ. «῎Εα, φησὶ, τοὺς ἔξωθεν λήρους,
ἐν οἷς ὁ τοῦ ψεύδους εὑρέτης
«Άφησε, μου είπε, τις ανοησίες
των εχθρών (ειδωλολατρών), με τις οποίες πολύ
ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀληθείας
πιθανῶς τὰς ἠπατημένας ὑπολήψεις
πιθανά ο εφευρέτης του
ψεύδους (διάβολος) επινοεί τις απατηλές φιλοσοφίες,
συντίθησιν· σὺ δὲ πρὸς τοῦτο
βλέπε, ὅτι τὸ οὕτως περὶ ψυχῆς ἔχειν,
για να προσβάλλει την
αλήθεια. Συ πρόσεξε το εξής, ότι μια τέτοια άποψη για
οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀλλότριον
πρὸς τὴν ἀρετὴν ἔχειν, καὶ πρὸς τὸ
την ψυχή δεν σημαίνει τίποτε
άλλο παρά απομάκρυνση από την αρετή και
παρὸν ἡδὺ μόνον βλέπειν· τὴν
δὲ τοῖς αἰῶσιν ἐνθεωρουμένην ζωὴν ἀπ᾿
προσκόλληση στην ηδονή του
παρόντος· σημαίνει απόρριψη της ελπίδας για
ἐλπίδος ποιεῖσθαι, καθ᾿ ἣν μόνη
ἡ ἀρετὴ τὸ πλεῖον ἔχει».
την αιώνια ζωή, στην οποία
κυριαρχεί μόνον η αρετή».
ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, ἔφην, γένοιτ᾿ ἂν
ἡμῖν παγία τις καὶ ἀμετάθετος ἡ περὶ
«Και πώς, απάντησα, θα
έχουμε σταθερή και αμετάβλητη πίστη ότι η ψυχή
τοῦ διαμένειν τὴν ψυχὴν δόξα; Αἰσθάνομαι
γὰρ καὶ αὐτὸς, ὅτι τοῦ
παραμένει και μετά το
θάνατο; Διότι αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος ότι, εάν
καλλίστου τῶν κατὰ τὴν ζωὴν τῆς
ἀρετῆς λέγω ὁ τῶν ἀνθρώπων
δεν κυριαρχήσει μέσα μας
χωρίς αμφιβολία η πίστη γι’ αυτό (αιωνιότητα
χηρεύσει βίος, εἰ μή τις ἀναμφίβολος
ἡ περὶ τούτου πίστις ἐν ἡμῖν
ψυχής), τότε ο βίος των
ανθρώπων χάνει το καλύτερό του στη ζωή, την αρετή.
κρατυνθείη. Πῶς γὰρ ἔστι τὴν ἀρετὴν
χώραν ἔχειν ἐφ᾿ ὧν ἡ παροῦσα
Διότι, πώς είναι δυνατόν να
υπάρξει αρετή εκεί που η ύπαρξη περιορίζεται
ζωὴ περιγράφειν τὸ εἶναι ὑπείληπται,
καὶ πλέον ἐλπίζεται μετὰ
μόνον στην παρούσα ζωή, και
μετά απ’ αυτήν δεν ελπίζουμε σε τίποτε;».
ταύτην οὐδέν;».
6. ΜΑΚΡ. «Οὐκοῦν ζητῆσαι χρὴ, φησὶν
ἡ διδάσκαλος, ὅθεν ἂν ἡμῖν τὴν
«Λοιπόν, πρέπει να
αναζητήσουμε, λέει η δασκάλα, ποιό είναι το κατάλληλο
δέουσαν περὶ τούτων ἀρχὴν ὁ
λόγος λάβῃ. Καὶ εἰ δοκεῖ, παρὰ σοῦ
σημείο, για ν’ αρχίσει η συνομιλία
μας. Και αν θέλεις, μπορείς να
γενέσθω τῶν ἐναντίων δογμάτων ἡ
συμμαχία· ὁρῶ γὰρ ὅτι σοι καὶ
υπερασπιστείς τα αντίθετα
επιχειρήματα· διότι, παρατηρώ ότι η σκέψη σου
ὑποκεκίνηται πρὸς τοιαύτην καταφορὰν
ἡ διάνοια. Εἶθ᾿ οὕτως ὁ τῆς
προς αυτά γέρνει. Έπειτα,
μετά την έκθεση των αντίθετων επιχειρημάτων,
ἀληθείας μετὰ τὴν ἀντίθεσιν ἀναζητηθήσεται
λόγος.
θ’ αναζητήσουμε την αλήθεια.
ΓΡΗΓ. ᾿Επειδὴ τοῦτο ἐκέλευσε,
παραιτησάμενος αὐτὴν μὴ κατὰ
Επειδή εκείνη έδωσε αυτή την
εντολή, την παρακάλεσα να μην νομίζει
ἀλήθειαν οἰηθῆναι τὰ παρ᾿ ἡμῶν
ἀντιλέγεσθαι, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τοῦ βεβαίως
ότι θεωρούσα τις αντιρρήσεις
ως αληθείς· αλλά χρησιμοποιούσα τις απόψεις
κατασκευασθῆναι τὸ περὶ ψυχῆς δόγμα,
τῶν ἀντιπιπτόντων πρὸς τὸν
των αντιτιθεμένων σκόπιμα,
για να αποδειχθεί απόλυτα στέρεο το δόγμα
σκοπὸν τοῦτον ὑπεκλυθέντων·
για την αθανασία της ψυχής.
«῏Η που, ἔφην, ταῦτα ἂν εἴποιεν οἱ
τῷ ἐναντίῳ παριστάμενοι λόγῳ,
«Στ’ αλήθεια, ρώτησα, όσοι
δέχονται τις αντίθετες απόψεις δεν λένε ότι το
ὅτι τὸ σῶμα σύνθετον ὂν, πάντως
εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε, διαλύεται;
σώμα είναι σύνθετο και
διαλύεται οπωσδήποτε στα μέρη από τα οποία
Λυθείσης δὲ τῶν στοιχείων τῆς ἐν
τῷ σώματι συμφυΐας, ἐπὶ τὸ οἰκεῖον
συνίσταται; Και
όταν το σώμα διαλυθεί στα συστατικά του στοιχεία, το καθένα
ἐν ἑκάστῳ γίνεται κατὰ τὸ
εἰκὸς ἡ ῥοπὴ αὐτῆς φύσεως τῶν
στοιχείων,
πηγαίνει προς το όμοιό του
σύμφωνα με τη φυσική του ροπή και αποδίδει το
δι᾿ ὁλκῆς τινος ἀναγκαίας τῇ
ὁμογενεῖ τὸ οἰκεῖον ἀποδιδούσης. Τῷ
τε
όμοιο στο όμοιο με βάση τον φυσικό
προσανατολισμό του. Η θερμότητα π.χ.
γὰρ θερμῷ πάλιν τὸ ἐν ἡμῖν
ἑνωθήσεται, καὶ τῷ στεῤῥῷ τὸ γεῶδες,
του δικού μας (σώματος) θα
ενωθεί πάλι με τη θερμότητα, και το γήϊνο στοιχείο
καὶ τῶν λοιπῶν ἑκάστῳ πρὸς
τὸ συγγενὲς ἡ μεταχώρησις γίνεται.
με τα στερεά στοιχεία·
και τα υπόλοιπα στοιχεία θα ενωθούν με τα συγγενικά
τους.
»῾Η οὖν ψυχὴ μετὰ τοῦτο ποῦ ἔσται;
Εἰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναί
»Η ψυχή, όμως, μετά τη
διάλυση, πού θα είναι; Εάν κάποιος πει ότι είναι με τα
τις λέγοι, τὴν αὐτὴν εἶναι τούτοις
κατ᾿ ἀνάγκην συνθήσεται. Οὐ γὰρ
στοιχεία, τότε υποχρεωτικά
θα έχει την ίδια σύσταση μ’ αυτά. Διότι δεν μπορεί
ἂν γένοιτό τις τοῦ ἑτεροφυοῦς
πρὸς τὸ ἀλλότριον μίξις, καὶ, εἰ ταῦτα
να γίνει ανάμειξη δύο
διαφορετικών στη φύση τους στοιχείων· και αν γίνει
εἴη, ποικίλη τις πάντως ἀναφανήσεται
ἡ πρὸς τὰς ἐναντίας μεμιγμένη
μεταξύ αυτών, τότε η ψυχή θα
φανεί να έχει ποικιλία στη φύση της, διότι θα
ποιότητας, τὸ δὲ ποικίλον ἁπλοῦν
οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἐν συνθέσει
είναι αναμειγμένη με πολλά
αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία· και το ποικίλο δεν
θεωρεῖται πάντως. Πᾶν δὲ τὸ σύνθετον
καὶ διαλυτὸν ἐξ ἀνάγκης· ἡ δὲ
είναι απλό, αλλά σύνθετο σε
κάθε περίπτωση. Και κάθε σύνθετο αναγκαστικά
διάλυσις φθορὰ τοῦ συνεστῶτός ἐστι.
διαλύεται· και η
διάλυση αποτελεί τη φθορά του συνθέτου όντος.
»Τὸ δὲ φθειρόμενον οὐκ ἀθάνατον·
ἢ οὕτως γε ἂν καὶ ἡ σὰρξ ἀθάνατος
»Και ό,τι φθείρεται δεν
είναι αθάνατο. Διαφορετικά, και το σώμα θα ήταν
λέγοιτο, εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε,
λυομένη. Εἰ δὲ ἄλλο τί που παρὰ
αθάνατο, εφόσον ως σύνθετο
θα διαλύονταν στα στοιχεία του. Εάν όμως
ταῦτά ἐστι, ποῦ λόγος αὐτὴν
εἶναι ὑποτίθεται, ἐν μὲν τοῖς στοιχείοις
υπάρχει κάτι άλλο εκτός απ’
αυτά (τα διαλυόμενα στοιχεία), δηλαδή η ψυχή,
διὰ τοῦ ἑτεροφυῶς αὐτὴν ἔχειν
οὐχ εὑρισκομένην; ἄλλου δὲ οὐδενὸς ἐν
πού θα τη βάλει να υπάρχει η
σκέψη μας; Διότι, μέσα στα στοιχεία, λόγω της
τῷ κόσμῳ ὄντος, ἐν ᾧ γένοιτ᾿
ἂν ἡ ψυχὴ καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ φύσει
ανομοιότητας της φύσεώς της,
δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Δεν υπάρχει επίσης
ἐμβιοτεύουσα; ῝Ο δὲ μηδαμῆ ἐστιν,
οὐδέ ἐστι πάντως.
τίποτε άλλο στον κόσμο, στο
οποίο μέσα να μπορεί να ζήσει η ψυχή σύμφωνα
με τη φύση της. Και εκείνο
που δεν υπάρχει πουθενά, δεν υφίσταται και καθόλου.
7. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος ἠρέμα τοῖς
ῥηθεῖσιν ἐπιστενάξασα, «Τάχα
Και η δασκάλα, ακούγοντας
αυτά, αφού αναστέναξε απάντησε ήρεμα: «Ίσως
που ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, φησὶ, πρὸς
τὸν ᾿Απόστολον ἐν ᾿Αθήναις
αυτά και παρόμοια μ’ αυτά
έλεγε η σύναξη των Στωϊκών και οι Επικουρείων
ποτὲ συστάντες προέφερον Στωϊκοί τε καὶ
᾿Επικούρειοι. Καὶ γὰρ
στον Απόστολο (Παύλο) στην
Αθήνα. Διότι ακούω
ἀκούω πρὸς ταῦτα μάλιστα τὸν
᾿Επίκουρον ταῖς ὑπολήψεσι φέρεσθαι,
ότι ο Επίκουρος υποστήριζε
αυτές τις θεωρίες,
τις καὶ αὐτόματος ἡ τῶν ὄντων
ὑπενοήθη φύσις, ὡς
ότι δηλαδή η φύση των όντων
δημιουργήθηκε αυτόματα και τυχαία και ότι
οὐδεμιᾶς προνοίας διὰ τῶν πραγμάτων
διηκούσης. Καὶ διὰ τοῦτο
καμία πρόνοια δεν μεριμνά
για τα πράγματα. Γι’ αυτό το λόγο, ως συνέπεια
κατὰ τὸ ἀκόλουθον καὶ τὴν ἀνθρωπίνην
ζωὴν πομφόλυγος δίκην
αυτής της θεωρίας, θεωρούσε
την ανθρώπινη ζωή σαν μια φούσκα από αέρα·
ᾤετο πνεύματί τινι τοῦ σώματος ἡμῶν
περιταθέντος, ἕως ἂν
θεωρούσε το σώμα ως
περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, για να κρατάει καλά
περικρατῆται τὸ πνεῦμα τῷ περιέχοντι,
τῇ δὲ διαπτώσει τοῦ ὄγκου
ως περιέχον το πνεύμα·
και όταν ο όγκος του σώματος θα κατέρρεε,
καὶ τὸ ἐναπειλημμένον συγκατασβέννυσθαι.
κι αυτό που υπήρχε μέσα
(περιεχόμενο) χανόταν.
»῞Ορος γὰρ τούτῳ τῆς τῶν ὄντων
φύσεως τὸ φαινόμενον ἦν, καὶ
»Γι’ αυτόν (τον Επίκουρο)
βάση της φύσεως των όντων αποτελούσε το
μέτρον τῆς τοῦ παντὸς καταλήψεως ἐποιεῖτο
τὴν αἴσθησιν, μεμυκὼς
φαινόμενο· και μέτρο
της κατανοήσεως όλων ήταν η αίσθηση. Είχε κλείσει εξ
παντάπασι τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια,
καὶ πρὸς οὐδὲν τῶν νοητῶν τε
ολοκλήρου τα αισθητήρια της
ψυχής και γι’ αυτό δεν μπορούσε να δει κανένα
καὶ ἀσωμάτων βλέπειν οἷός τε
ὢν, ὥσπερ ὁ οἰκίσκῳ τινὶ καθειργμένος
νοητό ή ασώματο ον·
όπως αυτός που είναι κλεισμένος σ’ ένα σπιτάκι και δεν
τῶν οὐρανίων θαυμάτων ἀθέατος
μένει, τοῖς τοίχοις καὶ τῷ ὀρόφῳ
μπορεί να δει κανένα από τα
ουράνια θαύματα, διότι τον εμποδίζουν οι τοίχοι
πρὸς τὴν τῶν ἔξω θέαν ἐμποδιζόμενος.
᾿Ατεχνῶς γὰρ γήϊνοί τινές εἰσι
και η οροφή να δει προς τα
έξω. Όλα τα αισθητά που φαίνονται είναι σαν
τοῖχοι τὰ αἰσθητὰ πάντα, ὅσα
ἐν τῷ παντὶ καθορᾶται, πρὸς τὴν τῶν
γήϊνοι τοίχοι, οι οποίοι
εμποδίζουν τους πιο μικρόψυχους να δουν με τον
νοητῶν θεωρίαν δι᾿ ἑαυτῶν τοὺς
μικροψυχοτέρους διατειχίζοντες.
εαυτό τους τη θεωρία των
νοητών.
8. »Γῆν ὁ τοιοῦτος βλέπει μόνην,
καὶ ὕδωρ, καὶ ἀέρα, καὶ πῦρ· ὅθεν
δὲ
»Ο Επίκουρος βλέπει μόνο γη,
νερό, αέρα και φωτιά. Από μικροψυχία όμως
τούτων ἕκαστον, ἢ ἐν τίνι ἐστὶν,
ἢ ὑπὸ τίνος περικρατεῖται, διιδεῖν ὑπὸ
δεν μπορεί να δει από που
προέρχεται το καθένα ή σε τί είναι ή από ποιό
μικροψυχίας οὐ δύναται. Καὶ ἱμάτιον
μέν τις ἰδὼν τὸν ὑφάντην
κρατιέται γύρω γύρω. Και
όταν δει κάποιος ένα ρούχο, σκέφτεται τον
ἀνελογίσατο, καὶ διὰ τῆς νηὸς
τὸν ναυπηγὸν ἐνενόησεν, ἥ τε αὐτοῦ
υφαντουργό που το έκανε·
και με το πλοίο σκέφτεται τον ναυπηγό· με τη θέα
οἰκοδόμου χεὶρ ὁμοῦ τῇ τοῦ
οἰκοδομήματος ὄψει τῇ διανοίᾳ τῶν
πάλι του οικοδομήματος,
έρχεται στο νου όσων το βλέπουν το χέρι του
θεωμένων ἐγγίνεται.
οικοδόμου.
»Οἱ δὲ πρὸς τὸν κόσμον ὁρῶντες
πρὸς τὸν διὰ τούτων δηλούμενον
»Αλλά αυτοί, ενώ βλέπουν προς
τον κόσμο, κλείνουν τα μάτια προς Αυτόν τον
ἀμβλυωποῦσιν, ὅθεν τὰ σοφὰ ταῦτα
καὶ δριμέα παρὰ τῶν τὸν
οποίο φανερώνουν τα πάντα·
έτσι παρουσιάζονται αυτά τα δήθεν σοφά και
ἀφανισμὸν ψυχῆς δογματιζόντων προφέρεται·
σῶμα ἐκ στοιχείων,
έξυπνα δόγματα από εκείνους
που διδάσκουν ότι η ψυχή χάνεται· λένε ότι το
καὶ στοιχεῖα ἐκ σώματος, καὶ τὸ
μὴ δύνασθαι τὴν ψυχὴν καθ᾿ ἑαυτὴν
σώμα είναι από τα στοιχεία
και τα στοιχεία από το σώμα· ότι δεν μπορεί η ψυχή
εἶναι, εἰ μήτε τούτων τι εἴη, μήτε
ἐν τούτοις.
να υπάρξει από μόνη της, εάν
δεν είναι ένα από τα στοιχεία ή μέσα σ’ αυτά.
»Εἰ γὰρ ὅτι μὴ ὁμοφυὴς τοῖς
στοιχείοις ἐστὶν ἡ ψυχὴ, διὰ τοῦτο
»Διότι, εάν νομίζουν οι
αντιρρησίες ότι δεν υπάρχει πουθενά η ψυχή, εφόσον
οὐδαμοῦ εἶναι αὐτὴν οἱ ἀντιλέγοντες
οἴονται· οὗτοι πρῶτον μὲν καὶ
δεν έχει την ίδια φύση με τα
στοιχεία, πρέπει αυτοί πρώτα πρώτα να δεχτούν
τὴν ἐν σαρκὶ ζωὴν ἄψυχον εἶναι
δογματιζέτωσαν. Οὐ γὰρ ἄλλο τι τὸ
ότι και η ζωή του σώματος
είναι άψυχη. Διότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο
σῶμά ἐστιν, εἰ μὴ συνδρομὴ τῶν
στοιχείων· μὴ τοίνυν μηδ᾿ ἐν τούτοις
παρά σύνθεση στοιχείων. Ας
μη λένε, λοιπόν, ότι η ψυχή υπάρχει μέσα στα
τὴν ψυχὴν εἶναι λεγέτωσαν δι᾿ ἑαυτῆς
ζωοποιοῦσαν τὸ σύγκριμα·
στοιχεία και ότι από μόνη
της δίνει τη ζωή στο σύνθετο σώμα· διότι εάν, όπως
εἴπερ οὐκ ἔστι μετὰ ταῦτα δυνατὸν,
καθὼς οἴονται, τῶν στοιχείων
νομίζουν, δεν είναι δυνατό
μετά (τη διάλυση) να υπάρχει η ψυχή, εφόσον
ὄντων καὶ τὴν ψυχὴν εἶναι, ὡς
μηδὲν ἄλλο ἢ νεκρὰν τὴν ζωὴν ἡμῶν
υπάρχουν μόνο τα στοιχεία, τότε
οι ίδιοι αποδεικνύουν ότι η ζωή μας είναι
παρ᾿ αὐτῶν ἀποδείκνυσθαι.
νεκρή.
»Εἰ δὲ νῦν ἐν τῷ σώματι τὴν
ψυχὴν εἶναι οὐκ ἀμφιβάλλουσι, πῶς τοῦ
Εάν όμως δεν αμφιβάλλουν ότι
υπάρχει τώρα η ψυχή μέσα στο σώμα, τότε πώς
σώματος εἰς τὰ στοιχεῖα τὸν ἀφανισμὸν
αὐτῆς δογματίζουσι, ἔπειτα
διδάσκουν την απώλειά της,
ενώ το σώμα διατηρείται στα στοιχεία; Εξάλλου,
δὲ καὶ κατὰ ταύτης τῆς θείας
φύσεως τὰ ἶσα τολμάτωσαν. Πῶς γὰρ
πρέπει στη συνέχεια να
τολμήσουν να πουν τα ίδια και για τη φύση του Θεού.
ἐροῦσι τὴν νοεράν τε καὶ ἄϋλον
καὶ ἀειδῆ φύσιν εἰς τὰ ὑγρά τε
καὶ
Διότι πώς θα πουν ότι η
νοερή, άϋλη και αιώνια Φύση εισχωρεί στα υγρά, τα
μαλακὰ καὶ στερέμνια διαδυομένην ἐν
τῷ εἶναι συνέχειν τὰ ὄντα, οὔτε
μαλακά και τα σκληρά, για να
δίνει συνοχή στα όντα, ενώ ούτε συγγενεύει μ’
συγγενῶς ἔχουσαν πρὸς τὰ ἐν οἷς
γίνεται, οὔτε διὰ τὸ ἑτερογενὲς ἐν
αυτά που έρχεται σε επαφή,
αλλά ούτε και αδυνατεί να είναι μέσα σ’ αυτά με
αὐτοῖς εἶναι ἀδυνατοῦσαν; Οὐκοῦν
ἐξῃρήσθω καθόλου τοῦ δόγματος
οποία διαφέρει στη φύση. Λοιπόν,
ας πετάξουν έξω από το πιστεύω τους και
αὐτῶν καὶ αὐτὸ τὸ Θεῖον,
ᾧ διακρατεῖται τὰ ὄντα».
το Θεό, ο οποίος κυβερνά όλα
τα όντα».
9. ΓΡΗΓ. «Αὐτὸ
δὲ τοῦτο, εἶπον ἐγὼ, πῶς ἂν τοῖς
ἀντιλέγουσιν
«Αυτό ακριβώς, είπα εγώ,
θέλω να μάθω: πώς είναι δυνατόν αυτοί που έχουν
ἀναμφίβολον γένοιτο, τὸ ἐκ Θεοῦ
εἶναι τὰ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ
αντιρρήσεις να πιστέψουν
χωρίς αμφιβολία ότι ο Θεός έκανε τα πάντα;
περικρατεῖσθαι τὰ ὄντα, ἢ καὶ ὅλως
τὸ εἶναί τι Θεῖον τῆς τῶν ὄντων
Να πιστέψουν ότι Αυτός όλα
τα κυβερνά και ότι γενικά υπάρχει Θεός, ο οποίος
ὑπερκείμενον φύσεως;».
ξεπερνά τη φύση των
δημιουργημάτων;».
ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ σιωπᾷν μὲν ἦν, φησὶν,
ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἁρμοδιώτερον,
Εκείνη απάντησε: «Είναι
προτιμότερο να σιωπά κανείς σ’ αυτές τις
μηδὲ ἀξιοῦν ἀποκρίσεως τὰς
μωράς τε καὶ ἀσεβεῖς τῶν προτάσεων,
αντιρρήσεις· ν’ απαξιεί
ν’ απαντά σε ανόητες και ασεβείς απόψεις, επειδή και
ἐπεὶ καί τις τῶν θείων ἀπαγορεύει
λόγος μὴ ἀποκρίνεσθαι ἄφρονι ἐν τῇ
ο θείος λόγος δεν επιτρέπει
ν’ απαντάμε στην ανοησία ενός ανόητου·
ἀφροσύνῃ αὐτοῦ· ἄφρων δὲ
πάντως ἐστὶ, κατὰ τὸν Προφήτην, ὁ μὴ
διότι, σύμφωνα με τον
Προφήτη, είναι ανόητος όποιος λέει ότι δεν υπάρχει
εἶναι λέγων Θεόν.
Θεός.
»᾿Επεὶ δὲ χρὴ καὶ τοῦτο εἰπεῖν,
ἐρῶ σοι, φησὶ, λόγον, ἐμὸν οὐχὶ,
ἀλλ᾿
»Επειδή, όμως, πρέπει κι σ’
αυτό να απαντήσω, θα σου πω όχι δικό μου λόγο
οὐδὲ ἄλλου τινὸς ἀνθρώπου·
μικρὸς γὰρ οὗτος, ὅστις δ᾿ ἂν ᾖ·
ἀλλ᾿
ούτε κάποιου άλλου ανθρώπου·
διότι θα ήταν πολύ λίγος, όποιος κι αν ήταν.
αὐτὸν ὃν ἡ κτίσις τῶν ὄντων
διὰ τῶν ἐν αὐτῇ θαυμάτων διέξεισιν,
Θα σου πω λόγο που διηγείται
η δημιουργία των κτισμάτων με τα θαύματά της·
ἀκροατὴς ὀφθαλμὸς γίνεται, διὰ
τῶν φαινομένων, ἐνηχοῦντος τῇ
θα σου πω για τα φαινόμενα
που βλέπει το μάτι και γι’ αυτά που ηχούν με
καρδίᾳ τοῦ σοφοῦ τε καὶ τεχνικοῦ
λόγου. Βοᾷ γὰρ ἄντικρυ τὸν
σοφία και καλλιτεχνία μέσα
στην καρδιά. Διότι η δημιουργία φωνάζει καθαρά
ποιητὴν ἡ κτίσις, αὐτῶν τῶν
οὐρανῶν, καθώς φησιν ὁ Προφήτης, ταῖς
για το δημιουργό της·
όπως λέει ο Προφήτης, ο ίδιος ο ουρανός με ανείπωτες
ἀλαλήτοις φωναῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ διηγουμένων.
φωνές διηγείται τη δόξα του
Θεού (Ψαλμ. 18,2).
»Τίς γὰρ βλέπων τὴν τοῦ παντὸς
ἁρμονίαν, τῶν τε οὐρανίων καὶ
»Διότι, ποιός βλέπει την
αρμονία του σύμπαντος και τα θαύμασια φαινόμενα
τῶν κατὰ γῆν θαυμάτων, καὶ ὡς
ἐναντίως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα τὰ
του ουρανού και της γης; Ότι
δηλαδή, ενώ τα στοιχεία τους είναι από τη φύση
στοιχεῖα κατὰ τὴν φύσιν, πρὸς τὸν
αὐτὸν τὰ πάντα σκοπὸν διά τινος
αντίθετα μεταξύ τους, όμως
όλα συνδέονται με αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ
ἀῤῥήτου κοινωνίας συμπλέκεται,
τὴν παρ᾿ ἑαυτοῦ δύναμιν ἕκαστον
τους για τον ίδιο σκοπό;
Ποιός δεν βλέπει ότι το καθένα συνεισφέρει τη δική
πρὸς τὴν τοῦ παντὸς διαμονὴν
συνεισφέροντα, καὶ οὔτε τὰ ἀμικτά τε
του δύναμη για τη συντήρηση
του σύμπαντος; Ποιός δεν βλέπει ότι δεν
καὶ ἀκοινώνητα κατὰ τὴν ἰδιότητα
τῶν ποιοτήτων διαχωρεῖ
χωρίζονται οι άμικτες και
ακοινώνητες ατομικές ιδιότητες του ενός από το
ἀπ᾿ ἀλλήλων, οὔτε ἐν ἀλλήλοις
φθείρεται κατακιρνάμενα πρὸς ἄλληλα
άλλο; Αλλά ούτε διαλύονται
το ένα μέσα στο άλλο με την ανάμιξη αντίθετων
ταῖς ἐναντίαις ποιότησιν, ἀλλὰ
καὶ οἷς ἀνωφερής ἐστιν ἡ φύσις, ἐπὶ
τὰ
ιδιοτήτων; Διότι συμβαίνει,
όσα η φύση τους τα οδηγεί προς τα πάνω να
κάτω φέρεται, τῆς ἡλιακῆς θερμότητος
διὰ τῶν ἀκτίνων
πηγαίνουν προς τα κάτω, όπως
η ηλιακή θερμότητα που πέφτει προς τα κάτω
καταῤῥεούσης· τά τε ἐμβριθῆ
τῶν σωμάτων ἀνακουφίζεται διὰ τῶν
με τις ακτίνες του ήλιου. Τα
βαριά πάλι σώματα ανυψώνονται με την
ἀτμῶν λεπτυνόμενα, ὡς καὶ τὸ
ὕδωρ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν
ελαφρύτητα των ατμών, όπως
το νερό που αντίθετα στη φύση του ανεβαίνει
ἀνωφερὲς γίνεσθαι, δι᾿ ἀέρος
ἐπὶ πνευμάτων ὀχούμενον, καὶ τὸ
προς τα πάνω και το σπρώχνει
ο αέρας με τα σύννεφα. Η φωτιά επίσης, που
αἰθέριον πῦρ πρόσγειον γίνεσθαι, ὡς
καὶ τὸ βάθος μὴ ἀμοιρεῖν τῆς
είναι αέρας, γίνεται γήϊνο
σώμα, για να μη μένει το βάθος γης χωρίς θερμότητα.
θερμότητος, ἐπιχεομένην δὲ τῇ γῇ
τὴν ἐκ τῶν ὄμβρων ἰκμάδα μίαν
Από την άλλη, η υγρασία που
πέφτει στη γη με τις βροχές, ενώ έχει μία φυσική
οὖσαν τῇ φύσει, μυρίας γεννᾷν
βλαστημάτων διαφορὰς πᾶσι
ιδιότητα, προκαλεί μυριάδες
είδη διαφορετικών φυτών, προσφέροντας στο
κατάλληλον τοῖς ὑποκειμένοις ἐμφυομένην·
τήν τε ὀξυτάτην τοῦ πόλου
καθένα την κατάλληλη συνθήκη
αναπτύξεως. Βλέπει ακόμη κανείς την
περιφορὰν καὶ τῶν ἐντὸς κύκλων
τὴν ἐπὶ τὸ ἔμπαλιν κίνησιν, τάς τε
ταχύτατη περιστροφή του
πόλου και την αντίστροφη κίνηση μέσα στους
ὑποδρομὰς καὶ τὰς συνόδους, καὶ
τὰς ἐναρμονίους ἀποστάσεις τῶν
αστρικούς κύκλους, τις
εκλείψεις, τις συνδρομές και τις αρμονικές αποστάσεις
ἄστρων·
των αστέρων.
»ὁ ταῦτα βλέπων τῷ διανοητικῷ τῆς
ψυχῆς ὀφθαλμῷ, ἆρα οὐχὶ
»Αυτός που τα βλέπει αυτά με
το νοερό οφθαλμό της ψυχής του, άραγε δεν
φανερῶς ἐκ τῶν φαινομένων διδάσκεται,
ὅτι θεία δύναμις ἔντεχνός τε
μαθαίνει ξεκάθαρα από τα
φαινόμενα, ότι υπάρχει κάποια θεία δύναμη,
καὶ σοφὴ τοῖς οὖσιν ἐμφαινομένη,
καὶ διὰ πάντων ἥκουσα τὰ μέρη
δημιουργική και σοφή, που
φανερώνεται στα όντα; Μια δύναμη που διαπερνά
συναρμόζει τῷ ὅλῳ, καὶ τὸ ὅλον
συμπληροῖ ἐν τοῖς μέρεσι, καὶ μιᾷ τινι
όλα τα μέρη ώστε να
συναπαρτίζουν το όλο, και συμπληρώνει το όλο με τα
περικρατεῖται δυνάμει τὸ πᾶν, αὐτὸ
ἐν ἑαυτῷ μένον καὶ περὶ ἑαυτὸ
μέρη; Δεν μαθαίνει ότι μια
δύναμη τα συγκρατεί όλα; Ότι όλα μένουν στον
κινούμενον, καὶ οὔτε λῆγόν ποτε τῆς
κινήσεως, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ
εαυτό τους και κινούνται
γύρω του· δεν σταματούν ποτέ την κίνηση και δεν
τόπον παρὰ τὸν, ἐν ᾧ ἐστι,
μεθιστάμενον;».
αλλάζουν τόπο πέρα απ’ αυτόν
που βρίσκονται;».
10. ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, εἶπον, ἡ περὶ
τὸ εἶναι τὸν Θεὸν πίστις, καὶ τὴν
«Και πώς, ρώτησα, η πίστη
στο Θεό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την ύπαρξη
ψυχὴν εἶναι τὴν ἀνθρωπίνην
συναποδείκνυσιν; Οὐ γὰρ δὴ ταὐτόν ἐστι
της ανθρώπινης ψυχής; Διότι
η ψυχή δεν είναι κάτι το ίδιο με το Θεό ώστε,
τῷ Θεῷ ἡ ψυχὴ, ὥστε εἰ τὸ
ἓν ὁμολογοῖτο εἶναι συνομολογεῖσθαι
εάν ομολογηθεί ότι υπάρχει
το ένα, να παραδεχτούμε οπωσδήποτε ότι υπάρχει
πάντως καὶ τὸ λειπόμενον».
και το άλλο».
ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Λέγεται, φησὶ, παρὰ
τῶν σοφῶν μικρός τις εἶναι κόσμος
Εκείνη τότε μου απάντησε:
«Λένε οι σοφοί ότι ο άνθρωπος είναι ένας
ὁ ἄνθρωπος, ταῦτα περιέχων ἐν ἑαυτῷ
τὰ στοιχεῖα, οἷς τὸ πᾶν
μικρόκοσμος καθώς περιέχει
μέσα του στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα
συμπεπλήρωται. Εἰ δὲ ἀληθὴς οὗτος
ὁ λόγος ἔοικε δὲ, τάχα οὐκ ἂν
όντα. Αν ο λόγος αυτός, όπως
φαίνεται, είναι αληθινός, τότε δεν θα
ἑτέρας ἐδεήθημεν συμμαχίας εἰς
τὸ βεβαιωθῆναι ἡμῖν ὃ περὶ ψυχῆς
χρειαζόμασταν καμμιά
επιπλέον απόδειξη για να βεβαιώσουμε αυτό που
ὑπειλήφαμεν.
πιστεύουμε για την ψυχή.
»῾Υπειλήφαμεν δὲ τὸ εἶναι αὐτὴν
καθ᾿ ἑαυτὴν ἐν ἐξηλλαγμένῃ τε καὶ
»Πιστεύουμε ότι η ψυχή
υπάρχει καθ’ εαυτή με φύση ιδιαίτερη και
ἰδιαζούσῃ φύσει, παρὰ τὴν
σωματικὴν παχυμέρειαν. ῾Ως γὰρ πάντα
διαφορετική από την παχύτητα
του σώματος. Διότι, όπως αντιλαμβανόμαστε
τὸν κόσμον διὰ τῆς αἰσθητικῆς
ἀντιλήψεως ἐπιγινώσκοντες, δι᾿ αὐτῆς
όλο τον κόσμο με τις
αισθήσεις, με την ίδια
τῆς κατὰ τὴν αἴσθησιν ἡμῶν ἐνεργείας
εἰς τὴν τοῦ ὑπὲρ αἴσθησιν
την ενέργεια των αισθητηρίων
οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής
πράγματος καὶ νοήματος ἔννοιαν ὁδηγούμεθα,
καὶ γίνεται ἡμῖν ὁ
και νοητής πραγματικότητας·
τότε γίνεται το μάτι μας
ὀφθαλμὸς ἑρμηνεὺς τῆς παντοδυνάμου
σοφίας, τῆς τῷ παντὶ μὲν
ερμηνευτής της παντοδύναμης
σοφίας (του Θεού), την οποία θεωρούμε στο
ἐνθεωρουμένης, τὸν δὲ κατ᾿ αὐτὴν
τοῦ παντὸς περιδεδραγμένον
κάθε ον και η οποία μας
φανερώνει Εκείνον που συγκρατεί το σύμπαν.
δι᾿ ἑαυτῆς μηνυούσης, οὕτω καὶ
πρὸς τὸν ἐν ἡμῖν βλέποντες κόσμον,
Με τον ίδιο τρόπο κι εμείς,
βλέποντας τον εσωτερικό μας κόσμο,
οὐ μικρὰς ἔχομεν ἀφορμὰς πρὸς
τὸ διὰ τῶν φαινομένων καὶ τοῦ
δεν έχουμε και λίγες αφορμές
να στοχαστούμε μέσα από τα φαινόμενα
κεκρυμμένου καταστοχάσασθαι. Κέκρυπται δὲ
ἐκεῖνο, ὃ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ ὂν
αυτό που κρύβεται από πίσω.
Και κρύβεται εκείνο το οποίο, όντας από τον
νοητόν τε καὶ ἀειδὲς διαφεύγει τὴν
αἰσθητικὴ κατανόησιν».
εαυτό του νοητό και αόρατο,
ξεφεύγει από την κατανόηση των αισθήσεων».
11. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ εἶπον· «᾿Αλλὰ
τὴν τοῦ παντὸς ὑπερκειμένην σοφίαν
Είπα κι εγώ: «Σίγουρα είναι
δυνατόν να δεχθούμε με το συλλογισμό τη σοφία
διὰ τῶν ἐνθεωρουμένων τῇ φύσει
τῶν ὄντων σοφῶν τε καὶ τεχνικῶν
που ξεπερνά κάθε ον, με τη
θεωρία των σοφών και καλλιτεχνικών ιδιοτήτων
λόγων, ἐν τῇ ἁρμονίᾳ ταύτῃ
καὶ διακοσμήσει δυνατόν ἐστιν
που υπάρχουν στη φύση των
όντων και αποτελεί την αρμονική διακόσμησή
ἀναλογίσασθαι· ψυχῆς δὲ γνῶσις
διὰ τῶν κατὰ τὸ σῶμα δεικνυμένων
τους. Ποιά όμως γνώση της
ψυχής είναι δυνατόν να προέλθει από τις σωματικές
τίς ἂν γένοιτο τοῖς ἀπὸ τῶν
φαινομένων τὸ κρυπτὸν ἀνιχνεύουσιν;».
ιδιότητες σ’ αυτούς που
ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα;».
ΜΑΚΡ. «Καὶ μάλιστα μέν τοι, φησὶν ἡ
παρθένος, τοῖς κατὰ τὸ σοφὸν
«Βέβαια, λέει η παρθένα, για
εκείνους που, σύμφωνα με το σοφό παράγγελμα,
ἐκεῖνο παράγγελμα γινώσκειν ἑαυτοὺς
ἐπιθυμοῦσιν· εἰ κἂν ἡ
επιθυμούν να γνωρίσουν τον
εαυτό τους, η ίδια η ψυχή γίνεται δασκάλα για
διδάσκαλος τῶν περὶ ψυχῆς ὑπολήψεων
αὐτὴ ἡ ψυχὴ, ὅτι ἄϋλός τις
τα ζητήματα της ψυχής·
διότι, ενώ είναι άϋλη και ασώματη,
καὶ ἀσώματος, καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ
φύσει ἐνεργοῦσά τε καὶ κινουμένη,
ενεργεί και κινείται ανάλογα
στη φύση της
καὶ διὰ τῶν σωματικῶν ὀργάνων
τὰς ἰδίας κινήσεις ἐνδεικνυμένη.
και με τα όργανα του σώματος
μαρτυρεί τις κινήσεις της.
»῾Η γὰρ ὀργανικὴ τοῦ σώματος
αὕτη διασκευὴ, ἔστι μὲν οὐδὲν ἧττον
»Η κατασκευή αυτή των
οργάνων του σώματος διατηρείται το ίδιο
καὶ ἐπὶ τῶν ἀπονεκρωθέντων
διὰ θανάτου, ἀλλ᾿ ἀκίνητος μένει καὶ
και σ’ αυτούς που έχουν ήδη
πεθάνει· μένει όμως ακίνητη και ανενέργητη,
ἀνενέργητος, τῆς ψυχικῆς δυνάμεως ἐν
αὐτῇ μὴ οὔσης. Κινεῖται δὲ τότε
διότι δεν υπάρχει μέσα της η
δύναμη της ψυχής. Τότε μόνον κινείται, όταν
ὅταν ἥ τε αἴσθησις ἐν τοῖς ὀργάνοις
ᾖ, καὶ διὰ τῆς αἰσθήσεως ἡ νοητὴ
υπάρχουν οι αισθήσεις στα
σωματικά όργανα και μέσω των αισθήσεων
δύναμις διήκῃ ταῖς ἰδίαις ὁρμαῖς
συγκινοῦσα πρὸς τὸ δοκοῦν τὰ
διαπερνά η νοητική δύναμη
(της ψυχής) με την ορμή της και κινεί τις
ὀργανικὰ αἰσθητήρια».
σωματικές αισθήσεις εκεί που
θέλει».
12. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, ἐστὶν ἡ
ψυχή; εἰ δυνατὸν λόγῳ τινὶ τὴν φύσιν
«Τί, λοιπόν, είναι η ψυχή;
ρώτησα. Είναι δυνατόν με κάποια λόγια να
ὑπογραφῆναι, ὡς ἄν τις γένοιτο ἡμῖν
τοῦ ὑποκειμένου διὰ τῆς
περιγραφεί η φύση της, ώστε
να μπορούμε με τον λεκτικό ορισμό ν’
ὑπογραφῆς κατανόησις».
αντιληφθούμε τί είναι;».
ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «ἄλλοι μὲν
ἄλλως, φησὶ, τὸν περὶ αὐτῆς
Και η δασκάλα απάντησε: «Προσπάθησαν
πολλοί, με διαφορετικό τρόπο ο
ἀπεφήναντο λόγον, κατὰ τὸ δοκοῦν
ἕκαστος ὁριζόμενοι, ἡ δὲ ἡμετέρα
καθένας, σύμφωνα με την
αντίληψη τους, να ορίσουν τον ορισμό της· ο δικός
περὶ αὐτῆς δόξα οὕτως ἔχει·
Ψυχή ἐστιν οὐσία γεννητὴ, οὐσία ζῶσα,
μας ορισμός γι’ αυτήν είναι
ο εξής: Η ψυχή είναι κτιστή ουσία, ζώσα, νοερή
νοερὰ, σώματι ὀργανικῷ καὶ αἰσθητικῷ,
δύναμιν ζωτικὴν καὶ τῶν
που μεταδίδει από μόνη της
στα όργανα και τις αισθήσεις του σώματος δύναμη
αἰσθητῶν ἀντιληπτικὴν δι᾿ ἑαυτῆς
ἐνιοῦσα, ἕως ἂν ἡ δεκτικὴ τούτων
ζωής και αντίληψη των
αισθητών, έως εκεί που φτάνει η συνεκτική φύση τους».
συνέστηκε φύσις».
Καὶ ἅμα ταῦτα λέγουσα δείκνυσι τῇ
χειρὶ τὸν ἰατρὸν τὸν ἐπὶ θεραπείᾳ
Και ενώ έλεγε αυτά, δείχνει
με το χέρι το γιατρό που καθόταν δίπλα της για τη
τοῦ σώματος αὐτῇ προσκαθήμενον, καί
φησιν· «᾿Εγγὺς ἡμῖν τῶν
τη θεραπεία του σώματός της
και είπε: «Η απόδειξη των όσων λέμε είναι
εἰρημένων ἡ μαρτυρία. Πῶς γὰρ,
εἶπεν, οὗτος ἐπιβαλὼν τῇ ἀρτηρίᾳ
μπροστά μας. Πές μου, πώς
αυτός (ο γιατρός) ακουμπώντας με τα δάχτυλα την
τὴν τῶν δακτύλων ἁφὴν, ἀκούει
τρόπον τινὰ διὰ τῆς ἁπτικῆς
αρτηρία, ακούει κατά κάποιο
τρόπο με την αίσθηση της αφής
αἰσθήσεως τῆς φύσεως πρὸς αὐτὸν
βοώσης, καὶ τὰ ἴδια πάθη
τον οργανισμό να του φωνάζει
και να του διηγείται τις ασθένειές του;
διηγουμένης, ὅτι ἐν ἐπιτάσει ἐστὶ
τῷ σώματι τὸ ἀῤῥώστημα, καὶ ἀπὸ
Να διηγείται δηλαδή ότι η
αρρώστια βρίσκεται σε έξαρση στο σώμα και
τῶνδε τῶν σπλάγχνων ἡ νόσος ὥρμηται,
καὶ ἐπὶ τοσόνδε παρατείνει
ξεκίνησε από το τάδε
σπλάγχνο και για τόσο καιρό θα παραταθεί η κρίση του
τοῦ φλογμοῦ ἡ ἐπίτασις;
πυρετού;
»Διδάσκεται δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
ἄλλα τοιαῦτα, πρός τε τὸ
»Εξίσου μ’ αυτά ο γιατρός
διδάσκεται και από το μάτι, παρατηρώντας από τη
σχῆμα τῆς κατακλίσεως βλέπων, καὶ
πρὸς τὴν τῶν σαρκῶν τηκεδόνα.
μια το σχήμα της κατακλίσεώς
του κι από την άλλη την αδυναμία του σώματος.
Καὶ ὡς ἐπισημαίνει τὴν ἔνδον
διάθεσιν, τό τε εἶδος τοῦ χρώματος,
Παρατηρεί την εσωτερική
κατάσταση του σώματος, το είδος του χρώματός του,
ὕπωχρόν τε ὂν καὶ χολῶδες, καὶ
ἡ τῶν ὀμμάτων βολὴ περὶ τῶν
αν αν είναι ωχρό ή
πρασινωπό, και το βλέμμα των οφθαλμών, που αυτόματα
λυπούντων καὶ ἀλγύνον αὐτομάτως
ἐγκλινομένη.
φανερώνει τη λύπη και τον
πόνο.
»῾Ωσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ
τῶν ὁμοίων διδάσκαλος γίνεται, τῷ δὲ
Αλλά και η ακοή διδάσκει το
γιατρό για παρόμοια πράγματα· κάνει
πυκνῷ τοῦ ἄσθματος, καὶ τῷ
συνεκδιδομένῳ μετὰ τῆς ἀναπνοῆς
διάγνωση της νόσου με την
πυκνότητα της αναπνοής και με το στεναγμό που
στεναγμῷ τὸ πάθος ἐπιγινώσκουσα. Εἴποι
δ᾿ ἄν τις μηδὲ τὴν ὄσφρησιν
βγαίνει ταυτόχρονα μ’ αυτήν.
Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ούτε η όσφρηση του
τοῦ ἐπιστήμονος ἀνεπίσκεπτον εἶναι
τοῦ πάθους, ἀλλὰ διὰ τῆς ποιᾶς
επιστήμονα μένει
αχρησιμοποίητη στη διάγνωση της ασθένειας· με την
τοῦ ἄσθματος ἰδιότητος ἐπιγινώσκειν
τὸ ἐγκεκρυμμένον τοῖς
ποιότητα της αναπνοής
βρίσκει την αρρώστεια που κρύβεται στα σπλάγχνα
σπλάγχνοις ἀῤῥώστημα.
του σώματος.
»῏Αρ᾿ οὖν εἰ μή τις δύναμις ἦν
νοητὴ ἡ ἑκάστῳ τῶν αἰσθητηρίων
»Άρα, λοιπόν, αν δεν ήταν
παρούσα σε κάθε αισθητήριο μια δύναμη νοητική,
παροῦσα; Τί ἂν ἡμᾶς ἡ χεὶρ
ἀφ᾿ ἑαυτῆς ἐδιδάξατο, μὴ τῆς ἐννοίας
πρὸς
τί θα μπορούσε να μας
διδάξει από μόνο του το χέρι, αφού δεν θα καθοδηγούσε
τὴν τοῦ ὑποκειμένου γνῶσιν τὴν
ἁφὴν ὁδηγούσης; Τί δ᾿ ἂν ἡ ἀκοὴ
η νόηση την αφή στη γνώση του
υποκειμένου; Σε τί, επίσης, θα συνέβαλε στη
διανοίας διεζευγμένη, ἢ ὀφθαλμὸς, ἢ
μυκτὴρ, ἢ ἄλλο τι αἰσθητήριον
γνώση του ζητουμένου η ακοή,
εφόσον ήταν ξέχωρα από τη νόηση, ή το μάτι
πρὸς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ζητουμένου
συνήργησεν, εἰ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ μόνου
ή η μύτη ή κάποια άλλη
αίσθηση, εάν η καθεμιά ενεργούσε από μόνη της;
τούτων ἕκαστον ἦν; ᾿Αλλ᾿ ὃ πάντων
ἐστὶν ἀληθέστατον, ὃ καλῶς τις
Αλλά, το πιο αληθινό είναι
εκείνο το οποίο αναφέρουν ότι είπε κάποιος από
τῶν ἔξω πεπαιδευμένων εἰπὼν
μνημονεύεται, τὸν νοῦν εἶναι τὸν
τους μορφωμένους της
κοσμικής (έξω, θύραθεν) παιδείας· ότι, δηλαδή, ο νους
ὁρῶντα, καὶ νοῦν τὸν ἀκούοντα.
είναι εκείνος που βλέπει και
ακούει.
»Εἰ γὰρ μὴ τοῦτο δοίη τις ἀληθὲς
εἶναι, πῶς, εἰπὲ σὺ, πρὸς τὸν ἥλιον
»Και εάν κανείς δεν δεχόταν
ότι αυτό είναι αλήθεια, πές μου, πώς εσύ,
βλέπων, καθὼς ἐδιδάχθης παρὰ τοῦ
διδασκάλου βλέπειν, οὐχ ὅσος
βλέποντας τον ήλιο, όπως σου
έμαθε να τον βλέπεις ο δάσκαλός σου, θα έλεγες
φαίνεται τοῖς πολλοῖς, τοσοῦτον αὐτὸν
φῂς εἶναι τῷ μεγέθει τοῦ
ότι αυτός στο μέγεθος της
περιφέρειάς του δεν είναι τόσο μεγάλος όσο
κύκλου, ἀλλ᾿ ὑπερβαλεῖν πολλαπλάσια
τῷ μέτρῳ πᾶσαν τὴν γῆν;
νομίζουν οι πολλοί, αλλά
ξεπερνά σε πολλαπλάσιο αριθμό το μέγεθος όλης
Οὐκ ἐπειδὴ τῇ ποίᾳ κινήσει,
καὶ τοῖς χρονικοῖς τε καὶ τοπικοῖς
της γης; Δεν ισχυρίζεσαι με
αυτοπεποίθηση ότι έτσι είναι τα πράγματα, διότι
διαστήμασι, καὶ ταῖς ἐκλειπτικαῖς
αἰτίαις τῇ διανοία διὰ τῶν
μελέτησες με τη νόηση τα
φαινομένα, την οποιαδήποτε κίνηση, τα χρονικά και
φαινομένων ἀκολουθήσας, θαῤῥῶν
ἀποφαίνων τὸ οὕτως ἔχειν;
τοπικά διαστήματα και τις
αιτίες των εκλείψεων;
»Καὶ τῆς σελήνης μείωσίν τε καὶ
αὔξησιν βλέπων, ἄλλα διδάσκει διὰ
»Και όταν βλέπεις την
έλλειψη ή το γέμισμα της σελήνης, διδάσκεσαι άλλες
τοῦ φαινομένου περὶ τὸ στοιχεῖον
σχημάτων, τὸ, ἀφεγγῆ τε εἶναι
αλήθειες από τα φαινόμενα
του σχήματος της σελήνης· ότι στη φύση της είναι
αὐτὴν κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν,
καὶ τὸν πρόσγειον κύκλον περιπολεῖν·
είναι αφεγγής (ετερόφωτη)
και περιφέρεται γύρω από τη γη· λάμπει με το φως
λάμπει δὲ ἀπὸ τῶν ἡλιακῶν
ἀκτίνων, ὡς ἐπὶ τῶν κατόπτρων γίνεσθαι
που δέχεται από τις ακτίνες
του ήλιου –όπως συμβαίνει με τους καθρέφτες που
πεφυκέναι τὸν ἥλιον, ἐφ᾿ ἑαυτῶν
δεχόμενα οὐκ ἰδίας αὐγὰς
δέχονται πάνω τους τον ήλιο
και δεν εκπέμπουν δικό τους φως,
ἀντιδίδωσιν, ἀλλὰ τοῦ ἡλιακοῦ
φωτὸς ἐκ τοῦ λείου καὶ στίλβοντος
αλλ’ αντανακλούν προς τα
πίσω το ηλιακό φως εξαιτίας τη λείας και στιλπνής
σώματος εἰς τὸ ἔμπαλιν ἀνακλωμένου.
῞Ωσπερ τοῖς ἀνεξετάστως
επιφάνειάς τους. Αυτοί όμως
που βλέπουν τα πράγματα χωρίς να τα εξετάσουν
βλέπουσιν ἐξ αὐτῆς δοκεῖ τῆς
σελήνης εἶναι τὸ φέγγος.
καλά, πιστεύουν ότι το φως
προέρχεται από την ίδια τη σελήνη.
»Δείκνυται δὲ τὸ μὴ ἔχειν, ὅτι
γινομένη μὲν ἀντιπρόσωπος τῷ ἡλίῳ
»Αποδεικνύεται βέβαια ότι η
σελήνη δεν έχει δικό της φως από το ότι, όταν
κατὰ διάμετρον ὅλῳ τῷ πρὸς ἡμᾶς
βλέποντι κύκλῳ καταφωτίζεται·
βρίσκεται εκ διαμέτρου
αντίθετα στον ήλιο, φωτίζεται σ’ όλο της τον κύκλο
ἐν ἐλάττονι δὲ τῷ κατ᾿ αὐτὴν
τόπῳ θᾶττον περιοῦσα τὸν ἐν ᾧ ἐστι
που βλέπουμε εμείς·
επειδή όμως το διάστημα που περιφέρεται είναι μικρότερο,
κύκλον, πρὶν ἅπαξ τὸν ἥλιον
περιοδεῦσαι τὸν ἴδιον δρόμον, πλέον ἢ
κάνει πιο γρήγορα τον κύκλο
του εαυτού της, προτού ο ήλιος κάνει το δικό του
δωδεκάκις αὐτὴ τὸν κατ᾿ αὐτὴν
περιέρχεται.
μία φορά· έτσι
περιτρέχει τον εαυτό της περισσότερο από δώδεκα φορές.
»Διὸ συμβαίνει μὴ ἀεὶ πεπληρῶσθαι
φωτὸς τὸ στοιχεῖον· οὐ γὰρ μένει
»Γι’ αυτό συμβαίνει να μην
είναι γεμάτη πάντα με φως η σελήνη· διότι η θέση
ἐν τῷ πυκνῷ τῆς περιόδου διηνεκῶς
ἀντιπρόσωπος τῷ διά πολλοῦ
της δεν διατηρείται συνεχώς
απέναντι στον ήλιο λόγω της ταχείας περιστροφής
περιιόντι τόν ἴδιον πόλον, ἡ δι᾿ ὀλίγου
πολλάκις τόν ἑαυτῆς
της. Ενώ ο ήλιος κάνει πολύ
χρόνο να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό του, η
περιθέουσα· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ κατ᾿
εὐθεῖαν ὡς πρός τόν ἥλιον
σελήνη κάνει πολύ λίγο και
περιστρέφεται πολλές φορές. Έτσι, όπως η θέση
ἀντιπρόσωπος θέσις, ἅπαν τὸ πρὸς ἡμᾶς
τῆς σελήνης μέρος διὰ τῶν
ακριβώς απέναντι από τον
ήλιο, κάνει να φωτίζεται από τις ακτίνες του όλο το
ἡλιακῶν ἀκτίνων πεφωτισμένον ἐποίησεν,
οὕτως ὅταν ἐπὶ τὰ πλάγια
μέρος της σελήνης που
βλέπουμε εμείς, έτσι και όταν βρίσκεται στα πλάγια
γίνεται τοῦ ἡλίου τοῦ ἀεὶ
κατ᾿ αὐτὸν γινομένου τῆς σελήνης
του ήλιου, τότε το
ημισφαίριο της σελήνης που βρίσκεται απέναντι από τον
ἡμισφαιρίου διαλαμβανομένου τῇ τοῦ
ἀκτίνων περιβολῇ, τὸ πρὸς
ήλιο δέχεται τις ακτίνες
του, ενώ το στραμμένο σε μας αναγκαστικά
ἡμᾶς κατ᾿ ἀνάγκην ἀποσκιάζεται,
ἀντιμεθισταμένης τῆς λαμπηδόνος
βρίσκεται στη σκιά· η
λαμπρότητα αφαιρείται από το μέρος εκείνο της
ἀπὸ τοῦ μὴ δυναμένου πρὸς τὸν
ἥλιον βλέπειν μέρους ἐπὶ τὸν ἀεὶ
κατ᾿
σελήνης που δεν μπορεί να
βλέπει προς τον ήλιο καί δίνεται σ’εκείνο το μέρος
ἐκεῖνον γινόμενον, ἕως ἂν ὑποβᾶσα
κατ᾿ εὐθεῖαν τὸν ἡλιακὸν κύκλον
που είναι πάντα απέναντι από
τον ήλιο· έως ότου η σελήνη περάσει κατευθείαν
κατὰ νώτου τὴν ἀκτῖνα δέξηται,
καὶ οὕτω τοῦ ἄνωθεν ἡμισφαιρίου
απέναντι στον ήλιο και
δεχθεί τις ακτίνες του στο νότιο μέρος της, οπότε
περιλαμφθέντος ἀόρατον ποιεῖ τὸ πρὸς
ἡμᾶς μέρος, τὸ εἶναι καθόλου
φωτίζεται το πάνω απ’ αυτό
ημισφαίριο και γίνεται αόρατο το δικό μας, διότι
τῇ ἰδίᾳ φύσει ἀφεγγὲς
καὶ ἀφώτιστον· ὅπερ δὴ παντελὴς τοῦ
στοιχείου
από τη φύση του το δεύτερο
είναι χωρίς φως. Το φαινόμενο αυτό λέγεται
μείωσις λέγεται. Εἰ δὲ παρέλθῃ
πάλιν τὸν ἥλιον κατὰ τὴν ἰδίαν τοῦ
ολική μείωση του σώματος της
σελήνης. Εάν πάλι περάσει τον ήλιο στη
δρόμου κίνησιν, καὶ ἐκ πλαγίου γένοιτο
τῇ ἀκτῖνι, τὸ πρὸ ὀλίγου
διαδρομή της κινήσεώς της
και δεχθεί πλάγια τις ακτίνες του, τότε αυτό που
ἀλαμπὲς ὑπολάμπειν ἄρχεται, τῆς
ἀκτῖνος ἀπὸ τοῦ πεφωτισμένου
πριν λίγο ήταν αφώτιστο
αρχίζει να λάμπει, διότι οι ακτίνες πέφτουν από το
πρὸς τὸ τέως ἀφανὲς μετιούσης.
φωτισμένο στο πρώην αφώτιστο
μέρος της.
»῾Ορᾷς οἷόν σοι γίνεται ἡ ὄψις
διδάσκαλος, οὐκ ἄν σοι παρασχομένη δι᾿
»Βλέπεις πόσα πράγματα σου
διδάσκει η όραση; Μόνη της δεν θα σου
ἑαυτῆς τῶν τοιούτων τὴν θεωρίαν,
εἰ μή τι οὖν τὸ διὰ τῶν ὄψεων
πρόσφερε τη γνώση όλων
αυτών, εάν δεν υπήρχε κάτι που βλέπει με τα μάτια·
βλέπων, ὃ τοῖς κατ᾿ αἴσθησιν
γινωσκομένοις οἷόν τισιν ὁδηγοῖς
αυτό χρησιμοποιεί τα
δεδομένα των αισθήσεων σαν κάποιο οδηγό ώστε να
κεχρημένον διὰ τῶν φαινομένων, ἐπὶ
τὰ μὴ βλεπόμενα διαδύεται; Τί
να εισέλθει μ’ αυτά που
βλέπει σ’ αυτά που δεν βλέπει. Πρέπει ακόμη να
δεῖ προστιθέναι τὰς γεωμετρικὰς ἐφόδους
διὰ τῶν αἰσθητῶν
προσθέσουμε τις γεωμετρικές
μεθόδους, οι οποίες με τα φαινομενικά σχήματα
χαραγμάτων, πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν
ἡμᾶς χειραγωγούσας, καὶ μυρία
μας οδηγούν στα υπεραισθητά·
και πέρα απ’ αυτές μύρια άλλα,
ἐπὶ τούτοις ἄλλα, δι᾿ ὧν συνίσταται
διὰ τῶν ἐν ἡμῖν σωματικῶς
τα οποία αποδεικνύουν ότι με
τις σωματικές μας ενέργειες κατανοούμε
ἐνεργουμένων τῆς ἐγκεκρυμμένης τῇ
φύσει ἡμῶν νοερᾶς οὐσίας τὴν
την κρυφή μέσα μας νοερή
ουσία».
κατάληψιν γίνεσθαι».
13. ΓΡΗΓ. «Τί δὲ, εἶπον, εἰ ὥσπερ
κοινὸν μέν ἐστιν ἐπὶ τῆς αἰσθητῆς
τῶν
«Τί, είπα εγώ, εάν όπως
είναι κοινό στοιχείο στη φύση των αισθητών η ύλη
στοιχείων φύσεως τὸ ὑλῶδες, διαφορὰ
δὲ κατὰ τὸ ἰδίαζον ἐν ἑκάστῳ
αλλά και η διαφορά της ύλης
σε κάθε είδος είναι μεγάλη εξαιτίας της
εἴδει τῆς ὕλης πολλὴ ἥ τε γὰρ
κίνησις αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐστὶν,
ιδιαιτερότητας των
χαρακτηριστικών του και η κίνησή τους παρουσιάζει
τοῦ μὲν ἀνωφεροῦς ὄντος, τοῦ
δὲ ἐπὶ τοῦ κάτω βρίθοντος, τὸ δὲ
εἶδος
αντιθέσεις, διότι άλλο πάει
προς τα πάνω, άλλο πάλι πάει προς τα κάτω και το
οὐ τὸ αὐτὸ, καὶ ἡ ποιότης
διάφορος ἔν τινι, τούτων κατὰ τὸν λόγον
είδος τους δεν είναι το ίδιο
και η ποιότητά τους διαφορετική, θα μπορούσε να
συνουσιωμένην τις εἶναι λέγοι δύναμιν, τὴν
τὰς νοητικὰς ταύτας
πει κάποιος ότι η δύναμή
τους είναι συσσωματωμένη σύμφωνα με το λόγο τους
φαντασίας τε καὶ κινήσεις, ἐκ φυσικῆς
ἰδιότητός τε καὶ δυνάμεως
και ενεργεί τις νοητικές
αυτές φαντασίες και κινήσεις από τη φυσική ιδιότητα
ἐνεργοῦσαν;
και δύναμη των στοιχείων;
»Οἷα δὴ πολλὰ βλέπομεν ὑπὸ τῶν
μηχανοποιῶν ἐνεργούμενα, ἐφ᾿ ὧν
»Παραδείγματα τέτοια
βλέπουμε πολλά να κάνουν οι μηχανικοί, οι οποίοι με
ἡ ὕλη τεχνικῶς διατεθεῖσα μιμεῖται
τὴν φύσιν, οὐκ ἐν τῷ σχήματι μόνῳ
τη τεχνική τους κάνουν την
ύλη να μιμείται τη φύση. Δεν δείχνει την
φθόγγον τινὰ δεικνῦσα τὸ ὅμοιον, ἀλλὰ
καὶ ἐν ἄλλοις· καί γάρ ἐν
ομοιότητα μόνο στο σχήμα
αλλά και σε άλλα· διότι και κινείται
κινήσει γίνεται, καὶ φθόγγον τινά ὑποκρίνεται, ἠχοῦντος
ἐν τῷ
και παράγει κάποιο φθόγγο, ο
οποίος ηχεί στο φωνητικό μέρος
φωνητικῷ μέρει τοῦ μηχανήματος, καὶ
οὐδέ που νοητήν τινα δύναμιν
του μηχανήματος και πουθενά
στα γινόμενα δεν φανταζόμαστε κάποια
γινομένοις ἐνθεωροῦμεν τὴν καθ᾿ ἕκαστον
ἐργαζομένην τὸ σχῆμα, τὸ
νοητική δύναμη που στο
καθένα να δημιουργεί το σχήμα, το είδος,
εἶδος, τὸν ἦχον, τὴν κίνησιν.
τον ήχο και την κίνηση.
»Εἰ ταῦτα λέγομεν καὶ περὶ τὸ
μηχανικὸν τοῦτο τῆς φύσεως ἡμῶν
»Κι αν αυτά λέμε ότι
συμβαίνουν στα μηχανικά όργανα της φύσεώς μας,
ὄργανον, μηδεμιᾶς κατὰ τὸ ἰδιάζον
νοητῆς οὐσίας ἐγκεκραμένης
χωρίς να υπάρχει καμιά
νοητική ουσία που να είναι συνυφασμένη με τα
γίνεσθαι, ἀλλά τινος τῇ φύσει τῶν
ἐν ἡμῖν στοιχείων κινητικῆς
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της·
αλλά με το να υπάρχει στη φύση των στοιχείων
δυνάμεως ἐγκειμένης, καὶ τῆς τοιαύτης
ἐνεργείας ἀποτέλεσμα εἶναι ἤ
μας κάποια δύναμη που δίνει
κίνηση, και αποτέλεσμα της ενέργειάς της είναι
οὐδέν ἄλλο ἤ κίνησίς τις ὁρμητική περί
τήν γνῶσιν τῶν
τίποτε άλλο παρά μια κίνηση
ορμητική που ενεργεί για να γνωρίσει
σπουδαζομένων ἐνεργουμένη, τί ἄν μᾶλλον διά
τούτου τό εἶναι ἐφ᾿
τα πράγματα που ερευνά·
με αυτό τί θα αποδεικνύονταν περισσότερο, ότι η
ἑαυτῆς τὴν νοητὴν ἐκείνην καὶ
ἀσώματον τῆς ψυχῆς οὐσίαν
νοητή εκείνη και ασώματη
ουσία της ψυχής υπάρχει αφ’ εαυτού της
ἀποδεικνύοιτο, ἢ τὸ μηδόλως εἶναι;».
ή ότι δεν υπάρχει καθόλου;».
14. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Συμμαχεῖ, φησὶ, τῷ
λόγῳ καὶ τὸ ὑπόδειγμα, καὶ ἡ
Εκείνη είπε: «Το παράδειγμά
σου ταιριάζει με τα επιχειρήματά σου, αλλά
κατασκευὴ πᾶσα τῆς ἀνθυπενεχθείσης
ἡμῖν ἀντιῤῥήσεως οὐ μικρὰ
όλη η επιχειρηματολογία της
αντιρρήσεως στα δικά που παρουσιάζεται, θ’
συντελέσει πρὸς τὴν τῶν νοηθέντων ἡμῖν
βεβαιότητα».
αποτελέσει μεγάλη
επιβεβαίωση των απόψεών μας».
ΓΡΗΓ. «Πῶς οὖν τοῦτο λέγεις;».
«Πώς ισχυρίζεσαι κάτι
τέτοιο;».
ΜΑΚΡ. «῞Οτι τοι, φησὶ, τὸ οὕτως εἰδέναι
μεταχειρίζεσθαί τι καὶ
«Διότι, απαντά εκείνη, το να
γνωρίζεις να χρησιμοποιείς και να διαθέτεις την
διατιθέναι τὴν ἄψυχον ὕλην, ὡς τὴν
ἐναποτιθεῖσαν τοῖς μηχανήμασι
άψυχη ύλη κάπως έτσι, ώστε η
τέχνη που συγκροτεί τα μηχανήματα να έχει
τέχνην μικροῦ δεῖν ἀντὶ τῆς
ψυχῆς τῇ ὕλῃ γίνεσθαι, δι᾿ ὧν κίνησίν
τε
σχεδόν τη θέση της ψυχής
στην ύλη και να δημιουργεί μ’ αυτά κίνηση,
καὶ ἦχον, καὶ σχήματα, καὶ τὰ
τοιαῦτα καθυποκρίνεται, ἀπόδειξις ἂν
ήχο, σχήματα και τις
παρόμοιες απομιμήσεις, αυτό αποτελεί απόδειξη ότι κάτι
εἴη τοῦ εἶναί τι τοιοῦτον ἐν
τῷ ἀνθρώπῳ, ᾧ ταῦτα πέφυκε διὰ
τῆς
τέτοιο υπάρχει και στον
άνθρωπο. Μ’ αυτό παρουσιάζεται ο άνθρωπος, με τη
θεωρητικῆς καὶ ἐφευρετικῆς δυνάμεως
κατανοεῖν τε ἐν ἑαυτῷ καὶ
θεωρητική και εφευρετική
δύναμή του, να επινοεί μέσα του και να
προκατασκευάζειν τῇ διανοίᾳ τὰ
μηχανήματα, εἶθ᾿ οὕτως εἰς ἐνέργειαν
προκατασκευάζει με τη σκέψη
τα μηχανήματα· έπειτα, με την τέχνη, τα θέτει
διὰ τῆς τέχνης ἄγειν, καὶ διὰ
τῆς ὕλης δεικνύειν τὸ νόημα.
σε ενέργεια και υλοποιεί
εκείνο που είχε στο νου του.
»Πρῶτον γὰρ ὅτι πνεύματός ἐστι
χρεία πρὸς τὴν ἐκφώνησιν,
»Και πρώτα αντιλήφθηκε ότι
είχε ανάγκη από αέρα για να δημιουργήσει την
κατενόησεν· εἶθ᾿ ὅπως ἂν ἐπινοηθείη
πνεῦμα τῷ μηχανήματι τῷ
εκφώνηση. Έπειτα, για να
παράγει αέρα με το μηχάνημα, εξέτασε πρώτα με τη
λογισμῷ προεξήτασε, τὴν τῶν στοιχείων
φύσιν ἐπισκεψάμενος, ὅτι
σκέψη και ερεύνησε τη φύση
των στοιχείων· βρήκε ότι δεν υπάρχει κανένα
οὐδὲν κενὸν ἐν τοῖς οὖσίν
ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τὸ βαρύτερον παραθέσει
κενό στα όντα, αλλά το
ελαφρύτερο θεωρείται κενό μόνο σε σύγκριση με το
κενὸν τὸ κοῦφον νομίζεται, ἐπεὶ
καὶ αὐτὸς ἐφ᾿ ἑαυτοῦ κατ᾿ ἰδίαν
βαρύτερο. Διότι, και ο ίδιος
ο αέρας στην ιδιαίτερη ιδιοσυστασία του
ὑπόστασιν μεστός τε ὁ ἀὴρ καὶ
πλήρης ἐστί. Διάκενον γὰρ τὸ ἀγγεῖον
είναι γεμάτος και πλήρης. Καταχρηστικά
μάλιστα λέμε ότι το δοχείο είναι
ἐκ καταχρήσεως λέγεται. ῞Οταν γὰρ
τοῦ ὑγροῦ κενὸν ᾖ, οὐδὲν ἧττον
άδειο. Κι όταν είναι άδειο
από το υγρό περιεχόμενό του, ο μορφωμένος
μεστὸν ἀέρος πεπαιδευμένος καὶ τοῦτο
λέγει.
άνθρωπος πάλι θα πει ότι είναι
γεμάτο, από αέρα.
»Σημεῖον δὲ τὸν ἐπαχθέντα τῇ
λίμνῃ ἀμφορέα μὴ εὐθὺς πληροῦσθαι
»Απόδειξη αυτού αποτελεί και
το ότι, όταν ρίξουμε έναν αμφορέα στη λίμνη,
τοῦ ὕδατος, ἀλλ᾿ ἐπιπολάζειν
τὰ πρῶτα, τοῦ ἐναπειλημμένου ἀέρος
να μη γεμίζει αμέσως νερό
αλλά στην αρχή να επιπλέει· διότι ο περιεχόμενος
ἐπὶ τὸ ἄνω τὸ κοῖλον ἀνέχοντος,
ἕως ἂν πιεσθεὶς ὁ ἀμφορεὺς τῇ χειρὶ
αέρας συγκρατεί το κοίλο
δοχείο προς τα πάνω, έως ότου πιεστεί ο αμφορέας
τοῦ ἀρυομένου ἐν τῷ βάθει γίνεται,
καὶ τοῦτο δέξηται τῷ στόματι τὸ
από το χέρι αυτού που αντλεί
νερό· έτσι βυθίζεται, και τότε γεμίζει νερό από
ὕδωρ· οὗ γινομένου δείκνυται τὸ
μὴ κενὸν αὐτὸν εἶναι καὶ πρὸ τοῦ
το στόμιο. Μ’ αυτά
αποδεικνύεται ότι το δοχείο δεν είναι κενό πριν γεμίσει με
ὕδατος.
νερό.
»Μάχη γάρ τις περὶ τῷ στόματι τῶν
δύο στοιχείων ὁρᾶται, τοῦ μὲν
Στο στόμιο του δοχείου
γίνεται ένα είδος μάχης μεταξύ των δύο στοιχείων· το
ὕδατος ὑπὸ βάρους ἐπὶ τὸ
κοῖλον βιαζομένου τε καὶ εἰσρέοντος, τοῦ δὲ
νερό από τη μια σαν βαρύτερο
πιέζεται προς τα κάτω και ρέει μέσα στο δοχείο·
ἀέρος τοῦ ἐναπειλημμένου τῷ
κοίλῳ διὰ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐπὶ
τὸ
κι από την άλλη ο αέρας που
βρίσκεται μέσα στο δοχείο, επειδή πιέζεται από
ἔμπαλιν συνθλιβομένου περὶ τὸ ὕδωρ,
καὶ ἀναῤῥέοντος, ὡς καὶ
το νερό, ανεβαίνει προς το ίδιο
στόμιο με ορμή και εμποδίζει την είσοδο του
ἀνακόπτεσθαι διὰ τούτου καὶ ἀνακοχλάζειν
τὸ ὕδωρ περιαφρίζον τῇ
νερού· γι’ αυτό, με τη
δύναμή του ο αέρας, κάνει το νερό να φουσκώνει και
βίᾳ τοῦ πνεύματος.
ν’ αφρίζει.
»Ταῦτα οὖν κατενόησε, καὶ ὅπως ἂν
ἐντεθείη πνεῦμα τῷ μηχανήματι
»Όλα αυτά, λοιπόν, τα
κατανόησε ο άνθρωπος. Γι’ αυτό επινόησε τρόπο πώς,
διὰ τῆς τῶν στοιχείων φύσεως ἐπενόησε.
Κοῖλον γάρ τι ἐκ στεγανῆς
με τα στοιχεία της φύσεως,
θα εισέρχεται ο αέρας στο μηχάνημα. Κατασκεύασε
ὕλης κατασκευάσας, καὶ πανταχόθεν τὸν
ἐν αὐτῷ ἀέρα περισχὼν
ένα κοίλωμα από στερεή ύλη
και περιόρισε απ’ όλες τις πλευρές τον αέρα, να
ἀδιάπνευστον, ἐπάγει τὸ ὕδωρ
διὰ στόματος τῷ κοίλῳ, κατὰ τὸ
μην μπορεί να βγει έξω.
Έπειτα, έχυσε νερό από το στόμιο στο κοίλωμα, αφού
μέτρον τῆς χρείας τὸ ποσὸν συμμετρήσας
τοῦ ὕδατος, εἶθ᾿ οὕτως ἐπὶ
το μέτρησε να είναι στην
απαιτούμενη ποσότητα· κατόπιν, δίνει
με τον
τὸν παρακείμενον αὐλὸν δίδωσι κατὰ
τὸ ἀντικείμενον τῷ ἀέρι τὴν
παρακείμενο αυλό διέξοδο
στον αέρα από την αντίθετη πλευρά·
δίοδον, ἐκθλιβόμενος δὲ τῷ ὕδατι
βιαιότερον ὁ ἀὴρ πνεῦμα γίνεται·
και ο αέρας με την πίεση του
νερού γίνεται δυνατός άνεμος, ο οποίος
ὅπερ ἐκπίπτον τῇ κατασκευῇ τοῦ
αὐλοῦ τὸν ἦχον ποιεῖ.
εξερχόμενος παράγει ήχο με
την κατασκευή του αυλού.
»῏Αρ᾿ οὐ φανερῶς δείκνυται διὰ
τῶν φαινομένων, ὅτι ἔστι τις ἐν τῷ
»Αποδεικνύεται, λοιπόν,
ξεκάθαρα από τα φαινόμενα ότι υπάρχει μέσα
ἀνθρώπῳ νοῦς ἄλλο τι παρὰ τὸ
φαινόμενον, ὁ τῷ ἀειδεῖ τε καὶ νοερῷ
στον άνθρωπο νους,
διαφορετικός από τα ορατά· ο νους, με την αόρατη και
τῆς ἰδίας φύσεως ταῦτα ἐν ἑαυτῷ
προκατασκευάζων ταῖς ἐπινοίαις,
νοερή φύση του,
προκατασκευάζει με την σκέψη του αυτά (τα φαινόμενα) και
εἶθ᾿ οὕτως διὰ τῆς ὑλικῆς
ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγων τὴν
ἔνδον
στη συνέχεια με την ύλη παρουσιάζει
προς τα έξω εκείνα που σχεδίασε με
συστᾶσαν διάνοιαν;
το νου του. Έτσι δεν είναι;
»Εἰ γὰρ ἦν κατὰ τὸν ἀντιτεθέντα
λόγον ἡμῖν τῇ φύσει τῶν στοιχείων
»Διότι, εάν, σύμφωνα με όσα
λένε οι αντιτιθέμενοι, ήταν δυνατόν αυτά
τα
τὰς τοιαύτας θαυματοποιίας λογίζεσθαι, αὐτομάτως
ἂν ἡμῖν συνέστη
θαυμαστά γεγονότα να τ’
αποδώσουμε στη φύση των στοιχείων, τότε από μόνα
πάντως τὰ μηχανήματα· καὶ οὔτε
ὁ χαλκὸς τὴν τέχνην ἀνέμενεν εἰς τὸ
τους θα δημιουργούνταν τα
μηχανήματα. Δεν θα περίμενε ο χαλκός την τέχνη
γενέσθαι ἀνδροείκελον, ἀλλ᾿ εὐθὺ
ἂν τοιοῦτος ἐκ φύσεως ἦν· οὐδ᾿ ἂν
για να σχηματίσει άγαλμα,
αλλά ευθύς από τη φύση του θα γινόταν. Ούτε ο
τοῦ αὐλοῦ πρὸς τὸν ἦχον ὁ
ἀὴρ ἐδεήθη, ἀλλὰ πάντοτε ἂν ἐφ᾿
ἑαυτοῦ
αέρας θα χρειαζόταν τον αυλό
για να παράγει ήχο, αλλά πάντοτε από μόνος
ἤχει κατὰ τὸ συμβᾶν, ῥέων τε
καὶ κινούμενος· τοῦ τε ὕδατος οὐκ ἂν ἦν
του θα τον παρήγε με την
ρέουσα κίνησή του. Ούτε πάλι το νερό, για νά τρέξει
βεβιασμένη διὰ σωλῆνος ἡ πρὸς τό ἄνω
φορὰ, τῆς τέχνης ἐκ
προς τα πάνω, θα πιέζονταν
από σωλήνα με τεχνική πίεση που σπρώχνει
πιεσμάτων εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἀναθλιβούσης
τὴν κίνησιν· ἀλλ᾿
το νερό να κινηθεί με τρόπο
που ξεπερνά τη φύση του· αλλά,
αὐτομάτως ἀνίη τὸ ὕδωρ πάντως
πρὸς τὸ μηχάνημα, τῇ ἰδίᾳ φύσει
από μόνο του θ’ ανέβαινε το νερό
προς το μηχάνημα, γιατί θα το έσπρωχνε
ἐπὶ τὸ ἄνω ὀχετηγούμενον.
προς τα πάνω η ίδια η φύση
του.
»Εἰ δὲ τούτων κατὰ τὸ αὐτόματόν
ἐστιν οὐδὲν ὑπὸ τῆς τῶν στοιχείων
»Εάν, λοιπόν, τίποτε απ’
αυτά δεν γίνεται αυτόματα και δεν ενεργεί από τα ίδια
φύσεως ἐνεργούμενον, ἀλλὰ τέχνῃ
πρὸς τὸ δοκοῦν ἕκαστον ἄγεται·
τα στοιχεία της φύσεως, αλλά
το καθένα ενεργείται σύμφωνα με τη θέληση, με
ἡ δὲ τέχνη διάνοιά ἐστιν
ασφαλής πρός τινα σκοπόν ἐνεργουμένη διά
τη δύναμη της τέχνης·
και τέχνη είναι διάνοια σταθερή που ενεργεί για κάποιο
τῆς ὕλης, ἡ δέ διάνοια νοῦ τίς ἐστι
οἰκεία κίνησίς τε καὶ ἐνέργεια, ἄρα
σκοπό μέσω της ύλης, ενώ
διάνοια είναι φυσική κίνηση και ενέργεια του νου·
καὶ διὰ τῶν ἀντιθέτων ἡμῖν
τὸ ἄλλο τι παρὰ τὸ φαινόμενον εἶναι
επομένως, απέδειξε η εξέταση
των αντιθέτων επιχειρημάτων στα δικά μας, ότι
τὸν νοῦν ἡ ἀκολουθία τῶν εἰρημένων
ἀπέδειξεν».
ο νους είναι κάτι το
διαφορετικό από τα φαινόμενα (ορατά)».
15. ΓΡΗΓ. «᾿Εγὼ δὲ, τοῦτο μὲν οὕτως
ἔχειν φημὶ καὶ αὐτὸς, τὸ μὴ
«Κι εγώ παραδέχομαι, είπα, ότι
έτσι έχουν τα πράγματα· δηλαδή, το μη
ταὐτὸν εἶναι τῷ φαινομένῳ τὸ
μὴ φαινόμενον· οὐ μὴν τὸ ζητούμενον
φαινόμενο δεν είναι το ίδιο
με το φαινόμενο. Όμως δεν βρίσκω στο επιχείρημα
ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ βλέπω,
οὔπω γάρ μοι δῆλόν ἐστιν, ὅ τί ποτε
χρὴ
αυτό την απάντηση που ζητώ.
Διότι δεν μου είναι ακόμη ξεκάθαρο, τί είναι
νομίζειν ἐκεῖνο εἶναι τὸ μὴ
φαινόμενον, ἀλλ᾿ ὅτι μὲν ὑλικόν τι οὐκ
ἔστιν
εκείνο που πρέπει να
θεωρούμε ως μη φαινόμενο. Ότι δεν είναι ύλη, το έμαθα
ἐδιδάχθην τῷ λόγῳ· οὐδέπω
δὲ ἔγνων, ὅ τι περὶ αὐτοῦ προσήκει
απ’ όσα λέχθηκαν. Δεν έμαθα
όμως ακόμη τί ακριβώς πρέπει να λέω γι’ αυτό.
λέγειν· ἐγὼ δὲ τοῦτο μάλιστα
ἐδεόμην μαθεῖν, οὐχ ὅτι οὐκ ἔστιν,
Και θα επιθυμούσα πολύ
περισσότερο να μάθω το εξής, τί είναι ακριβώς
ἀλλ᾿ ὅπερ ἐστίν».
και όχι τί δεν είναι».
16. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, «πολλὰ, φησὶ, καὶ
περὶ πολλῶν οὕτω μανθάνομεν ἐν
Κι
εκείνη απάντησε: «Μαθαίνουμε πολλά για πολλά πράγματα με τον εξής
τῷ μὴ τόδε τι λέγειν εἶναι αὐτὸ
τὸ εἶναι τοῦ ζητουμένου, ὅ τί ποτέ ἐστι
τρόπο· εξηγούμε ότι υπάρχει
το ζητούμενο, χωρίς να λέμε ποτέ ότι αυτό
διερμηνεύοντες. ᾿Απόνηρον γὰρ εἰπόντες
τὸν ἀγαθὸν παρεστήκαμεν,
ακριβώς είναι η ουσία του
ζητουμένου. Όταν π.χ. λέμε κάποιον απόνηρο τον
καὶ ἄνανδρον ὀνομάσαντες τὸν δειλὸν
ἐγνωρίσαμεν, καὶ πολλὰ
παρουσιάζουμε ως αγαθό·
λέγοντας κάποιον άνανδρο τον χαρακτηρίζουμε ως
τούτοις ἔστιν εἰπεῖν ὁμοιότροπα.
Δι᾿ ὧν ἢ τὸ χρηστότερον
δειλό· και πολλά
παρόμοια παραδείγματα μπορούμε ν’ αναφέρουμε. Με αυτά
ἀναλαμβάνομεν νόημα διὰ τῆς τῶν
πονηρῶν ἀποφάσεως, ἢ τὸ
ή παρουσιάζουμε την πιο ορθή
έννοια με αποφατικό τρόπο (αναφέρουμε τι δεν
ἔμπαλιν ἐπὶ τὸ χεῖρον ταῖς ὑπονοίαις
τρεπόμεθα, τῇ τῶν καλῶν
είναι) ή πάλι παρουσιάζουμε
τις κακές έννοιες και δείχνουμε το κακό με την
ἀφαιρέσει τὸ πονηρὸν ἐνδειξάμενοι.
μη αναφορά των καλών.
»Οὕτω τοίνυν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος
τις λόγου κατανοήσας, οὐκ ἂν
»Έτσι, λοιπόν, και στον
παρόντα λόγο εάν κανείς κατανοήσει έτσι τα πράγματα,
τῆς δεούσης περὶ τὸ ζητούμενον ἐννοίας
ἀποσφαλείη. Ζητεῖται δὲ τί
δεν θα πέσει έξω στην ορθή
έννοια αυτού που ψάχνει. Και ψάχνει τί πρέπει να
χρὴ τὸν νοῦν οἴεσθαι κατ᾿ αὐτὴν
τὴν οὐσίαν. ῾Ο τοίνυν τὸ μὲν εἶναι
πιστεύουμε ότι είναι ο νους
στην ουσία του. Εκείνος λοιπόν που δεν
τοῦτο, περὶ οὗ ὁ λόγος ἐστὶ,
διὰ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ δεικνυμένης ἡμῖν
αμφιβάλλει ότι υπάρχει αυτός
(ο νους) για τον οποίο συζητάμε και το στηρίζει
ἐνεργείας μὴ ἀμφιβάλλων, τὸ
δὲ ὅ τί ἐστι γνῶναι βουλόμενος, ἱκανῶς
στην ενέργεια που δείχνει σε
μας· αλλά επιπλέον να μάθει τί ακριβώς είναι, θα
ἂν εὕροιτο, μὴ τοῦτο μαθεῖν εἶναι
αὐτὸ ὃ καταλαμβάνει ἡ αἴσθησις, μὴ
ικανοποιούνταν εάν μάθαινε
ότι δεν είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό με τις
χρῶμα, μὴ σχῆμα, μὴ ἀντιτυπίαν,
μὴ βάρος, μὴ πηλικότητα, μὴ τὴν εἰς
αισθήσεις, ότι δεν είναι
χρώμα ή σχήμα ή σκληρό ή βάρος ή ποιότητα ή
τρία διάστασιν, μὴ τὴν ἐπὶ τόπου
θέσιν, μηδέ τι τῶν περὶ τὴν ὕλην
τρισδιάστατο, μήτε
καταλαμβάνει χώρο, μήτε γενικά μπορεί να γίνει αντιληπτό
καταλαμβανομένων ὅλως μηδὲν ἴδῃ, τί
ἄλλο παρὰ ταῦτά ἐστιν».
με τα χαρακτηριστικά της
ύλης ή είναι κάτι άλλο πέρα αυτά».
17 ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ μεταξὺ διεξιούσης,
«οὐκ οἶδα, ἔφην, πῶς ἔστι,
Εγώ τότε, ενώ συνέχιζε αυτή
να μιλάει, πετάχτηκα και είπα: «Δεν γνωρίζω πώς
πάντων τούτων ἀφαιρουμένων τοῦ λόγου,
μὴ συνεξαλειφθῆναι
είναι δυνατόν, εάν όλα αυτά
αφαιρεθούν από τον ορισμό (του νου), να μην
τούτοις καὶ τὸ ζητούμενον. Τίνι γὰρ
προσφυῇ δίχα τούτων ἡ
γίνεται να εξαλειφθεί και
αυτό που ζητάμε. Διότι, χωρίς αυτά, που θα βασιστεί
καταληπτικὴ περιεργία, κατά γε τὴν ἐμὴν
ὑπόληψιν οὔπω ὁρᾶται.
η αντιληπτική ικανότητα;
Πουθενά δεν βλέπω εγώ, σύμφωνα με την αντίληψή
Πανταχῆ γὰρ ἐν τῇ τῶν ὄντων ἀναζητήσει
διὰ τῆς ἐξεταστικῆς
μου. Διότι παντού, στην
αναζήτηση των όντων με την ερευνητική ικανότητα
διανοίας ὅσον τε τὸ ζητούμενον, ὥσπερ
τινὲς τυφλοὶ διὰ τοίχων ἐπὶ
της διάνοιας, σχετικά με το
ζητούμενο, όπως οι τυφλοί πιανόμαστε στους
τὴν θύραν χειραγωγούμενοι, ἑνὸς τῶν
εἰρημένων πάντως θιγγάνομεν,
τοίχους, για να βρούμε την
πόρτα· έτσι κι εδώ ακουμπάμε σ’ ένα από
ἢ χρῶμα εὑρίσκοντες, ἢ σχῆμα,
ἢ πηλικότητα, ἤ τι τῶν παρὰ σοῦ νῦν
αναφερθέντα στοιχεία, είτε
είνα χρώμα είτε σχήμα είτε ποιότητα είτε κάτι άλλο
ἀπηριθμημένων ἕτερον· ὅταν δὲ
τούτων μηδὲν εἶναι λέγηται ἂν, εἰς τὸ
απ’ αυτά που απαρίθμησες
παραπάνω. Όταν λοιπόν λέμε ότι το ζητούμενο δεν
μηδόλως τι εἶναι οἴεσθαι ὑπὸ
μικροψυχίας περιαγόμεθα».
είναι κανένα απ’ αυτά, τότε
από μικροψυχία οδηγούμαστε να πιστεύουμε ότι
αυτό (ο νους) δεν είναι
απολύτως τίποτε».
ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ σχετλιάσασα μεταξὺ τοῦ
λόγου, «Φεῦ τῆς ἀτοπίας,
Εκείνη στενοχωρήθηκε και στο
μέσο του λόγου μου είπε: «Τί ανοησία! Σε ποιό
φησὶν, εἰς οἷον καταστρέφει πέρας ἡ
μικροφυὴς αὕτη καὶ χαμαίζηλος
επίπεδο πέφτει η στενόμυαλη
και χαμηλή αυτή αντίληψη για τα όντα!
περὶ τῶν ὄντων κρίσις. Εἰ γὰρ
ἐξῄρηται τοῦ ὄντος ἅπαν ὃ μὴ τῇ
Διότι, αν αφαιρεθεί από τα
όντα κάθε τι που δεν γίνεται αντιληπτό με τις
αἰσθήσει γνωρίζεται, οὐδ᾿ ἂν
αὐτὴν τὴν τοῦ παντὸς ἐπιστατοῦσαν καὶ
αισθήσεις, τότε εκείνος που
ισχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει να παραδεχτεί ότι
περιδεδραγμένην τῶν ὄντων δύναμιν ὁμολογοίη
πάντως ὁ τοῦτο
δεν υπάρχει ούτε αυτή η
δύναμη (Θεός) που επιστατεί και συγκρατεί τα όντα.
λέγων, ἀλλὰ τὸ ἀσώματόν
τε καὶ ἀειδὲς περὶ τῆς θείας φύσεως
Αλλά, αφού μάθει ότι η θεία
φύση είναι ασώματη και αόρατη, θα συμπεράνει
διδαχθεὶς, τὸ μὴ εἶναι αὐτὴν
ὅλως ἐκ τῆς τοιαύτης πάντως ἀκολουθίας
σύμφωνα μ’ αυτή τη
συλλογιστική ότι δεν υπάρχει και καθόλου. Εάν όμως εκεί